ΑΝΤΙ-ΘΕΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Η ΣΦΟΔΡΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΥΛΙΣΜΟΥ – ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ
Β΄ έκδοση, συμπληρωμένη (Νοέμβριος 2025)
Χαράλαμπος
Θεοδωρίδης
(1883-1958)
Ο πρώτος
Επικούρειος στην σύγχρονη Ελλάδα.
Οι συγγραφές
του υπήρξαν σταθμός και αφετηρία για την Επικούρεια φιλοσοφία στην εποχή μας.
«Το
δόγμα του Αριστοτέλη είναι η κυρίαρχη αλήθεια και η ευφυΐα του το όριο
της ανθρώπινης νοημοσύνης» (Αβερρόης)
«Εσύ πατέρα [Επίκουρε] μας φώτισες την αλήθεια…» (Λουκρήτιος DRN III, 9-13)
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
-
Πίνακας Περιεχομένων ………………… σελ. 2
-
Εισαγωγή……………………….................. σελ. 4
-
Ιστορική αναδρομή………......................... σελ. 5
Κεφάλαιο 1ο: Γενικές
Αρχές
1.1)
Αριστοτέλης: “Τί τὸ ὄν”……………. σελ. 8
1.2)
Επίκουρος: “Τί χρὴ μελετᾶν”……. ....σελ. 11
Κεφάλαιο 2ο: Γνωσιολογία
2.1)
Αριστοτέλους “Αναλυτικά” ……….. σελ. 12
2.2) Οι
Αισθήσεις στον Αριστοτέλη…..... σελ. 16
2.3) Ο
Επικούρειος “Κανόνας”………….. σελ. 17
Κεφάλαιο 3ο: Φυσική
Στον
Αριστοτέλη
3.1) “Φυσική
ακρόαση” …………………............. σελ. 22
3.2) Η
Κίνηση στον Αριστοτέλη…………………. σελ. 24
3.3) Ο τόπος
και ο χρόνος στον Αριστοτέλη……... σελ. 24
3.4) Η
αντίθεση στην “Ατομική θεωρία”………… σελ. 25
3.5) Ο
Αριστοτέλης - Η Περιπατητική Σχολή…… σελ.
25
Στον
Επίκουρο
3.6) Επικούρεια “Φυσιογνωσία” ………………..... σελ. 27
3.7) Η Επικούρεια
ατομική θεωρία …………….... σελ. 28
3.7.1)
Ιδιότητες και ενώσεις των ατόμων…….... σελ. 29
3.7.2) Πλήθος, είδη,
μέγεθος των ατόμων….... σελ. 29
3.7.3) Οι κινήσεις των
ατόμων……………..... σελ. 30
3.7.4) Η φύση και η
ταχύτητα του φωτός….. σελ. 31
3.7.5) Διαφορές
Επίκουρου – Δημόκριτου…. σελ. 32
Κεφάλαιο 4ο: Αιτιότητα
4.1) Αριστοτέλης: Αιτιότητα – Τύχη………………σελ.
35
4.2) Η
Τελολογία………………...............................σελ. 35
4.3) Η ελεύθερη βούληση στον Αριστοτέλη…….. σελ.
36
4.4) Επίκουρος: Αιτιότητα – Τυχαιότητα…………. σελ.
37
4.5)
“Παρέγκλιση”………………............................ σελ. 38
4.6) Η ελεύθερη βούληση στον Επίκουρο……….. σελ.
40
Κεφάλαιο 5ο:
Μαθηματικά
5.1)
Αριστοτέλης / Γενικές αρχές ………………......... σελ. 41
5.2) Το
“Άπειρο” στον Αριστοτέλη.............................. σελ. 42
5.3)
“Εφαρμοσμένα μαθηματικά” στον Αριστοτέλη... σελ. 43
5.4)
Επικούρειες θέσεις στη μαθηματική επιστήμη.... σελ. 43
5.5)
Επικούρειοι μαθηματικοί...……………………… σελ. 45
Κεφάλαιο 6ο: Ψυχή /
Νους
6.1)
Αριστοτέλης / Περί της Ψυχής……… σελ. 47
6.2) Παθητικός
και Ποιητικός Nους……… σελ.
48
6.3)
Επίκουρος, για τη Ψυχή, τον Νου…... σελ. 49
6.4)
Επίκουρος, για τον θάνατο………… σελ. 50
Κεφάλαιο 7ο: Μεταφυσική
/ Θεολογία
7.1)
Αριστοτέλης / Η ουσία………………….. σελ. 52
7.2) Η
Αριστοτελική θεολογία………………. σελ. 54
7.3) Το
“Ακίνητο Κινούν”…………………… σελ. 58
7.4) Οι θεοί
του Επίκουρου………………….. σελ. 59
Κεφάλαιο 8ο:
Σύμπαν
8.1) Το
Αριστοτελικό (θεϊκό) σύμπαν…… σελ. 63
8.2) Το
Επικούρειο (υλικό) σύμπαν………. σελ. 69
Κεφάλαιο 9ο: Ηθική
Στον
Αριστοτέλη
9.1) “Αρετή”
και “θεωρητικός βίος”……….. σελ. 72
9.2) Οι
πέντε Νοητικές καταστάσεις
9.2.1) Επιστήμη………………………… σελ. 75
9.2.2) Τέχνη……………………………. σελ. 76
9.2.3) Φρόνηση……………………………σελ. 76
9.2.4) Νους…….………………………… σελ. 78
9.2.5) Σοφία……………………………… σελ. 78
9.3) Η
Δικαιοσύνη.……………………………. σελ. 79
9.4) Η
Φιλία…………………………………… σελ. 81
9.5) Η
Ηδονή………..………………………… σελ. 83
9.6) Η
Ευδαιμονία…………………………… σελ. 85
Στον
Επίκουρο / Η Επικούρεια Ηθική
9.7)
Δικαιοσύνη……………………………… σελ. 90
9.8) Φιλία
και Ανθρωπισμός………………... σελ. 91
9.9) Ο “Κήπος”
- Ο Επίκουρος………………. σελ. 92
9.10) Ηδονή και Ευδαιμονία……………………
σελ. 98
9.11) Αυτάρκεια και λιτότητα
βίου…………. σελ. 102
Κεφάλαιο 10o: Πολιτική
Στον
Αριστοτέλη
10.1) H
Πολιτική…………………………… σελ. 104
10.2) Η
δουλεία……………………………… σελ. 105
10.3) H
Κτητική χρηματιστική……………… σελ. 107
10.4) Το
κράτος και ο πολίτης…………….. σελ. 107
10.5) Η
κατάταξη των πολιτευμάτων…….... σελ. 110
Στον
Επίκουρο
10.6)
Επίκουρος & Πολιτική……………….. σελ. 113
Κεφάλαιο 11o:
Ρητορική
11.1)
Αριστοτέλης και Ρητορική………….. σελ. 120
11.2)
Επίκουρος και Ρητορική…………….. σελ. 121
Κεφάλαιο 12o:
Ποιητική
12.1)
Αριστοτέλους, η “Ποιητική”………… σελ. 122
12.2)
Επίκουρου, περί ποιητικής………….. σελ. 124
ΕΠΙΛΟΓΟΣ................................................
σελ. 125
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Η “Πλατωνική Διαλεκτική”………………………………σελ. 9
(2) Οι “Πλατωνικές Ιδέες”…………………………………… σελ. 10
(3) «Περί ων Αριστοτέλης προς
Πλάτωνα διαφέρεται»……. σελ. 10
(4) Η “Πλατωνική θεωρία της Ανάμνησης”………………….. σελ. 14
(5) Οι “4 βαθμίδες της γνώσης, στον
Πλάτωνα”……………… σελ. 15
(6) Ο Αντισθένης……………………………..……………… σελ. 17
(7) Από τη σύγχρονη ατομική
φυσική………………………… σελ. 30
(8) Λουκρήτιου: “De rerum natura” …………………………. σελ. 33
(9) Ο Πλάτων για την “ψυχή”………………………………… σελ. 48
(10) Το “ον” και το “αγαθόν”
στον Πλάτωνα ……………………σελ. 52
(11) Επιχειρήματα για την ύπαρξη του
θεού …………………… σελ. 55
(12)
Η Πλατωνική θεολογία……………………………..…… σελ. 57
(13)
Ο “Τίμαιος” του Πλάτωνα……………………………..… σελ. 63
(14)
Λουκρήτιου (DRN, V) Κοσμογονία – Εξέλιξη………… σελ. 70
(15) Η Μεσότητα και η Αναλογία …………………………… σελ. 74
(16) Λουκρήτιου: Δύο ύμνοι στον
Επίκουρο………….............. σελ.
97
(17) Λουκρήτιου: Η Παθολογία του
Έρωτα……………........... σελ. 102
(18) Πλάτωνα «Πολιτεία» &
«Νόμοι» ……….………………… σελ. 109
(19) Η πολιτική κατάσταση (Ελλην/Ρωμ.)
εποχή……………… σελ. 115
(20) Ο Επικουρισμός στη Ρώμη, στον
1ο αι. π.Χ.……………… σελ. 116
(21) Ο Ωφελιμισμός (Ιερεμίας
Μπένθαμ) …………………… σελ. 118
(22) Ουμπέρτο Έκο “Το Όνομα του
Ρόδου” ……….………… σελ. 124
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στο άρθρο μας επισημαίνονται και αντιπαραβάλλονται θέσεις της Επικούρειας και της Αριστοτελικής φιλοσοφίας. Σε επιμέρους, κατά θέμα, κεφάλαια, αρχικά καταγράφουμε συνοπτικά τις βασικές θέσεις των Αριστοτέλη και Επίκουρου σε καθ’ ένα από τα μεγάλα ζητήματα που τους απασχόλησαν, παραθέτοντας χαρακτηριστικά αποσπάσματα έργων τους. Περιμένουμε από την αντιπαραβολή, να αναδειχτούν τόσον οι ομοιότητες, όσον και οι διαφορές των δύο φιλοσοφικών συστημάτων, τα οποία -υπ’ όψιν- είναι ριζικά διαφορετικά. Ευδιάκριτες είναι οι ομοιότητες, όμως περισσότερες, σημαίνουσες και ουσιαστικές είναι οι διαφορές του Αριστοτέλη με τον Επίκουρο, και αυτές έχουν τις ρίζες τους στην θεμελιακή διαφορά των φιλοσοφιών τους, αφού η μεν Αριστοτελική φιλοσοφία υπάγεται στις ιδεαλιστικές, η δε του Επίκουρου, αντίθετα, στις υλιστικές.
Η διάκριση των φιλοσοφιών σε ιδεαλιστικές και υλιστικές ανάγεται -ως γνωστόν- στον Ιμμ. Καν Όμως πρώτος, θαυμάσια, εύστοχα, ο Διογένης ο Λαέρτιος ξεχώρισε τους φιλοσόφους σε δογματικούς και εφεκτικούς..…
«Των δε φιλοσόφων οι μεν
γεγόνασι δογματικοί, οι δε εφεκτικοί. Δογματικοὶ μεν όσοι περί των πραγμάτων
αποφαίνονται ως καταληπτών. Εφεκτικοὶ δε όσοι επέχουσι περί αυτών ως
ακαταλήπτων».
Ο Επίκουρος (341-270), σαν νεότερος του Αριστοτέλη (384-322)
ήταν γνώστης των δογμάτων που είχε διατυπώσει ο Σταγειρίτης, όπως και μια σειρά
προγενέστερων φιλοσόφων…..
……Πλάτωνας
(427-347), Δημόκριτος (460-370), Εμπεδοκλής
(495-435), Πρωταγόρας (490-420), Αναξαγόρας (500-428), Παρμενίδης
(520-460), Ηράκλειτος
(544-484), Πυθαγόρας (560-496), Αναξίμανδρος (610-546)….. κ.ά.
Απ’
αυτούς -όχι άκριτα- ο Επίκουρος άντλησε όσα στοιχεία θεώρησε ότι συμφωνούσαν με
απόψεις του και τα ανέπτυξε σύμφωνα με τις δικές του (υλιστικές) φιλοσοφικές αρχές…..
Παραδείγματα: Η αποδοχή της ατομικής θεωρίας, η της περί ευδαιμονίας - σκοπού της ζωής κ.ά., θεωρίες
τις οποίες επεξεργάστηκε και εξέλιξε. Ο Επίκουρος ήταν επικριτικός, έως
απορριπτικός, σε καθαρά ιδεαλιστικές
απόψεις, όπως στην περί Ιδεών /
Ειδών - Όντος – Ουσίας – Ψυχής, κ.ά.
Είναι φιλόδοξο το να καταπιαστεί κανείς με το απαιτητικό και επίμοχθο
έργο μελέτης των δύο φιλοσοφιών, σε όλο
τους το -απέραντο- πλάτος και βάθος, κι
ύστερα, να συντάξει μια άξια λόγου συγκριτική πραγματεία. Στο παρόν επιχειρώ να
γράψω περιλήψεις από τις βασικές θεωρίες των
Αριστοτέλη και Επίκουρου που εκτείνονται σε όλο το φάσμα των ιδεολογιών τους (Γνωσιολογία, Φυσική,
Ηθική κλπ.) χωρίς πολλές και μεγάλες προεκτάσεις, αναλύσεις και υπομνηματισμούς…..
ασφαλώς, όπως εγώ τις έχω κατανοήσει και με τα λιγότερα -κατά το δυνατόν-
προσωπικά σχόλια.
Η
επιλογή λίγων κατάλληλων χωρίων, από μέγα πλήθος συγγραφών είναι έργο δύσκολο,
και δεν είναι πάντα ασφαλές από αποσπάσματα βαθύνοων κειμένων, που βρίθουν
δυσκολονόητων εννοιών, ή από μικρές αποφθεγματικές φράσεις, να βγαίνουν καταληκτικά συμπεράσματα. Πολλά κείμενα είναι,
όντως, εξαιρετικά δυσνόητα έως εντελώς ακατανόητα, ή, επιδέχονται περισσότερες ερμηνείες.
Άλλα κείμενα, παρ’ όλο που δείχνουν εναργή,
πιο κάτω μπερδεύουν και η ερμηνεία τους δυσκολεύει, γιατί είτε τροποποιούνται, είτε τίθενται όροι και
προϋποθέσεις για να ισχύουν. Τέτοιες δυσκολίες παρουσιάζουν κυρίως τα άφθονα
εννοιολογικά γυμνάσματα και οι εκτεταμένες, ανεξάντλητες και εξαντλητικές,
ιδεαλιστικές μελέτες και αναλύσεις του πανεπιστήμονα Αριστοτέλη.
Ο Αβικέννας ομολογεί ότι είχε αναγνώσει τα “Μετά τα Φυσικά”
του Αριστοτέλη 40 φορές, χωρίς να τα κατανοήσει! Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς
(3ος αι. μ.Χ.), ο Πέρσης Αβικέννας (11ος αι.) και ο Μαυριτανός Αβερρόης (12ος
αι.) υπήρξαν, παλαιά, οι σημαντικότεροι
ερμηνευτές του Σταγειρίτη.
Ο
Αθηναίος σοφός Επίκουρος, «πολυγραφότατος και πάντας υπερβαλλόμενος πλήθει
βιβλίων» (Δ.Λ. Χ 26) είναι
εναργής, και τα λίγα έργα του που έφτασαν ως τις ‘μέρες μας, κι’ αυτά ως επιτομές έργων ή γνωμικά, δεν αφήνουν
αμφιβολίες στην ερμηνεία τους. Εντούτοις, κατά τύχη καλή, στο μεγίστης αξίας έργο “De Rerum Natura” του
Ρωμαίου ποιητή και φιλόσοφου Λουκρήτιου (1ος
αι. π.Χ.), διασώζεται -με πληρότητα, σαφήνεια
και εγκυρότητα- όλη η διδασκαλία του Επίκουρου.
Στόχος του άρθρου μας είναι να συμβάλει στην κατανόηση των δογμάτων των δύο φιλοσόφων, αλλά και των μεγάλων αντιθέσεων των δύο αντίπαλων φιλοσοφικών συστημάτων, Ιδεαλισμού – Υλισμού. Από τη γνώση και τις αντιπαραβολές των απόψεων θα προκύψουν, πιστεύω, και συνθέσεις απόψεων……. κατά το τριαδικό Εγελιανό σχήμα: θέση – αντίθεση – σύνθεση!
Πάντως, υπάρχουν
ζητήματα στα οποία οι διαφωνίες δεν απλά μεγάλες, είναι έως και τελείως ασυμβίβαστες,
ακόμα κι’ αν αρχικά διαφαίνεται κάποια σύγκλιση, όπως φερ’ ειπείν στις περί της
ηδονής και της ευδαιμονίας απόψεις τους.
Θέματα
αγεφύρωτων αντιγνωμιών είναι οι μύθοι και οι υπερβατικές αντιλήψεις, οι έξω από
διαδικασία παρατήρησης - πειραματισμού αρχές στη φυσική επιστήμη, η θεούσα κοσμολογία
και ψυχολογία, η μεταφυσική - θεολογία,
κ.ά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, και είναι πολλές και σημαντικές, μόνο η
αντί-παράθεση των εκατέρωθεν δογμάτων χωρεί και κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος ας
βγάλει τα συμπεράσματά του. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα προκύψουν γόνιμοι προβληματισμοί και θα συναχθούν επωφελή συμπεράσματα, έχοντας υπ’
όψιν ότι…..
“Η διανόηση του Επίκουρου μορφώθηκε σε φλογερό αγώνα με την Περιπατητική σχολή”. (Χαράλαμπος Θεοδωρίδης: Επίκουρος, σελ. 112)
Επιδιώξαμε το πόνημα μας να είναι βασισμένο στις αρχαίες πηγές, όσο δυνατό στα αυθεντικά κείμενα των Αριστοτέλη και Επίκουρου……
«Τη φιλοσοφία (“δέσποινα των επιστημών”) είναι ανάγκη να
διαβάζουμε στα παλαιότερα έργα. Πρέπει να τη μελετήσουμε στα έργα των φιλοσόφων
και στο πρωτότυπο αν είναι δυνατό. Μια σελίδα κείμενο αξίζει περισσότερο από
ολόκληρες πραγματείες». (Χαράλαμπος
Θεοδωρίδης: «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία»)
Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, προκειμένου
να δώσουμε μια πληρέστερη αφήγηση, να συμπληρώσουμε και να κάνουμε πιο
κατανοητά τα δόγματα των δύο φιλοσόφων,
θα αναφερθούμε και σε απόψεις άλλων φιλόσοφων. Και πιο πολύ του Πλάτωνα, “αρχηγέτη
της ιδεαλισμού” και “οδηγητή” στην “καθαυτό φιλοσοφία” του
Αριστοτέλη, και του Λουκρήτιου, ο οποίος πιστά εκφράζει και συμπληρώνει όσα ο
χρόνος και η μισαλλοδοξία δεν διέσωσαν από τον Επίκουρο, τον μοναδικό,
πραγματικά, υλιστή φιλόσοφο.
Επιχειρούμε,
λοιπόν, παρ’ όλες τις -αντικειμενικές και υποκειμενικές- δυσκολίες του
εγχειρήματος μας, εκθέτοντας τις βασικές θέσεις των δύο φιλοσόφων….. όσο πιο
σύντομα και απλά γίνεται και όσο βέβαια τις έχουμε κατανοήσει….. να αναδείξουμε τις
γενικές αρχές της φιλοσοφίας τους, και τα σημεία που παρουσιάζουν αντιθέσεις
μεταξύ τους. Κατ’ επέκτασιν και τον ασυμφιλίωτο χαρακτήρα της ρεαλιστικά
ιδεοκρατικής Αριστοτελικής φιλοσοφίας και της ακραιφνώς υλιστικής Επικούρειας.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
(Στάγειρα
384 – Χαλκίδα 322)
Από το
346 π.Χ. ο Αθηναίος Ισοκράτης προτρέπει τον Μακεδόνα Φίλιππο Β΄ να ενώσει την Ελλάδα κατά των Περσών. Η
μάχη της Χαιρώνειας (το 338) και το «Συνέδριο
της Κορίνθου» (338/337) σηματοδοτούν
την απαρχή της Μακεδονικής κυριαρχίας στα πολιτικά πράγματα της νότιας Ελλάδας για
140 χρόνια. Ο Φίλιππος θα επιβάλει όρκους αφοσίωσης στο πρόσωπό του και στους
διαδόχους του, και όρκους πίστης για ειρήνη μεταξύ των Ελληνικών πόλεων, ωστόσο
θα τοποθετήσει στρατιωτικές του φρουρές στην Κόρινθο, τη Θήβα, τη Πύδνα και την
Αμβρακία.
Η
Θήβα (335)
θα λεηλατηθεί και θα ισοπεδωθεί από τον νεαρό και νέο βασιλιά Αλέξανδρο, γιατί
τόλμησε να αποστατήσει, όταν ανακοινώθηκε η δολοφονία του Φιλίππου….
…… Πάνω από
6.000 Θηβαίοι σφάχτηκαν και περισσότεροι από 30.000 εξανδραποδίστηκαν
(πουλήθηκαν ως δούλοι). Από τον εξανδραποδισμό εξαιρέθηκαν οι ιερείς, οι
διατελέσαντες πρόξενοι των Μακεδόνων και όσοι είχαν φιλοξενηθεί από τον Φίλιππο
ή τον Αλέξανδρο. Από την πώληση των αιχμαλώτων το μακεδονικό θησαυροφυλάκιο
εκτιμάται ότι αποκόμισε 440 τάλαντα. Από την ισοπέδωση της πόλης εξαιρέθηκε το
σπίτι του ποιητή Πίνδαρου (….Έγινε και αξιοθέατο των αρχαίων Θηβών [Αρριανός,
Αλεξάνδρου Ανάβασις 1.9.10 17], καθώς ο Πίνδαρος είχε συνθέσει εγκώμια για τον
Αλέξανδρο Α΄ της Μακεδονίας.
Ο
Αριστοτέλης, προσκείμενος στο
μακεδονικό θρόνο….. υπήρξε και
δάσκαλος του Αλέξανδρου, ο δε πατέρας του,
Νικόμαχος, γιατρός της αυλής, και στενά σχετιζόμενος με αξιωματούχους του,
αμέσως μετά την καταστροφή της Θήβας το 335, στην Αθήνα, ίδρυσε και λειτούργησε
φιλοσοφική σχολή, το “Λύκειο”, ονομάστηκε και “Περιπατητική”,
διότι τα μαθήματα γινόντουσαν
δια περιπάτου. …..
Το πρωί, "εωθινός
περίπατος", ήταν για τους προχωρημένους και αφορούσε την καθαρή
φιλοσοφία ("ακροαματική"), το απόγευμα για τους αρχάριους,
"δειλινός περίπατος" και αφορούσε τη "ρητορική" ("εξωτερική").
.
Ο Σταγειρίτης είχε θητεύσει στην Πλατωνική “Ακαδημία”, από 17ετής και για μια 20ετία (368-348). Ήταν ο καλλίτερος (ίσως) μαθητής, μεταξύ πολλών άξιων συμμαθητών του, ωστόσο, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα (347), πρώτος σχολάρχης της Ακαδημίας ορίστηκε από τον ίδιο τον Πλάτωνα ο ανιψιός από την αδελφή του, ο Σπεύσιππος (60 ετών), με το σκεπτικό ότι δεν ήταν “ξένος”, αλλά Αθηναίος πολίτης.
Ο Αριστοτέλης θα φύγει από την Αθήνα (το 347), θα εγκατασταθεί και θα ιδρύσει σχολή στην
Άσσο της Μικρασίας (ως το 345). Εκεί, θα συνδεθεί
στενότατα, νυμφευόμενος και την ανηψιά του, με τον Πλατωνιστή Ερμία τον
Αταρνέα, κύριο κατ’ εκείνη την εποχή πόλεων της Μυσίας. Αργότερα ο Αριστοτέλης, θα εγκατασταθεί και
δημιουργήσει σχολή στη Μυτιλήνη, ενώ το 342 ο Φίλιππος της Μακεδονίας θα τον
προσκαλέσει για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιου του Αλέξανδρου, τότε
μόλις 13 χρονών. Ο Αριστοτέλης έμεινε στη μακεδονική αυλή 6 χρόνια.
Η
εκπαίδευση του Αλέξανδρου γινόταν στο «Ιερό των
Νυμφών» της πόλης Μίεζας της Ημαθίας (κυρίως εκεί, ενίοτε και στην
πρωτεύουσα Πέλλα). Ο έφηβος Αλέξανδρος είχε συμμαθητές τους γόνους της
Μακεδονικής ελίτ (όσοι συνομήλικοι), όπως ο Ηφαιστίων, ο Πτολεμαίος ο Λάγου
(μετέπειτα Α' Σωτήρ), ο Κάσσανδρος (γιός του Αντίπατρου), ο Κλείτος κ.ά.……
Κατά τον Πλούταρχο, ο βασιλιάς της
Μακεδονίας θα ανταμείψει τον δάσκαλο του γιού του ανοικοδομώντας τα Στάγειρα,
που είχε ξεθεμελιώσει πριν λίγα χρόνια….
Υπό
τη διεύθυνση του ιδρυτή του, το “Λύκειο”, θα λειτουργήσει επί -μόνον- 13 χρόνια, διότι το 323,
τα πράγματα, αιφνιδίως, αλλάζουν. Στην Αθήνα ως
πληροφορούνται το θάνατο του Αλέξανδρου, υπήρξε εξέγερση της αντι-μακεδονικής
παράταξης. Ο Σταγειρίτης, που οι στενές επαφές και η μεγάλη αλληλογραφία που
είχε με τον Αντίπατρο ήταν γνωστές, θα υποστεί
άγριο πολιτικό διωγμό….
Τυπικά, κατηγορήθηκε για ασέβεια.
Μηνυτές του ήσαν ιερατικοί κύκλοι και η σχολή του ρήτορα Ισοκράτη, ως λόγοι δε
της ασεβείας αναφέρθηκαν ότι ο Αριστοτέλης είχε ιδρύσει βωμό στον
προαναφερθέντα φίλο του Ερμία τον Αταρνέα, καθώς και
ότι είχε γράψει επίγραμμα στον ανδριάντα του στους Δελφούς, και τον «Ύμνο στην Αρετή»,
αναφερόμενος σ’ αυτόν…..
Ο Ερμίας και ο Φίλιππος είχαν συνεννοήσεις για την από τον
δεύτερο σχεδιαζόμενη κατά των Περσών εκστρατεία, με προγεφύρωμα τις ασιατικές
κτήσεις του πρώτου….
Στον Ερμία τον Αταρνέα κάνουμε αναφορά
και σε άλλο άρθρο μας, που έχει τον τίτλο: «Κλεάνθης, ο Άσσιος».
Πριν τη δίκη του, ο
Αριστοτέλης διέφυγε στη Χαλκίδα. Εκεί, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του την
Ερπυλλίδα και με τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και τη Πυθιάδα, διέμεινε σε
σπίτι που είχε από τη μητέρα του. Ο Αριστοτέλης απεβίωσε στην Χαλκίδα τον επόμενο χρόνο 322.
Παρ’ όλο που Ισοκράτης και Αριστοτέλης υπήρξαν και οι δύο υποστηρικτές της Μακεδονικής δυναστείας, μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου το 323, ο εκπρόσωπος της σχολής του Ισοκράτη (ο Δημόφιλος) μαζί με τον Ιεροφάντη των Ελευσίνιων Μυστηρίων (τον Ευρυμέδοντα), κατέθεσαν εναντίον του Αριστοτέλους την πιο πάνω αναφερθείσα κατηγορία ασεβείας («γραφή ασεβείας»)…..
Τα πραγματικά κίνητρα και οι αληθινές
προθέσεις των μηνυτών πρέπει να αναζητηθούν στις μεγάλες εχθρότητες και στους εμφύλιους
πολέμους που ξέσπασαν μεταξύ των επιγόνων του Αλέξανδρου, ίσως και στην υποψία
που βάραινε τον Σταγειρίτη, για πιθανή γνώση (ή παρότρυνση) συμμετοχής του ανεψιού και μαθητή του και επίσημου ιστορικού της εκστρατείας,
του Καλλισθένη, στην (υποτιθέμενη)
κατά του Αλεξάνδρου συνωμοσία, για την οποίαν
μάλιστα θανατώθηκε……
Ο Καλλισθένης, υμνητής του στρατηλάτη, και ο Αριστοτέλης, παιδαγωγός και
συμβουλάτοράς του, ήταν απ’ αυτούς που από ένα σημείο και μετά αντιτάχθηκαν
στις διαθέσεις του Αλεξάνδρου να
υιοθετήσει πλήρως τα ήθη της Ανατολής, να
εξομοιώσει τους Έλληνες με τους βαρβάρους κλπ.….
Επίκουρος
(Σάμος 341 – Αθήνα 270)
Μετά την νικηφόρα για τους Μακεδόνες έκβαση
του «Λαμιακού πολέμου» (323-322), ο νικητής στρατηγός Αντίπατρος, τοποτηρητής
του Αλέξανδρου στη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ασία (“επιμελητής του κράτους τά κατά Μακεδονίαν τε
καί τούς Έλληνας”) βάδισε κατά της
Αθήνας και απαίτησε να παραδοθούν οι Αθηναίοι άνευ όρων, όπως του είχαν
απαντήσει οι Αθηναίοι όταν είχε ζητήσει κι αυτός ειρήνη, πολιορκημένος στη
Λαμία.
Οι
Αθηναίοι αναγκάστηκαν να υποκύψουν και οι όροι που έθεσε, και αναγκάστηκαν να
δεχτούν οι Αθηναίοι, ήταν βαρύτατοι……
Το δημοκρατικό πολίτευμα καταργείται και γίνεται τιμοκρατικό
(βλ. κεφ. 10.5). Πολιτικά δικαιώματα και θέσεις εξουσίας θα έχουν πλέον μια
μειοψηφία πλουσίων. Η Αθήνα θα πληρώσει τα πολεμικά έξοδα και πρόστιμο.
Μακεδονική φρουρά θα εγκατασταθεί στη Μουνυχία. Αφαιρούνται από τους Αθηναίους
οι περισσότερες νησιωτικές τους κτήσεις. Οι
αντιμακεδόνες αρχηγοί θα παραδοθούν στους νικητές…… Όλοι οι όροι της
συνθήκης εφαρμόστηκαν. Οι αντιμακεδόνες ηγέτες
εξοντώθηκαν. Ο Υπερείδης και τρεις ακόμη συνελήφθησαν στην Αίγινα και
θανατώθηκαν, ο Δημοσθένης αυτοκτόνησε
στον Πόρο.
Η
πόλη έκτοτε έχασε τη πολιτική της ανεξαρτησία και τη στρατιωτική της δύναμη,
ωστόσο, παραμένει μεγάλη και σπουδαία πόλη, όπως και σημαντικό πνευματικό-πολιτιστικό
κέντρο…. Το 317,“την Ελλάδαν πάσαν υπό Κασσάνδρου και Πτολεμαίου
καταδεδουλωμένη”, ορίζεται από τον βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο (γιό και διάδοχο του Αντίπατρου) ως
κυβερνήτης της Αθήνας ο επιφανής Αριστοτελικός και φίλτατος μαθητής του Θεόφραστου Δημήτριος ο Φαληρεύς.
(Πλούταρχου: “Δημήτριος”
8.1)
Με
το τίτλο “επιμελητής της πόλεως” ο Δημήτριος Φαληρέας κυβέρνησε αυταρχικά
την Αθήνα δέκα χρόνια (317-307), έχοντας
στήριγμα τη μακεδονική φρουρά, ενώ η διαφθορά και η έκλυση ηθών στη κοινωνία
γίνεται καθεστώς (στην Αθήνα του στήνουν ….360 ανδριάντες!).
Αλλά, το 307 η Αθήνα ζει μεθυστικές ημέρες,
νομίζοντας ότι απελευθερώνεται από ένα δικτάτορα… Ένας άλλος Δημήτριος, ο
μετά την πολιορκία της Ρόδου το 305 επονομαστείς
Πολιορκητής, ο νεαρός γιος του άρχοντα της Ασίας Αντίγονου του
Μονόφθαλμου, στα πλαίσια των ατελείωτων πολέμων των διαδόχων του Μ.
Αλεξάνδρου, κατέπλευσε με 25 καράβια
στον Πειραιά και διακήρυξε ότι εξ ονόματος του βασιλιά - πατρός του
απελευθερώνει την Αθήνα και επαναφέρει το πατροπαράδοτο της πολίτευμα. Η φρουρά
του Κάσσανδρου παραδίδεται, ο Δ. Φαληρέας
ανατρέπεται και μέσω Θήβας, που όπως και την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την
Κόρινθος κ.ά. ήλεγχε ο Πτολεμαίος Α΄, καταφεύγει στην Αίγυπτο, ενώ ο δήμος των
Αθηναίων δεν παρέλειψε τον καταδικάσει (ερήμην) σε θάνατο.
Οι
συνεργάτες της 10χρονης δικτατορίας του Φαληρέα διώκονται και μεταξύ αυτών οι
“Περιπατητικοί”, όπως περίπου είχε γίνει, πριν σχεδόν 100 χρόνια, με τη
καταδίκη του Σωκράτη, μετά την κατάλυση του καθεστώτος των “30 τυράννων”.
Ο εύπιστος λαός πανηγυρίζει άλλη μια φορά, όμως η χαρά του δεν θα βαστούσε
πολύ, γιατί και οι νέοι δυνάστες δεν είναι λιγότερο αυταρχικοί και μεγαλομανείς
από τους προηγούμενους……
Ο
Επίκουρος ήταν Αθηναίος πολίτης. Ο πατέρας του, από τον δήμο Γαργηττού
με καταγωγή από το παλιό επιφανές Αθηναϊκό γένος των Φιλαϊδών, συμμετείχε στον
αποικισμό της Σάμου, όπου ο Επίκουρος ανατράφηκε.
«Επίκουρος
Νεοκλέους και Χαιρεστράτης, Αθηναίος, των δήμων Γαργήττιος, γένους του των
Φιλαϊδών... κληρουχησάντων Αθηναίων την Σάμον εκείθι τραφήναι». (Διογένης Λαέρτιος
Χ, 1)
Ο Επίκουρος
ήρθε από νωρίς σε επαφή με την φιλοσοφία, από τον φιλόσοφο και ρήτορα, μαθητή
του Πύρρωνα, τον Ναυσιφάνη, στην επί των
ακτών της Ιωνίας πόλη Τέω. Στράφηκε προς
τις θεωρίες του Δημόκριτου. Σε ηλικία 18 ετών μετέβη στην Αθήνα για την στρατιωτική
και πολιτική του θητεία, που έκανε μαζί με τον μετέπειτα συγγραφέα Μένανδρο.
Για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια της ζωής του δεν έχουν διασωθεί αρκετές
πληροφορίες. Αργότερα, δημιούργησε δικό του φιλοσοφικό κύκλο στη Μυτιλήνη και
μετά στη Λάμψακο. Επέστρεψε στην Αθήνα το 307/6,
σε ηλικία 34 ετών, και αγόρασε μια
έκταση στην Αθήνα ανάμεσα στο Δίπυλο και την Ακαδημία.
Ξεπερνώντας
τις δύσκολες του καιρού του περιστάσεις, χωρίς στήριξη από πουθενά…
Το
καθεστώς της (άμεσης) δημοκρατίας ήταν ισχνή ανάμνηση στη πόλη, τον κόσμο
καταδυνάστευαν ηρωποιημένοι -
θεοποιημένοι φαύλοι κυβερνήτες. Συνεπακόλουθα, υπήρχε πνευματική και ηθική παρακμή….
ο Επίκουρος αποφασίζει το 306, στο χώρο που
είχε αγοράσει, να ιδρύσει φιλοσοφική σχολή τον «Κήπο».
Εκεί, δίδαξε για 35 χρόνια, ζώντας ήσυχα και λιτά. Μαθητές του άνδρες,
γυναίκες, εταίρες και δούλοι, που μετείχαν ισάξια στον «Κήπο». Πέθανε το
270 (72 χρόνων).
«Όταν
ο Επίκουρος ιδρύει τη σχολή του, τον “Κήπο” (306 π.Χ.), και άρχισε τη διδασκαλία του, η Ελλάδα είχε
καταντήσει προτεκτοράτο των Διαδόχων, που κουβάλησαν από την Ασία τον ανατολικό
δεσποτισμό. Στα μάτια τους η Αθήνα, και μαζί της η Ελλάδα, ήταν μια σατραπεία
και σαν τέτοια έπρεπε να κυβερνηθεί».
(Χαρ. Θεοδωρίδης: «Επίκουρος, Η αληθινή όψη του Αρχαίου
κόσμου» σελ. 86-99)
1.1) Αριστοτέλης:
“Τί
τὸ ὄν”
«Το ότι ανέκαθεν οι άνθρωποι
φιλοσοφούν, όχι για κάποιο πρακτικό σκοπό αλλά από θαυμασμό, είναι φανερό ήδη από τους πρώτους
φιλοσοφήσαντες».
“Ότι δ’ ου
ποιητική, δήλον εκ των πρώτων φιλοσοφησάντων. Διὰ γὰρ τὸ θαυμάζειν οἱ ἄνθρωποι
καὶ νῦν καὶ τὸ πρῶτον ἤρξαντο φιλοσοφεῖν”. (“Μετά
τα φυσικά” Α, 2 982 b 14-16)
«Φιλοσοφούν
και από έμφυτη επιθυμία απόκτησης της
γνώσης, κι αυτό το δείχνει η αγάπη προς τις αισθήσεις».
“Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει. Σημείον δ’ η των
αισθήσεων αγάπησις….”
(“Μετά
τα Φυσικά” Α, 980 a
21-22)
Ο Αριστοτέλης θεωρεί πρώτιστη και αποκλειστική
(“καὶ πρῶτον καὶ μόνον”) αναζήτηση της φιλοσοφίας: Το να μάθουμε τι
είναι το ον, δηλ. αυτό που αληθινά (πραγματικά) υπάρχει.
“….
Το δ’ ως αληθές ον, και το μη ον ως ψεύδος ….” (“Μετά
τα φυσικά” Ε, 21-22).
Είναι
δε το ον ταυτόσημο με την ουσία
των πραγμάτων (“ τί τὸ ὄν, τοῦτό ἐστι τίς ἡ οὐσία
”).
“Καὶ δὴ καὶ τὸ πάλαι τε καὶ νῦν καὶ ἀεὶ
ζητούμενον καὶ ἀεὶ ἀπορούμενον, τί τὸ ὄν, τοῦτό ἐστι τίς ἡ οὐσία.
Τοῦτο γὰρ οἱ μὲν ἓν εἶναί φασιν, οἱ δὲ πλείω ἢ ἕν, καὶ οἱ μὲν πεπερασμένα
οἱ δὲ ἄπειρα. Διὸ καὶ ἡμῖν καὶ μάλιστα καὶ
πρῶτον καὶ μόνον ὡς εἰπεῖν περὶ τοῦ οὕτως ὄντος θεωρητέον τί ἐστιν”. (“Μετά τα φυσικά” Z, 1028b, 3-9)
Εξετάζουμε τα αίτια και τις αρχές του όντος ως Όντος
(“Μετά
τα φυσικά” Ε 1028 a 3-6), κι’ αν είναι πολλές οι έννοιες που αποδίδουμε στο ον, και είναι πολλές,
πολλές θα είναι και οι σημασίες του:
«Το ον λέγεται πολλαχώς» (“Μετά τα φυσικά” Ε 1003 a 31)
Ενώ
ισχύει: “Ου πάν το
φαινόμενον αληθές”. (“Μετά τα φυσικά” Γ, 10210 b, 1)
Και είναι, της μεν Θεωρητικής (καθ’ αυτό) φιλοσοφίας τέλος (σκοπός) η αλήθεια (ταυτίζεται με την γνώση), της δε πρακτικής (αφορά τους εφαρμοσμένους κλάδους Πολιτική και Ηθική) το έργο.
Σωστά,
λοιπόν, καλούμε την
φιλοσοφία επιστήμη της αληθείας. Εντούτοις, πρέπει να γνωρίσουμε και τις “αιτίες”, καθόσον δεν επιστάμεθα το αληθές
χωρίς την αιτία του. Ορίζεται δε αλήθεια ως η εξίσωση της σκέψης προς τα πράγματα.
“Ορθώς δ’ έχει και το καλείσθαι την φιλοσοφίαν
επιστήμην της αληθείας. Θεωρητικής μεν τέλος αλήθεια, πρακτικής δε έργον.
Ουκ ίσμεν δε το αληθές άνευ της αιτίας”.
(“Μετά
τα φυσικά” Α, 993
b,21-26)
Οι Επιστήμες,
σύμφωνα με την Αριστοτελική ταξινόμηση, κατ’ ανταπόκριση στα τρία γένη οντότητας (πραγμάτων), διακρίνονται σε Θεωρητικές,
Πρακτικές, Ποιητικές:
1) Θεωρητικές / Η «καθαυτό
φιλοσοφία».
Είναι αυτές
που αποσκοπούν στη γνώση χάριν της ίδιας της γνώσης, που έχουν ως αντικείμενο
το καθόλου, το γένος.
Και αυτές είναι η Φυσική, η Μαθηματική, και η Θεολογική…..
«Δήλον τοίνυν ότι τρία γένη των θεωρητικών επιστημών εστί, φυσική, μαθηματική, θεολογική».
(“Μετά
τα φυσικά” Κ, 1064 b 1-2)
1.1) Μαθηματική. Ασχολείται με πράγματα (αριθμούς και σχήματα) αμετάβλητα και «ακίνητα μεν, ου χωριστά δ’
ίσως, αλλ’ ως εν ύλη». Βλ. κεφ. 5
1.2) Φυσική. Ασχολείται με πράγματα που
έχουν χωριστή ύπαρξη και είναι μεταβλητά, μελετώντας την κίνηση, την μορφή και την ύλη
τους. Βλ. κεφ. 3
1.3) Θεολογική, ή Πρώτη φιλοσοφία, ή Μεταφυσική.
Ασχολείται με πράγματα που έχουν χωριστή
ύπαρξη και είναι αμετάβλητα, δηλ. ουσίες που υπάρχουν, ανεξάρτητες από κάθε
σύνδεση τους με την ύλη. Μελετά πραγματικά χωριστές μορφές μη υπενδεδυμένες
ύλης. Οφείλει το όνομά της στο γεγονός ότι υπέρτατη καθαρή ουσία (είδος)
είναι ο Θεός.
Ο Αριστοτέλης ξέρει ότι η Μεταφυσική είναι τόπος προβλημάτων
και αποριών. Σε ορισμένα θέματα της έχουν διαμορφωθεί απόψεις, χωρίς να
εντάσσονται σε κάποιο γενικότερο σύστημα, ενώ υπάρχουν περιοχές της εξαιρετικά
σκοτεινές. Πάντως, αποφαίνεται ότι, είναι δυνατή μια επιστήμη της
Μεταφυσικής.
2) Πρακτικές /«Η
περί τα ανθρώπινα φιλοσοφία». Είναι όσες αποσκοπούν στη γνώση ως
γνώμονα συμπεριφοράς. Στον Αριστοτέλη, Ηθική και Πολιτική
συνιστούν ενιαίο σύνολο.
3) Ποιητικές.
Αποσκοπούν στη γνώση ως εργαλείο για την κατασκευή αντικειμένων χρήσιμων
(κατασκευές), είτε ωραίων (τέχνη). Βλ. κεφ. 9.2
(“Μετά τα φυσικά” Ε,
1025b, 18-1026 a
19)
Ο Αριστοτέλης, πέραν των Επιστημών, τις
οποίες εξετάζει ξεκομμένες από τις άμεσες ανάγκες της ζωής, μελέτησε και τις: α)
Διαλεκτική,
β) Αναλυτική (ως προπαιδευτικές
για την μάθηση), και γ) Ρητορική.
α) “Διαλεκτική” ονόμαζε την γενική μάθηση, που
συνεπάγεται η από κοινού εξέταση μεταφυσικών και λογικών ζητημάτων…….. Την
“διαλεκτική”, των Ζήνωνα και Πλάτωνα, θεωρούσε τέχνη, δια της οποίας
μπορεί κανείς να περιαγάγει τον αντίπαλο συνομιλητή του σε αντιφάσεις……
β) “Αναλυτική,” την μεθοδολογία του
συλλογισμού (Λογική, βλ. κεφ. 2.1).
γ)
“Ρητορική”, την τεχνική
δεξιότητα της ομιλίας, που ήλεγχε ως
δύναμη (βλ. 11.1).
Σημείωση 1η
Η “Πλατωνική
Διαλεκτική”
Ο Πλάτων, θεωρώντας ότι η γνώση δεν μπορεί να συλλεγεί
από την εμπειρία, στη μεγάλη πλειονότητα
των 36 φιλοσοφικών έργων του που γνωρίζουμε,
χρησιμοποιεί τον
κατά ερώτηση και απόκριση διάλογο (“διαλεκτική”), και όχι τον
συνεχή - διηγηματικό λόγο, εκτός από 2-3 μόνο έργα και στις επιστολές του όπου
είναι αφηγηματικός, ενώ στην Απολογία Σωκράτους χρησιμοποιεί τον δικανικό
λόγο …..
Κι’ αυτό, γιατί πιστεύει πως μέσω της διαλεκτικής
θα καταφέρει να ξεσκεπάσει την άγνοια, κι’ έτσι να θέσει την ψυχή σε
κίνηση, να της διεγείρει ακατασίγαστο έρωτα για την πέραν του
αισθητού κόσμου γνώση (…… ο έρως συνδέει
την ψυχή με τις ιδέες και με το ον, βλ. και σημ. 3, περί Αναμνήσεως,
κεφ.2.1), ώστε, τελικά, αυτή (δηλ. η ψυχή) να αντικρίσει την αλήθεια,
ως ανάμνηση από τον κόσμο των ιδεών, όπου, πριν
φυλακισθεί στο γήινό της σώμα, η ψυχή υπήρξε…..
Κατά τον Διογένη
Λαέρτιο: «Πρώτος που έγραψε
διαλόγους, λένε πως ήταν Ζήνων ο
Ελεάτης. Ο Αριστοτέλης όμως στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του «Περί
ποιητών» και ο Φαβωρίνος στα «Απομνημονεύματα» του βεβαιώνουν πως πρώτος
υπήρξε Αλεξαμενός ο Στυρεύς ή Τήιος. Κατά την γνώμη μου (δηλ. του Δ. Λ.) ο Πλάτων που ανήγαγε εις τελειότητα το είδος
αυτό, δικαιούται, μαζί με το λογοτεχνικό κάλλος που πρώτος του έδωσε, να
διεκδικήσει και τα πρωτεία της ευρέσεώς του.
Είναι δε ο διάλογος συζήτησις με
ερωταπόκριση για κάποιο φιλοσοφικό ή πολιτικό θέμα, με την οφειλόμενη προσοχή
στους χαρακτήρες των εισαγομένων προσώπων και την εκλογή του λεκτικού. Διαλεκτική
είναι η τέχνη της συζητήσεως, με την οποίαν ανασκευάζομε κάτι ή δημιουργούμε
μια πρόταση με ερωτήσεις και αποκρίσεις των συνομιλητών………».
(Δ. Λ. Γ-1 Πλάτων,
48)
Για τα συγγράμματα του ο Σταγειρίτης, είχε από πριν συλλέξει, τις
αναφέρει και έτσι διέσωσε, πολλές προγενέστερες κοινές λαϊκές αντιλήψεις και
γνωμικά σοφών ανδρών, όπως και σημαντικό
λαογραφικό - εθνογραφικό υλικό προηγούμενων πολιτισμών και της εποχής του.
Η Επιστήμη,
για τον Αριστοτέλη, είναι -συγχρόνως- η καθαρή γνώση των αιτιών και των αρχών, και δεν εξυπηρετεί
άλλο οποιοδήποτε σκοπό, είναι αυτοσκοπός.
Για να συγκροτηθεί η επιστημονική γνώση
χρειάζεται αφ’ ενός η ενορατική δύναμη του νου (=ικανότητα να γίνεται
αντιληπτό κάτι πέραν των αισθήσεων), αφ’ ετέρου η διασκεπτική
(=προσεκτική, συνετή) ενέργεια του λόγου (διάνοια/λογισμός).
Επιστήμη, άρα, είναι - συγχρόνως - ενόραση και διασκεπτικός λόγος.
Για τον Αριστοτέλη, ολοκληρωμένη μορφή
γνώσης είναι «η Θεωρητική γνώση των πρώτων αρχών και αιτίων». Η “Θεωρητική”,
ή καθ’ αυτό φιλοσοφία, είναι η επιστήμη της αληθείας, διότι αυτήν
(δηλ. την αλήθεια) έχει τέλος (δηλ. σκοπό). Ο φιλόσοφος απαιτείται να διαθέτει
δύναμη για έρευνα, ενόραση, και ικανότητα προς διανοητική-λογική σκέψη. Ο
σοφός, πρέπει να είναι και γνώστης των επιστημών. Σοφία είναι η γνώση των
πρώτων και γενικότατων αιτίων, η ευρύτερη δυνατή γνώση.
«Ότι μεν ουν η σοφία περί τίνας
αιτίας και αρχάς εστίν επιστήμη, δήλον».
(“Μετά τα φυσικά” Α, 982a,1)
Ανώτατο στάδιο που μπορεί να φτάσει άνθρωπος -με υπέρβαση- είναι
η
εξιχνίαση του οντολογικού νοήματος του κόσμου, ήτοι η “θεώρηση (= παρατήρηση, μελέτη,
στοχασμός, άποψη) των ειδών”……. Η Αριστοτελική έννοια: “Είδος” αντιστοιχεί
στην Πλατωνική “Ιδέα” (βλ. πιο κάτω).
Οι θεωρητικές επιστήμες
είναι ανώτερες των εμπειρικών – χειροτεχνικών.
«…. διό καί τούς άρχιτέκτονας περί έκαστον τιμιωτέρους καί μάλλον είδέναι νομίζομεν τών χειροτεχνών καί σοφωτέρους, ότι τάς αίτίας τών ποιουμένων ίσασιν». (“Μετά τα φυσικά” Α, 981a,33)
Άρα: Φιλοσοφία (και όταν ο Αριστοτέλης
λέει φιλοσοφία εννοεί την «καθαυτό φιλοσοφία») είναι, η ειδητική
(δηλ. η αφορώσα το “είδος”) θεώρηση (άποψη) του κόσμου, η απαλλαγμένη κάθε πρακτικού -
ωφελιμιστικού σκοπού……
Προνόμιο και ενασχόληση των ολίγων
εκλεκτών, λοιπόν, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εξής
αναφορά στον Πλούταρχο (Αλέξανδρος 7):
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, σε επιστολή του
προς τον δάσκαλό του Αριστοτέλη που του έστειλε από την Ασία, του γράφει για
κάποιο εγχειρίδιο φιλοσοφικών συζητήσεων που επρόκειτο να κυκλοφορήσει,
υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν πρέπει να γίνει, γιατί….. η φιλοσοφία είναι
επιστήμη για τους εκλεκτούς.
(ΔΗΜ. ΤΣΙΜΠΟΥΚΙΔΗ: “Μακεδόνες
πολέμαρχοι… /Αντίπατρος του Ιολάου”, σελ. 129-176)
Αντίθετα, η «Περί τα ανθρώπινα φιλοσοφία -
Πρακτικές Επιστήμες», ένας πολύ σημαντικός
τομέας που ο Σταγειρίτης
μελέτησε – προήγαγε, με αξιοθαύμαστο τρόπο, μέθοδο και ρεαλισμό, έχει να κάνει
με την αποκτώμενη γνώση - οδηγό της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δηλ. την Ηθική και
την Πολιτική, αυτές θεωρώντας τις ενιαίο σύνολο.
Ο
Αριστοτέλης κατατάσσει όλα τα δεδομένα της πραγματικότητας σε 10 καθολικότατα γένη,
τα οποία ονομάζει “Κατηγορίες”. Οι “Κατηγορίες”
είναι λογικά, συγχρόνως και οντολογικά, στοιχεία που καθορίζουν την υφή
των αντικειμένων της εμπειρίας. Οι 10 Κατηγορίες είναι:
Ουσία, Ποσόν, Ποιόν, Προς τι, Που, Πότε, Κείσθαι, Έχειν, Ποιείν, Πάσχειν.
Ο Αριστοτέλης απέρριπτε το χωρισμό των αισθητών από τις αντίστοιχες “Ιδέες”, δεν πίστευε δηλ. στην αυτοτελή υπόσταση τους, θεωρώντας ότι οι τελευταίες ενυπάρχουν στα αισθητά αντικείμενα ως “Είδη”.
Σημείωση
2η
Ο Πλάτων πίστευε ότι οι “Ιδέες” αποτελούν την
ουσία των όντων και τις διέκρινε από τα αισθητά όντα, για τα οποία έλεγε ότι
έχουν κατασκευαστεί από τον Δημιουργό με πρότυπα τις “Ιδέες” (ή όπερ το αυτό, όλα τα
πράγματα είναι αντίγραφα αυτών). Και, με δεδομένη αυτή τη σχέση, τα όντα
“μετέχουν” – “μεταλαμβάνουν” των ιδεών. Ιδέα είναι
η όψη που παρέχει το όν βλέποντάς το (θεωρούμενο)
δια λογισμών – ομμάτων της ψυχής (“ανάμνηση” της ψυχής).
Η πρώτη σημασία
και των δύο λέξεων: “Ιδέα” και “Είδος”, παραπέμπει
στην δια της οράσεως συλλαμβανόμενη μορφή. Τις “Ιδέες” (επικοινωνούσες και αυστηρά ιεραρχημένες)
ο Πλάτων τοποθετούσε σε υπερουράνιο τόπο και ενυπάρχουσες στη θεία νόηση,
αρχέτυπα των όντων.
Η περί των “Ιδεών” του Πλάτωνα
θεωρία (Ιδεαλισμός) διαίρεσε τους φιλοσοφούντες σε δύο στρατόπεδα: Πλατωνιστές και αντι-Πλατωνιστές,
ή -όπως ο Καντ ονόμασε και έκτοτε καθιερώθηκε- σε Ιδεαλιστές και Υλιστές……
(Βλ. και κεφ. 7.1)
Στη νωπογραφία του Ραφαήλ: «Η σχολή των Αθηνών» (Βατικανό), ο “προσγειωμένος” Αριστοτέλης δείχνει τη γη, σε αντίθεση με τον “αιθεροβάμονα” Πλάτωνα που δείχνει τους ουράνιους τόπους των Ιδεών του, κρατώντας το βιβλίο του «ΤΙΜΑΙΟΣ». Η νωπογραφία φέρει υπογραφή: “Causarum Cognitio” / «Αιτίες Γνώριζε».
Διότι, έλεγε ο Αριστοτέλης, εφόσον
η «ιδέα» αποτελεί το «είναι» για κάθε αισθητό ον, πρέπει να έχει
άμεση παρουσία μέσα σ’ αυτό. Μια γενική έννοια στερείται οντολογικής
υποστάσεως, επομένως δεν νοείται ξέχωρα από το αντικείμενο στο οποίον
αναφέρεται. Άλωστε πως, αν οι «ιδέες» είναι απόμακρες, απρόσιτες,
ακίνητες, άφθαρτες κλπ., μπορούν μέσα στον αισθητό κόσμο να προκαλούν την
κίνηση και μεταβολή;
Η περί των “ειδών” Αριστοτελική
αντίληψη (δηλ. ότι τα “είδη” ενυπάρχουν στα αισθητά αντικείμενα), χαρακτηρίζεται σαν “κατέβασμα” των ιδεοκρατικών
στοιχείων στον πραγματικό κόσμο, στη γη, από τα επουράνια όπου τα είχε
ανεβάσει ο Πλάτωνας, και συνιστά την σημαντικότερη διαφοροποίηση των
φιλοσοφιών του μαθητή από τον δάσκαλο.
Ανάλογα λένε (Κικέρων κ.ά.) και
για το Σωκράτη, που “κατέβασε” τη φιλοσοφία από τον Ουρανό στη Γη.
Τρανταχτή
εξαίρεση απ’ αυτό το “κατέβασμα” αποτελούν οι ιδέες της καθαρής νόησης
και της θεότητας, απαλλαγμένες πάσης υλικότητας. Οπωσδήποτε, ο Θεός κατέχει την ύψιστη θέση μεταξύ των πάντων,
Πλατωνικών “ιδεών” / Αριστοτελικών “ειδών”.
Η
“(καθαυτό) φιλοσοφία” του Αριστοτέλη είναι ιδεαλιστική, με πολλές επιρροές από την Πλατωνική, της οποίας -κατά
πολλούς- αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα…… Ο νεοπλατωνικός Πορφύριος,
(232-301, από την Τύρο) συνέγραψε πραγματεία «Περί του μίαν είναι την
Πλάτωνος και Αριστοτέλους αίρεσιν»……. Ο Georg Hegel (1770-1831) έγραψε ότι
ο Σταγειρίτης υπήρξε περισσότερο ιδεοκράτης από τον δάσκαλό του……
….. Διακρίνονται, βέβαια, εξελικτικές
περίοδοι στην Αριστοτελική σκέψη, συγκεκριμένα τρεις:
Η Πλατωνική περίοδος (368-348), η μεταβατική (348-335), η της ωριμότητας (335-322).
Σημείωση 3η
Γεώργιου Γεμιστού: «Περί ων Αριστοτέλης προς
Πλάτωνα διαφέρεται».
Ο Γεώργιος Γεμιστός / είχε
επιλέξει να ονομάζεται Πλήθων (Κωνσταντινούπολη 1355 - Μυστράς 1452)
φιλόσοφος, από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές των ύστερων βυζαντινών χρόνων,
υπήρξε πρωτοπόρος της αναβίωσης του Πλατωνισμού στην Αναγέννηση. Κατά τη
διάρκεια της Συνόδου της Φερράρας -
Φλωρεντίας (1438-1439), η προσωπικότητα, η μόρφωση και η ευγλωττία του Πλήθωνα
εντυπωσίασε ιδιαιτέρως τους Ιταλούς ανθρωπιστές και μεταξύ αυτών τον ηγεμόνα
της Φλωρεντίας Κόζιμο των Μεδίκων.
Ο Γεμιστός – Πλήθων, κατά τη δίχρονη σχεδόν παραμονή του
στην Ιταλία πρόβαλε - διέδωσε τις Πλατωνικές ιδέες στην Ευρώπη. Έφερε σε επαφή με την κλασική φιλοσοφία και
ειδικά με τον Πλάτωνα τους πιο ονομαστούς λόγιους της Δύσης. Επηρέασε τον
Κόζιμο των Μεδίκων να ιδρύσει μία (νέα) Πλατωνική ακαδημία (Accademia
Platonica), η οποία από το 1459, υπό τον επιφανή ουμανιστή Μαρσίλιο Φιτσίνο, αναζωογόνησε
τον (νέο) πλατωνισμό, που επί
Χριστιανισμού είχε πέσει σε αφάνεια, καθοδηγώντας έτσι την Αναγέννηση προς την Πλατωνική ιδεολογία.
…… Ο Μαρσίλιο
Φιτσίνο πρώτος μετέφρασε στην λατινική γλώσσα, ερμήνευσε
και σχολίασε, όλα τα σωζόμενα έργα του Πλάτωνα, τις Ἐννεάδες του Πλωτίνου και
διάφορα άλλα νεοπλατωνικά έργα.
Το 1439
στη
Φλωρεντία, μετά από παράκληση ουμανιστών (ανθρωπιστών), ο Γεμιστός έγραψε
την πραγματεία: «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται»
(γνωστό στη Δύση ως “De Differentiis”), όπου εφιστά την προσοχή
των μελετητών σε θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ της αριστοτελικής και της
πλατωνικής φιλοσοφίας, παντού υπερασπιζόμενος τις διδασκαλίες του Πλάτωνα
ενάντια στην κριτική του Αριστοτέλη.
Ο Γεμιστός, στην Ηθική, επικρίνει τον
Αριστοτέλη επειδή απέδωσε πολύ υψηλή θέση στην ηδονή, αντί να την υποτάξει,
όπως έκανε ο Πλάτωνας, στην επιδίωξη του καλού. Επίσης, αντιτίθεται στη
διδασκαλία του Αριστοτέλη “περί μεσότητος”, σύμφωνα με την οποίαν η
αρετή αντιπροσωπεύει κάτι ενδιάμεσο μεταξύ δύο άκρων διότι, ισχυρίζεται, ένας
τέτοιος ορισμός καθορίζει την αρετή ποσοτικά και όχι σύμφωνα με την εγγενή της
ποιότητα, δηλ. την ουσία της…….. (βλ. Σημ. 5)
Δέχεται τον ντετερμινισμό, υποστηρίζοντας
ότι όλα όσα συμβαίνουν έχουν μια αιτία και συμβαίνουν αναγκαστικά. Επίσης, είναι ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στην αριστοτελική
μεταφυσική, η οποία θέτει τυχαία, μη ρυθμιζόμενα γεγονότα.
…… Αντίθετες
θέσεις εκπροσώπησε ο Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, ο οποίος έγραψε μια
πραγματεία προς υπεράσπιση του Αριστοτέλη. Ο Γεμιστός απάντησε με σφοδρή
αντίκρουση…..
Ο Γεμιστός υποστήριξε ότι ο αρχαίος
κόσμος ανέκαθεν έθετε τον Πλάτωνα πάνω από τον Αριστοτέλη, μόνον δε λόγω της
ολέθριας επιρροής του Ιμπν Ρούσντ (Αβερρόη), οι άνθρωποι της Δύσης (οι
θεολόγοι του Σχολαστικισμού, βασικά, με προεξάρχοντα Θωμά τον Ακινάτη) τοποθετήθηκαν υπέρ του Αριστοτέλη. Το έργο αυτό του Γεμιστού μεταφράστηκε αμέσως στα Λατινικά
και προκάλεσε πολλές συζητήσεις και εντάσεις ανάμεσα στους φίλους των δύο
μεγάλων αρχαίων στοχαστών που κράτησαν για δεκαετίες μετά τη Σύνοδο. Οπωσδήποτε
συνέβαλε στην αποδυνάμωση του Αριστοτελισμού και του Σχολαστικισμού, κυρίαρχων
μέχρι τότε αντιλήψεων στη Δυτική Ευρώπη.
…….. Σε
σχέση πάντως με το αντικείμενο της Συνόδου Φερράρας -
Φλωρεντίας (1438-1439) για την Ένωση των Εκκλησιών που επιζητούσε ο
αυτοκράτορας Ιωάννης Η' Παλαιολόγος, ο Πλήθων πίστευε στην αυτοτέλεια της
ελληνικής εκκλησίας και δεν αποδεχόταν τα πρωτεία του Πάπα. Έτσι, συντάχθηκε με
τους ανθενωτικούς των οποίων ηγήθηκε ο επίσκοπος Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός.
Όπως γράφει
ο Σίλβεστρος Συρόπουλος, που διέσωσε τα πρακτικά της Συνόδου, ο Πλήθων αναίρεσε πολλά από τα
επιχειρήματα των Λατίνων όπως την εκπόρευση του Αγιου Πνεύματος και εκ του Υιού
(Filioque) ως σοφιστείες και συνέβαλε στο να μην υποκύψουν σε ατιμωτικές
υποχωρήσεις οι ιεράρχες της Ανατολικής Εκκλησίας γι' αυτό δεν υπέγραψε το
τελικό κείμενο.
Σύμφωνα με το έργο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου "Γεννήθηκα στο 1402", έφυγε από τη Φλωρεντία μαζί με το Γεννάδιο και το Δημήτριο Παλαιολόγο για Βενετία κι απο κει για το Μυστρά τρεις βδομάδες πριν την πανηγυρική “ενωτική” θεία Λειτουργία στον καθεδρικό ναό Σαν Μαρία ντελ Φιόρε (6 Ιουλίου 1439) στην οποία ο μαθητής του Βησσαρίων απήγγειλε στα ελληνικά το “Σύμβολο τῆς Πίστεως” προσθέτωντας για πρώτη φορά τη φράση "και εκ του Υιού εκπορευόμενον".
1.2) Επίκουρος “Τα χρὴ μελετᾶν”
“Επίκουρος έλεγε την φιλοσοφίαν
ενέργειαν είναι λόγοις και διαλογισμοίς τον ευδαίμονα βίον περιποιούσαν”. (Σέξτος Εμπειρικός, “Τα
μαθηματικούς” ΧΙ 169)
Η
Επικούρεια φιλοσοφία, στοχεύοντας τα άλλη κατεύθυνση, απαντά διαφορετικά
στο πρωταρχικό ερώτημα τα φιλοσοφίας «Γιατί να φιλοσοφούμε;». Αντιπαρέρχεται
μεταφυσικούς διαλογισμούς για κάθε θεωρητική γνώση του ειδέναι, θεωρίες
που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, απορρίπτει στοχαστικές
αναζητήσεις, κενών περιεχομένου εννοιών, δηλ. ιδεών που βρίσκονται έξω από αισθητηριακή παρατήρηση και εμπειρία.
Τέτοιες
(υπερβατικές) έννοιες
είναι: “πρώτες αρχές και αίτια, όν, ουσία, ιδέες/είδη,
λόγος, νους, θεία δημιουργία και πρόνοια… κ.ά.”. “Θεωρητικές” (αναπόδεικτες
στη πράξη) γνώσεις προερχόμενες από τέτοιου είδους έννοιες είναι
άνευ αξίες και απορρίπτονται.
«Οὐ προσποιεῖσθαι δεῖ φιλοσοφεῖν, ἀλλ ὄντως
φιλοσοφεῖν οὐ γὰρ προσδεόμεθα τοῦ δοκεῖν ὑγιαίνειν, ἀλλὰ τοῦ κατ’ ἀλήθειαν ὑγιαίνειν». (Επ. Προσφώνησις 54)
«Ὁ
τῆς φύσεως πλοῦτος καὶ ὥρισται καὶ εὐπόριστός ἐστιν· ὁ δὲ τῶν κενῶν δοξῶν εἰς ἄπειρον
ἐκπίπτει».
(Κυρ. Δοξ. 15)
Στα
νεώτερα χρόνια, ο Alfred North Whitehead (1861-1947) έγραψε:
“Η σύγχρονη επιστήμη και φιλοσοφία δεν έχουν θέση για την έννοια τα ουσίας”.
Ο
Επίκουρος, όντας πεπεισμένος ότι: “Αρχάς είναι των όλων ατόμους και
κενόν, τα δ’ άλλα πάντα νενομίσθαι” (Δημόκριτος), με βάση τη
Δημοκρίτεια “Ατομική θεωρία”, πραγματοποίησε πρωτοπόρες εργασίες…… “Αρχές
και αίτια”, στα φυσικά φαινόμενα, τα μην αναζητούμε πέραν των ατόμων και του κενού…… “Ἀρχὴ
δὲ τούτων οὐκ ἔστιν, αἰτίων τῶν ἀτόμων οὐσῶν καὶ τοῦ κενοῦ’. (Προς Ηρόδοτο, 44)
Στην επιστολή “Προς Μενοικέα” διαβάζουμε ότι πρέπει να φιλοσοφούμε (να
μελετούμε, να ασχολούμαστε) για πράγματα που φέρνουν ευδαιμονία, αφού, όταν έχουμε
αυτή έχουμε τα πάντα, ενώ όταν απουσιάζει
κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.
«……μελετᾶν οὖν
χρὴ τὰ ποιοῦντα τὴν εὐδαιμονίαν, εἴ περ παρούσης μὲν αὐτῆς
πάντα ἔχομεν, ἀπούσης δὲ πάντα πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν» (Επ. Μ. 122)
Ο Επίκουρος
μεταξύ των ανθρωπίνων επιθυμιών διαστέλλει
τις φυσικές, και εξ αυτών τις αναγκαίες, από τις επί ματαίωι
επιθυμίες. Από δε τις φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες ξεχωρίζει ως
υπέρτερες την υγεία του σώματος και την αταραξία τα ψυχής, επειδή
αυτές ακριβώς συνιστούν τον σκοπό (τέλος) της ευτυχισμένης ζωής.
“…… Και για το λόγο αυτό λέμε ότι
η ηδονή (η ευχαρίστηση
που είναι συνέπεια μιας ευτυχισμένης ζωής) συνιστά αρχή και τέλος (σκοπό) της μακάριας ζωής. Διότι έχουμε συμπεράνει ότι η ηδονή
είναι πρωταρχικό και σύμφυτο αγαθό μέσα μας….”.
Θα διευκρινίσει ο Επίκουρος ότι όταν λέμε για τις
ηδονές που συνιστούν σκοπό τα ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και
αυτές που έχουν μόνο αισθησιακή απόλαυση, όπως νομίζουν μερικοί από άγνοια και
επειδή διαφωνούν με εμάς, ή είναι κακώς πληροφορημένοι, αλλά εννοούμε να μην
πονά το σώμα και να μην ταράσσεται η ψυχή.
«…..τὴν τοῦ σώματος
ὑγίειαν καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ἀταραξίαν, ἐπεὶ τοῦτο τοῦ μακαρίως ζῆν ἐστι τέλος…… καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος
λέγομεν εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν· ταύτην γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν
ἔγνωμεν…..» (Επ. Μ. 128-129)
«……. Ὅταν οὖν λέγωμεν ἡδονὴν τέλος ὑπάρχειν, οὐ τὰς τῶν ἀσώτων ἡδονὰς καὶ τὰς ἐν ἀπολαύσει κειμένας λέγομεν, ὥς τινες ἀγνοοῦντες καὶ οὐχ ὁμολογοῦντες ἢ κακῶς ἐκδεχόμενοι νομίζουσιν, ἀλλὰ τὸ μήτε ἀλγεῖν κατὰ σῶμα μήτε ταράττεσθαι κατὰ ψυχήν….» (Επ. Μ. 131-132)
Επομένως, στο θεμελιακό ερώτημα τα φιλοσοφίας που αφορά τον
σκοπό της, δίδονται τελείως διαφορετικές αποκρίσεις από τους δύο
φιλοσόφους:
Ο Αριστοτέλης
βλέπει την ανθρώπινη λαχτάρα για (καθαρή, υπερβατική, βαθιά κρυμμένη)
γνώση των πρώτων ουσιών και αιτίων, η οποία
είναι ιδεαλιστική αντίληψη
που αφορά ολίγους,
ο Επίκουρος
τη φυσική και αναγκαία επιθυμία του ανθρώπου για ηδονή και ευδαιμονία, η οποία
είναι αντίληψη πραγματιστική – ωφελιμιστική που αφορά τους πολλούς.
…… Οι θεωρίες των πιο πάνω δύο μεγάλων φιλοσόφων, στα επόμενα χρόνια -με διακυμάνσεις- θα επιβιώσουν και θα υιοθετηθούν από πολλούς διανοητές. Οι Αριστοτελικές ιδέες θα αξιοποιηθούν μεγάλως στον Μεσαίωνα και από την Δυτική εκκλησία, όμως θα καταρρεύσουν τον 17ο αι. Οι Επικούρειες θα επανέλθουν μετά από σιωπή και διαστρέβλωση αιώνων, ως συμβατές με τις φυσικές επιστήμες, θα εμπνεύσουν και νέες, όπως την θεωρία του σύγχρονου “Ωφελιμισμού” των (Jeremy Bentham) και John Stuart Mill, για την οποίαν η 17η σημείωση μας…..
2.1) Αριστοτέλους: “Αναλυτικά”
Ο Αριστοτέλης, επισημαίνει πιθανά
αντικείμενα επιστημονικής διερεύνησης το ότι,
το διότι, το ει εστίν, το τι εστίν, κ.ά.
Διεξοδικά αυτά αναλύονται στα «Αναλυτικά πρότερα», «Αναλυτικά ύστερα», «Τοπικά»,
κ.ά. έργα του, που αποτελούν τον κορμό τα Αριστοτέλειας γνωσιοθεωρίας (που αργότερα ονομάστηκε «λογική») και συνιστούσε προπαιδευτικό μάθημα τα κυρίως φιλοσοφίας.
Τα Αριστοτελικά «Αναλυτικά»
είναι μια φορμαλιστική κατασκευή με συνέπεια και λογική. Η μεθοδολογία και τα
πορίσματα της έως σήμερα διατηρούν την σπουδαιότητα τους.
Οι
όροι και οι κλάδοι: Γνωσιοθεωρία και Λογική καθιερώνονται
μεταγενέστερα.
Κατά τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, υπάρχουν δύο κύριοι,
θεμελιακά διαφορετικοί τρόποι κίνησης της σκέψης μέχρι το τελικό συμπέρασμα,
και αυτοί είναι η Απαγωγή και η Επαγωγή:
1) Ο Συλλογισμός (ή Παραγωγή,
ή Απαγωγή), είναι πορεία από το καθολικό στο επιμέρους.
Η “Απαγωγή” είναι λογική
“δίτιμη”, σημαίνει ότι κάτι είναι - οπωσδήποτε - είτε σωστό, είτε λάθος. Δίδει
και τον εξής ορισμό του Συλλογισμού: «Ἔστι δὴ συλλογισμὸς λόγος ἐν ᾧ τεθέντων τινῶν ἕτερόν
τι τῶν κειμένων ἐξ ἀνάγκης συμβαίνει διὰ τῶν κειμένων».
(“Τοπικά” Α΄, Κεφ. 1, 100 a)
2) Η Επαγωγή,
είναι πορεία, εξ αντιθέτου, από το επιμέρους στο καθολικό.
Η Απόδειξη,
θεωρεί ο Αριστοτέλης, είναι επιστημονικός συλλογισμός και από κάθε άποψη συνιστά
γνώση και όχι γνώμη. Η δε επιστήμη μεταβαίνει από το λιγότερο γνωστό
αλλά περισσότερο κατανοητό, στο περισσότερο γνωστό αλλά λιγότερο κατανοητό.
Κάθε διερεύνηση, με βάση την παραγωγική
συλλογιστική (“Απαγωγή”), ξεκινά από
μια προϋποτιθέμενη γνώση (“προκείμενη”), για
την οποίαν δεν υπάρχει προγενέστερη γνώση και συνεχίζεται αλυσιδωτά έως το
συμπέρασμα:
«Πάσα διδασκαλία και πάσα μάθησις
διανοητική εκ προϋπαρχούσης γίνεται γνώσεως».
(“Αναλυτικά Ύστερα”
Α 71 a 1)
Ως προς τον ορισμό της «αλήθειας»
θεωρεί ότι είναι η συμφωνία της νόησης προς τα πράγματα.
Ο Κόσμος κατά τον Αριστοτέλη, εφ’ όσον δεν μεσολαβεί
διανοητικό λάθος ή παθολογική διατάραξη της αισθησιακής και διανοητικής
λειτουργίας, είναι ακριβώς έτσι όπως τον αποκαλύπτει η αίσθηση
και ο “διασκεπτικός λόγος”.
Ο “διασκεπτικός λόγος” (νόηση), καθοδηγείται
από κανόνες, που υποδεικνύει η επιστήμη της Λογικής, και οι οποίοι βασίζονται
σε τρεις (3) υπέρτατες (πρώτες) Αρχές (Νόμους), οι οποίες,
αν και αναπόδεικτες (ως πρώτες), έχουν αδιαμφισβήτητη ισχύ και
αποτελούν την βάση κάθε αποδεικτικής διαδικασίας.
Και αυτές, οι τρεις πρώτες
αρχές, είναι:
1) Η «Αρχή της ταυτότητας».
Ανώτατη και θεμελιώδης αρχή κάθε φιλοσοφικού (επιστημονικού) δόγματος. Σημαίνει
ότι κάθε έννοια νοείται ίση προς εαυτήν, ή, προς το σύνολο των γνωρισμάτων της.
2) Η «Αρχή της μη αντίφασης».
Η ίδια ιδιότητα δεν μπορεί να ανήκει και να μην ανήκει στο ίδιο πράγμα κατά
τον ίδιο χρόνο και από την ίδια άποψη.
3) Η «Αρχή της του μέσου ή
τρίτου αποκλίσεως». Μια πρόταση, είτε είναι αληθής, είτε όχι αληθής
(αναληθής). Τρίτον τι αποκλείεται.
Οι δύο τελευταίες αρχές (αλληλοσυμπληρούμενες)
σημαίνουν ότι:
«Τὸ γὰρ αὐτὸ ἅμα ὑπάρχειν τε
καὶ μὴ ὑπάρχειν ἀδύνατον τῷ αὐτῷ καὶ κατὰ τὸ αὐτό».
(“Μετά τα Φυσικά”, βιβλ. Γ, κεφ. 3, 1005 b 19-20)
Οι “προκείμενες”
οφείλουν να είναι αληθείς, προγενέστερες, γνωριμότερες (πιο κατανοητές), “πρώτες” (αφού είναι αρχές), δηλ.
άμεσες και αναπόδεικτες, και –οπωσδήποτε–
να συνιστούν αίτια του συμπεράσματος. Ούτε χρειάζονται, ούτε αποδέχονται
απόδειξη οι “πρώτες αρχές”. Αν μπορούσαμε να τις αποδείξουμε, δεν θα τις
χαρακτηρίζαμε “πρώτες”.
Επισημαίνει ο Αριστοτέλης ότι το να ζητά
κανείς μια απόδειξη για τα πάντα σημαίνει ότι ζητά μιαν αναγωγή στο άπειρο,
αξίωση η οποία από την φύση της είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί. Επομένως δεν
πρέπει και να προβάλλεται, γιατί αυτό προδίδει έλλειψη λογικής παιδείας.
Πρέπει, λοιπόν, αναγκαίως, να αποδεχτούμε
κάποιες (άγνωστες-αναπόδεικτες λόγω αδυναμίας
αποδείξεως) προτάσεις ως αληθείς, προκειμένου να μην
συμπεράνουμε ότι η γνώση είναι αδύνατη. Έτσι, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις,
φαίνεται η γνώση να είναι εφικτή.
Πάντως, κατά την διαδικασία απόκτησης της διαγράφει έναν κύκλο
κατά το….. «έσχατον εν τη αναλύσει, πρώτον είναι εν τη γενέσει».
Παραμένει, ωστόσο, το ερώτημα: Με ποιο τρόπο η νόηση συλλαμβάνει, αυτές τις “πρώτες αρχές”, τις άμεσες και αναπόδεικτες, οι οποίες μάλιστα χρησιμοποιούνται ως “προκείμενες” σε παραγωγικούς (απαγωγικούς) συλλογισμούς;
Κατά
τον Αριστοτέλη οι “πρώτες αρχές της επιστήμης” συλλαμβάνονται με την Επαγωγή,
ή με την κατ’ αίσθησιν αντίληψη …..
……. «Και ούτε πρέπει να ζητούμε σε
όλα τα θέματα με τον ίδιο τρόπο την αιτία· Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι
αρκετό να παρουσιαστεί με σωστό τρόπο το “ότι”, όπως π.χ. στη περίπτωση των
πρώτων αρχών, όπου το “ότι” είναι η αφετηρία, η
πρώτη αρχή.
Από
τις πρώτες, τώρα, αρχές άλλες λαμβάνουμε με την επαγωγή, άλλες με την αισθησιακή
αντιληπτική ικανότητα, άλλες με ένα
είδος εθισμού (εξάσκησης) και άλλες με κάποιον άλλο τρόπο.
Την κάθε, πάντως, κατηγορία πρέπει να
προσπαθούμε να την ερευνήσουμε με τον τρόπο που προσιδιάζει στη φύση της·
πρέπει να προσπαθούμε να την καθορίζουμε σωστά, γιατί έχει μεγάλη σημασία για
ό,τι επακολουθεί. Όλοι ξέρουν ότι η αρχή
είναι κάτι παραπάνω από το ήμισυ του παντός, και πολλά από τα ερωτήματα που
θέτουμε διαφωτίζονται με την βοήθειά της».
“Oὐκ
ἀπαιτητέον δ᾽ οὐδὲ τὴν αἰτίαν ἐν ἅπασιν ὁμοίως, ἀλλ᾽ ἱκανὸν ἔν τισι τὸ ὅτι
δειχθῆναι καλῶς, οἷον καὶ περὶ τὰς ἀρχάς·
τὸ δ᾽ ὅτι πρῶτον καὶ ἀρχή. Τῶν ἀρχῶν δ᾽ αἳ μὲν ἐπαγωγῇ θεωροῦνται, αἳ δ᾽ αἰσθήσει,
αἳ δ᾽ ἐθισμῷ τινί, καὶ ἄλλαι δ᾽ ἄλλως. Μετιέναι δὲ πειρατέον ἑκάστας ᾗ
πεφύκασιν, καὶ σπουδαστέον ὅπως διορισθῶσι καλῶς· μεγάλην γὰρ ἔχουσι ῥοπὴν πρὸς
τὰ ἑπόμενα. Δοκεῖ γὰρ πλεῖον ἢ ἥμισυ τοῦ παντὸς εἶναι ἡ ἀρχή, καὶ πολλὰ συμφανῆ
γίνεσθαι δι᾽ αὐτῆς τῶν ζητουμένων.
(“Ηθικά Νικομάχεια” 1098 b 1-5)
Παρατηρείται ότι η περίπτωση της “κατ’ αίσθησιν αντίληψης πρώτων αρχών” βρίσκεται σε ασυμφωνία με τη βασική Αριστοτέλεια θέση: “Περί δε τα αληθείας ως ου παν το φαινόμενον αληθές” (“Μετά τα φυσικά” Γ, 1010 b-1)
Και αυτή η ασυνέπεια κλονίζει την αξιοπιστία
των “προκείμενων”, που οφείλουν να είναι πάντα ακράδαντες, και καθιστά
την “απαγωγή” έναν συλλογισμό εξ υποθέσεως.
Ο Αριστοτέλης, όμως, εξηγεί:
«Σε περιοχές όπου η σκέψη διαχωρίζει
με ευκολία τη μορφή από την ύλη, όπως στα Μαθηματικά,
ο νους αφού αντιληφθεί την αλήθεια, και σε μια μόνο περίπτωση, μπορεί να
συλλάβει την δυνατότητα εφαρμογής της αλήθειας σε όλες περιπτώσεις του είδους.
Σε περιοχές όπου ο διαχωρισμός της μορφής από
την ύλη είναι λιγότερο εύκολος είναι αναγκαία η “Επαγωγή” στις
περισσότερες περιπτώσεις. Ωστόσο, και στις δύο ως άνω
περιπτώσεις, προϋποτίθεται η ίδια “ενέργεια της νοήσεως”».
……. Πρέπει, λένε οι μελετητές της Αριστοτελικής φιλοσοφίας,
να έχει προηγηθεί πρόσληψη (επαγωγικώς) πολλών
παραστάσεων και αναμνήσεων στο Νου,
προκειμένου, κατά την αφύπνιση του πνεύματος, σχηματιστούν απ’ αυτές δι’
αφαιρέσεως οι γενικές έννοιες τα καθόλου
– οι πρώτες αρχές.
Πάντως, οι με την επαγωγή
από τα επιμέρους δημιουργούμενες (στη διανοητική
σφαίρα του Νου), καθολικές έννοιες (τα
καθόλου, οι πρώτες αρχές), στη
συνέχεια με απαγωγή, παράγουν νέα επιμέρους!
….. Ο Αριστοτέλης
στο ζήτημα: “Ενέργεια της νοήσεως”, δεν είναι απόλυτα συνεπής, παρατηρεί
ο καθηγητής David Ross (1877-1971), σελ.64. Άλλοτε η “ενέργεια
της νοήσεως” παρουσιάζεται ως έργο ενός “νου”, που ενώ βρίσκεται στη
ψυχή, δεν προέρχεται απ’ αυτήν, αλλά εισάγεται στην εμβρυακή ψυχή έξωθεν
(και είναι προφανής ο επηρεασμός της άποψης αυτής από τη
Πλατωνική θεωρία της “ανάμνησης”), άλλοτε παρουσιάζεται σαν η
τελική φάση μιας συνεχούς ανάπτυξης με αφετηρία την αίσθηση, δια της μνήμης και
της εμπειρίας».
(“Αναλυτικά ύστερα” Β 19, “Μετά τα φυσικά” Α 1)
Η Πλατωνική
“θεωρία της Ανάμνησης”…. Και ο “έρως”
Η “θεωρία της
ανάμνησης”, θεωρείται σημείο εκκίνησης
στη Δυτική φιλοσοφία για ενδελεχή μελέτη του ζητήματος τα ανεξάρτητης από την
εμπειρία γνώσης, τα “a priori” γνώσης, την οποίαν ο μεγάλος φιλόσοφος από το Καίνισμπεργκ, ο Immanuel Kant (1724 – 1804), σημαντικά
προήγαγε.
Στον διάλογο “Μένων” (ή Περί
αρετής πειραστικός), ο Πλάτωνας…….αυτός ο μέγας δεξιοτέχνης στη
δραματουργία (Ο χαρακτηρισμός είναι του Α. Ε.
Taylor)
έχει τον Σωκράτη να αφηγείται διδασκαλία, που έμαθε
«…… από ιερείς και ιέρειες που μπήκαν στο
κόπο να κατανοήσουν τα καθήκοντα που ασκούν» (“Μένων” 81α), ακόμα από τον Πίνδαρο (522–443) και τους ποιητές….
Σύμφωνα με την διδασκαλία αυτή, η ψυχή
είναι αθάνατη και η τωρινή ζωή της δεν είναι παρά ένα απλό επεισόδιο στην
ιστορία της! Κατόπιν τούτου, ο Σωκράτης συμπεραίνει ότι η ψυχή πρέπει να «έμαθε τα πάντα πριν από πολύ καιρό». Συνεπώς για να ξαναποκτήσει τώρα τη
γνώση κάποιου στοιχείου που λησμόνησε προσωρινά, χρειάζεται μόνο να «συγκεντρωθεί»
και να ακολουθήσει με επιμέλεια τα ενδείξεις που της παρέχει η «ανάμνηση».
Η
ανθρώπινη ψυχή, λοιπόν, πριν ενσαρκωθεί, είχε γνωρίσει και τις «Ιδέες»
στην καθαρότητά τους, αλλά ενσαρκωθείσα και υποταχθείσα στους φυσικούς νόμους, τις ελησμόνησε. Η μάθηση, άρα, για την απόκτηση
γνώσης, ερμηνεύεται σαν διεργασία «ανάκλησης στην μνήμη» , μια διαδικασία ανάμνησης.
«…… Επειδή λοιπόν η ψυχή είναι αθάνατος, και
έχει γεννηθεί επανειλημμένως, και έχει ιδεί όλα τα πράγματα, και εδώ και εις
τον Άδην, δεν υπάρχει τίποτε που να μη το έχει μάθει· ώστε δεν πρέπει ν’
απορήσωμεν εάν της είναι δυνατόν να ενθυμηθεί και ως προς την αρετή, και ως προς
άλλα πράγματα, αυτά που γνώριζε και από πριν…..».
«…..
Ἅτε οὖν ἡ ψυχὴ ἀθάνατός τε οὖσα καὶ πολλάκις γεγονυῖα, καὶ ἑωρακυῖα καὶ τὰ ἐνθάδε
καὶ τὰ ἐν Ἅιδου καὶ πάντα χρήματα, οὐκ ἔστιν ὅτι οὐ μεμάθηκεν· ὥστε οὐδὲν
θαυμαστὸν καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ ἄλλων οἷόν τε εἶναι αὐτὴν ἀναμνησθῆναι, ἅ γε
καὶ πρότερον ἠπίστατο». (Πλάτωνος, Μένων 81c)
Κατά τον Πλάτωνα, η “Ανάμνηση” των Ιδεών
προέρχεται από την ερωτική σχέση που είχε συνάψει με αυτές (δηλ. τις Ιδέες)
η ψυχή, σαν τις είχε αντικρύσει όταν το πρώτον διέτριβε στην Ουρανία
περιοχή (δηλ. στο αστέρι της, η κάθε μία ψυχή).
Για τις, ισάριθμες με τα άστρα, (αθάνατες)
ανθρώπινες ψυχές θα αναφερθούμε και στη 12η Σημείωση μας.
Κατά τον «θείο Πλάτωνα», λοιπόν, ο “έρως” συνδέει την ψυχή με τις Ιδέες
και το Όν.
Μέσω δε
της “Διαλεκτικής”, ο φιλόσοφος ενθυμείται το όραμα των Ιδεών,
κινούμενος από έρωτα.
Υπάρχει και ο γήινος – αισθησιακός
έρωτας, το αίσθημα που όλοι οι άνθρωποι (και θεοί) ξέρουν καλά!
Γι’
αυτόν, ο μέγας δραματουργός Πλάτων έχει δημιουργήσει την Πάνδημη
Αφροδίτη, για να τον αντιπροσωπεύει…..
……. Στο “Συμπόσιο” γράφει ότι κάποτε οι άνθρωποι
είχαν τρία φύλα τα οποία αποτελούνταν από διπλά σώματα με δυο πρόσωπα, τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια, δυο γεννητικά όργανα κι όλα τα υπόλοιπα ανάλογα, κι όσα θα
μπορούσε κανείς να φανταστεί σύμφωνα με τα παραπάνω:
Ήσαν οι Άντρες – οι Γυναίκες – τα Ανδρόγυνα. (Στο ανδρόγυνο ήταν
μαζί ενωμένα τα άντρας και μια γυναίκα). Οι άντρες είχαν ως προέλευση τον ήλιο,
οι γυναίκες τη Γη ενώ οι ανδρόγυνοι τη Σελήνη.
……. Αυτοί οι (διπλοί) άνθρωποι λόγω της
μεγάλης τους δύναμης προσπάθησαν να κατακτήσουν τον Όλυμπο και να υποτάξουν τους
θεούς! Ο Δίας αρχικά σκέφτηκε να τους κατακεραυνώσει, όμως δεν ήθελε να χάσουν
οι θεοί τις θυσίες που τους έκαναν. Έτσι αποφάσισε …… κούρασε τα το μυαλό του
για να βρει τη λύση….. να τα διαμελίσει, με αποτέλεσμα όλα τα σώματα να
χωριστούν στα δυο.
Οι άντρες που διαχωρίστηκαν (από
έναν άλλο άντρα) είναι οι ομοφυλόφιλοι, οι γυναίκες είναι οι λεσβίες, οι
ετεροφυλόφιλοι είναι το αποτέλεσμα τα τομής των «ανδρόγυνων». Από τότε οι άνθρωποι αναζητούν το άλλο
τους μισό, το ταίρι τους, λαχταρώντας πάλι να γίνουν ένα μ’ αυτό!....... «Έρωτα» ονομάζει ο Πλάτων τον πόθο της συνένωσης
με το έτερο μισό.
«ὁ Ἔρως ἡμῖν ἡγεμὼν καὶ στρατηγός. ᾧ μηδεὶς ἐναντία
πραττέτω – πράττει δ᾽ ἐναντία ὅστις θεοῖς ἀπεχθάνεται -…..»
Ωστόσο, προειδοποιεί ο
Πλάτων, αν επιμείνουμε στην άθρησκη συμπεριφορά τα, αν δε δείξουμε ευλάβεια
στους θεούς, άλλη μια φορά στα δυο ο Δίας θα μας κόψει πάλι, αφήνοντας μας
μονόχειρες και μισοπρόσωπους!
(Πλάτωνος “Συμπόσιο”, 189d- 193d, “Ο μύθος του ανδρόγυνου”)
Στο ίδιο Πλατωνικό έργο, ομιλεί η σοφή ιέρεια από τη Μαντίνεια Διοτίμα, στο Σωκράτη, για τον Έρωτα:
«Δαίμων
μέγας, Σωκράτη· γιατί βέβαια όλο το γένος των δαιμόνων είναι ενδιάμεσο ανάμεσα
σε θεούς και σε θνητούς…… ακόλουθος και υπηρέτης τα
Αφροδίτης…... γιος του Πόρου και τα Πενίας…..».
[u1] (Πλάτωνος “Συμπόσιο”, 201d-212c)
Ο Πλάτωνας είναι διάσημος για τους “μύθους” του, που έχουν - υποτίθεται - διδακτική αξία. Οι Πλατωνικοί μύθοι είναι (ίσως) θελκτικοί, οπωσδήποτε όμως δεν έχουν σχέση με τον φιλοσοφικό ορθολογισμό……
Έτσι, ακόμα
και η «Πολιτεία» του Πλάτωνα έχει χαρακτηριστεί από σπουδαίους μελετητές
-πιθανότατα- ως μια…… «κακόγουστη μακροσκελής φάρσα»!
Την έννοια του “θείου έρωτα” θα συναντήσουμε και στην Αριστοτελική φιλοσοφία. Ο Σταγειρίτης θεωρεί ότι το «Ακίνητο Κινούν/Θεός», πρέπει να παράγει κίνηση κατά τρόπο μη προσιδιάζοντα στη φύση, μ’ έναν τρόπο αφύσικο, δηλ. ως αντικείμενο επιθυμίας!
«…… κινεί δε ώδε το ορεκτόν και
το νοητόν….. κινεί δε ως ερώμενον….»
(Βλ.
κεφ. 7.3)
Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, αν/εφόσον
πραγματικά πιστεύει ότι η ψυχή προϋπάρχει και
είναι κάτοχος γνώσεων, αλλά κατά την
είσοδό της στο σώμα λησμονεί τα πάντα, θα υπολόγισε ότι μέσω ερωτήσεων, ή διά
του συνειρμού, μπορούν να ενεργοποιούνται ξανά γνώσεις που αυτή (η
ψυχή) κατέχει.
Έτσι δικαιολογείται
πως ο άνθρωπος αποκτά τη γνώση για πράγματα που δεν αποτελούν αντικείμενο αισθητηριακής αντίληψης.
Βέβαια, και η ίδια η αίσθηση πραγματεύεται το “καθόλου”,
δηλ. συλλαμβάνει τον καθολικό χαρακτήρα του αντικειμένου της, μολονότι δεν
διαχωρίζει το “καθόλου” από την “επί μέρους” εκδήλωση του. (“Αναλυτικά ύστερα” 87b 28, 100a 17)
Ο
Αριστοτέλης, ενώ αρχικά θεωρεί την “Επαγωγή”
διαδικασία όχι συμπερασμού αλλά άμεσης εποπτείας, σύντομα
οδηγείται να την αναγνωρίσει και ως συμπερασματική.
Ωστόσο,
η “Απαγωγή”, σταθερά,
παραμένει ν’ αντιστοιχεί στην αναλυτική μέθοδο, όπως είναι αυτή
των Μαθηματικών, διότι ο μαθηματικός, προκειμένου να αποδείξει ένα
θεώρημα, καταπιάνεται πρώτα από ένα άλλο που αποδεικνύεται ευκολότερα και το
οποίον ανάγεται σε κάποια πρώτη αρχή,
προκείμενη, ή αξίωμα, όπως θα έλεγε
ο Ευκλείδης.
Σημείωση 5η
Οι “4 βαθμίδες τα γνώσης,
στον Πλάτωνα”
Ο
Πλάτων διακρίνει τέσσερις βαθμίδες γνώσης, που, κατά σειρά από κάτω τα επάνω,
είναι:
α)
Η εικασία. Είναι οι σκιές και τα άλλα
απεικονίσματα του αισθητού κόσμου.
Β)
Η πίστις. Είναι τα αισθητά αντικείμενα, μέσα στη
φυσική-αντικειμενική πραγματικότητα.
Γ) Η διάνοια. Είναι ο χώρος των επιστημών,
οι οποίες (επιστήμες) βασίζονται σε αξιωματικές προτάσεις (τα αυτές των
μαθηματικών) που δεν φθάνουν ως τα
πρώτες αρχές των όντων, επομένως δεν συνιστούν νόηση, τα την
πλησιάζουν μέσω/δια άλλου τινός, άρα είναι δια-νόηση.
Δ)
Ο νους, όπου δια τα “Διαλεκτικής” έχουν
αναιρεθεί οι υποθέσεις τα δια-νόησης, βασιλεύει η σαφήνεια και η απόλυτη αλήθεια,
και -με τα μάτια τα ψυχής- αντικρίζεται η “Αρχή”, το “Εν”, το “Αγαθόν”. (Πλάτωνος,
Πολιτεία 509-511)
2.2) Οι Αισθήσεις στον Αριστοτέλη
“Αίσθηση” είναι η ικανότητα με
την οποίαν αντιλαμβανόμαστε την επενδεδυμένη με ύλη ουσία,
και είναι η μία από τα τέσσερις κύριες λειτουργίες της ψυχής, που είχε
αναγνωρίσει αρχικά ο Αριστοτέλης.
Οι άλλες τρείς είναι η θρέψη,
η κίνηση και η σκέψη…..
Η σκέψη
είναι εντελώς ανεξάρτητη από το σώμα (οι άλλες όχι), και δι’ αυτής (δηλ. της
σκέψης ή νόησης) συλλαμβάνουμε την έννοια της ουσίας. (Βλ. κεφ. 6 κ 7)
Την “Αίσθηση” ενός
πράγματος, ο Αριστοτέλης εννοεί ως πραγμάτωση του δυνάμει, της
προόδου του πράγματος προς “τον εαυτόν του και την εντελέχεια”,
αυτό που στα “Φυσικά” ονομάζει “τελείωση”.
Η εντελέχεια της αντίληψης συνιστά ταυτόχρονα και εντελέχεια του αντικειμένου.
Με την αίσθηση, ως διακριτική ικανότητα, με συνεχή εξέλιξη, οδηγούμαστε στα ανώτατα γνωστικά ενεργήματα. Το αισθητήριο όργανο δεν αντιλαμβάνεται την ύλη των αντικειμένων, αλλά την (επενδεδυμένη με ύλη) μορφή αυτών.
Τα πέντε αισθητήρια όργανα μεταδίδουν τις,
από τον έξω κόσμο, εντυπώσεις που λαμβάνουν σε κεντρικό όργανο που βρίσκεται
στην καρδιά, το οποίον διαμορφώνει την καθολική εικόνα του αντικειμένου (αισθησιακή
αντίληψη), η οποία είναι υποκειμενική.
Ο Αριστοτέλης ερευνά διάφορες λειτουργίες
του νου προερχόμενες από τις αισθήσεις…..
Πρώτο
αισθητικό, η αντίληψη των κοινών
αισθητών – “κοινή αίσθηση” (sensus communis), την οποίαν αντιλαμβάνεται, όχι σαν μια αίσθηση πέραν
των γνωστών πέντε, αλλά ως μια ενιαία ικανότητα – κοινή φύση και των πέντε
αισθήσεων, η οποία δρα με τρόπο μη εξειδικευμένο.
Κάτι σαν
παραπροϊόν τα “αίσθησης” είναι η “φαντασία”, η οποία
συνήθως λειτουργεί σαν χαθεί το αισθητό αντικείμενο. Από την “φαντασία”
προκύπτουν η μνήμη και η ανάμνηση. Παραπροϊόν της “φαντασίας”
είναι τα “όνειρα”, στην θεωρία των οποίων αναφέρει την κατά
τον ύπνο μαντική, όπου ο Αριστοτέλης ισορροπεί μεταξύ ευπιστίας και σκεπτικισμού.
Τις “αισθήσεις” ο Αριστοτέλης εννοεί και με ευρύτερη έννοια, π.χ. με την όραση (ως αντίληψη) αντιλαμβανόμαστε και πράγματα που δεν βλέπουμε στο σκοτάδι. Ωστόσο, δεν μένει απόλυτα συνεπής στην ιδέα της αίσθησης ως καθαρά νοητικής λειτουργίας χωρίς σύνδεση με φυσικά πράγματα, διότι, συνεχίζοντας, περιγράφει την αντίληψη ως διαδικασία κατά την οποίαν τα ανόμοια γίνονται όμοια και το αισθητήριο όργανο εξομοιώνεται με το αντικείμενο (Βλ. και κεφ. 6 Ψυχή – Νους)
Ο Αριστοτέλης διαιρεί τα αντικείμενα τα
αντίληψης σε τρείς κατηγορίες:
1) Στα αισθητά καθαυτά, τα
ιδιαίτερα σε κάθε αίσθηση, 2) στα κοινά
σε όλες τις αισθήσεις, και 3) στα αισθητά κατά συμβεβηκός, συνακόλουθα ενός ιδιαίτερου αισθητού….. Και μελετώντας
την φύση και τον αποδεικτικό νόμο τα
αντίφασης, κατέληξε να οδηγηθεί και σε θέσεις, που ξεφεύγουν από αυτές τα
απόλυτης αισθησιαρχίας, δηλ. τα υποκειμενικού ιδεαλισμού.
Έτσι, οδηγημένος από επαγωγικές
διερευνήσεις της αισθητής πραγματικότητας, αποδέχεται ότι η αισθητηριακή
αντίληψη, όταν δεν περιέχει συνειρμό και ερμηνεία (και δεν
μεσολαβεί παθολογική διατάραξη), είναι αλάθητη….όμως, συνιστά μια
έμμεση γνώση της ουσίας.
….. Στον αισθητό κόσμο είχε
στρέψει την προσοχή του και ο Πλάτων, στα έργα τα γεροντικής του ηλικίας «Τίμαιο»
και «Νόμους». Στη σύγχρονη εποχή,
η Φαινομενολογία του
Edmund Husserl (1859 –1938)….. Διότι, πρωτίστης σημασίας ζήτημα: «Σώζειν τα φαινόμενα»! Σημαίνει ότι οφείλουμε να δώσουμε εξήγηση στα
(εμπειρικά) δεδομένα του αισθητού κόσμου.
…… Την αρχή: «Σώζειν τα φαινόμενα»
εφάρμοσε ο αστρονόμος Κλαύδιος Πτολεμαίος (100-170 μ.Χ.) για να αιτιολογήσει το
αστρονομικό του μοντέλο των έκκεντρων κύκλων και επικύκλων στο μνημειώδες έργο του:
Η Μεγίστη ή Μαθηματική Σύνταξις,
ή όπως σώθηκε στα αραβικά Αλμαγέστη.
Για τον Αριστοτέλη, πάντως, η γνώση
για ένα πράγμα που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο, δηλ. με επαγωγική μεθοδική
αρχή, είναι πάθος του υποκειμένου, ξέχωρο από την ίδια
τη γνώση, είναι άρα μια υποκειμενική αντίληψη, ως σημειώσαμε και πιο
πάνω……
2.3) Ο Επικούρειος “Κανών”
Από την Επιστολή τα
Ηρόδοτο (Επ.Η, 37, 38, 36):
3)
«……Πρώτα Ηρόδοτε, πρέπει
να αντιληφθούμε τις έννοιες που συνδέονται με τις λέξεις, ώστε,
ανάγοντας σ’ αυτές τις έννοιες τις γνώμες, ή τα προβλήματα της έρευνας ή της
σκέψης, να μπορούμε να κρίνουμε και να μην μένουν όλα τα πράγματα αβέβαια για μας
και να χανόμαστε σε ατέρμονες ερμηνείες, ή να χρησιμοποιούμε λέξεις κενές
νοήματος……».
«Πρῶτον μὲν οὖν τὰ ὑποτεταγμένα τοῖς φθόγγοις, ὦ Ἡρόδοτε,
δεῖ εἰληφέναι, ὅπως ἂν τὰ δοξαζόμενα ἢ ζητούμενα ἢ ἀπορούμενα ἔχωμεν εἰς ταῦτα ἀναγαγόντες
ἐπικρίνειν, καὶ μὴ ἄκριτα πάντα ἡμῖν < ᾖ > εἰς ἄπειρον ἀποδεικνύουσιν ἢ
κενοὺς φθόγγους ἔχωμεν». (Επ.Η,
37)
3)
«Για
το λόγο αυτό είναι αναγκαίο η αρχική νοητική εικόνα που συνδέεται με την
κάθε λέξη να είναι φανερή και να μην χρειάζεται καθόλου απόδειξη, εάν
βέβαια θέλουμε να έχουμε κάποιο κριτήριο στο οποίο να μπορούμε να ανάγουμε το
αντικείμενο της έρευνας ή το θέμα της σκέψης ή τον σχηματισμό της γνώμης».
«Ανάγκη
γὰρ ταὸ πρῶτον ἐννόημα καθ’ ἕκαστον φθόγγον βλέπεσθαι, καὶ μηθὲν ἀποδείξεως
προσδεῖσθαι, εἴπερ ἕξομεν ταὸ ζητούμενον ἢ ἀπορούμενον καὶ δοξαζόμενον ἐφ’ ὃ ἀνάξομεν». (Επ.Η, 38)
3) «…….το πιο
βασικό γνώρισμα σε κάθε ακριβή γνώση είναι η ικανότητα να κάνει ταχεία χρήση της
παρατήρησης και της κατανόησης και αυτό μπορεί να γίνεται εάν όλα μπορούν να
αναχθούν σε στοιχειώδεις αρχές και τύπους».
«….. ἐπεὶ καὶ τοῦ
τετελεσιουργημένου τοῦτο κυριώτατον τοῦ παντὸς ἀκριβώματος γίνεται, τὸ ταῖς ἐπιβολαῖς
ὀξέως δύνασθαι χρῆσθαι, καὶ < τοῦτο γίνοιτ’ ἂν ἇπάντων > πρὸς ἁπλᾶ
στοιχειώματα καὶ φωνὰς συναγομένων». (Επ.Η, 36)
Με αυτές τα κατευθυντήριες θέσεις, στην Επικούρεια φιλοσοφία, οικοδομείται ολόκληρο το γνωσιολογικό τα σύστημα, που ονομάζεται «Κανονικόν», ή «Κανών». Ο «Κανών», είναι η Επικούρεια θεωρία τα γνώσης. Κάθε επιστήμη, ή κοσμοαντίληψη, εξάγει ασφαλή συμπεράσματα για τον άνθρωπο, μόνο στον βαθμό που χρησιμοποιεί τον Επικούρειο Κανόνα, ένα κανόνα χωρίς εξαιρέσεις!
Ξεκινάμε, πάντα, από το ξεκαθάρισμα των εννοιών, δηλ. την ακριβολογία των λέξεων και των εκφράσεων, προκειμένου να προχωρήσουμε στη γνώση, διαφορετικά μπορεί να γίνει παρανόηση…..
…… Η φυσική, η αρετή, η ηδονή,
η ευδαιμονία, κ.ά. έννοιες έχουν,
γενικά, άλλες σημασίες και σκοπούν
διαφορετικά στον Επίκουρο και στον Αριστοτέλη, παρότι πολλά στοιχεία τους
φαίνονται κοινά….
Με την αλήθεια των λέξεων, ως δηλωτική της
σημασίας τους, είχε ασχοληθεί και ο Πλάτων στο διάλογό του «Κρατύλος» ή «Περί
Ονομάτων Ορθότητος».
Γνωστό και το απόφθεγμα του κυνικού φιλόσοφου Αντισθένη:
«Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις»
(Αρριανός, στο «Επικτήτου διατριβάς», 1,17,12)
Σημείωση 6η:
Ο Αντισθένης
Ο Αντισθένης (444- 365), σύγχρονος
του Πλάτωνα, αρχικά ήταν μαθητής του Γοργία, έπειτα του Σωκράτη με τον οποίον
έμεινε δεμένος σε όλη του τη ζωή, παρών και στις τελευταίες του στιγμές, τον
αναφέρει παρόντα ο Πλάτων (Φαίδων 59β). Ο Πλάτων, λόγω αδιαθεσίας δεν
είχε παραστεί. Σε άλλα έργα του ο Πλάτων εκφράζεται υποτιμητικά
για τον Αντισθένη.
Ο Αντισθένης, γύρω στο 390, ίδρυσε
φιλοσοφική Σχολή στο ιερό άλσος του Ηρακλέους, στο Γυμνάσιο του Κυνοσάργους, γι’ αυτό και οι οπαδοί του
-και υπήρξαν πολλοί, επι αιώνες- ονομάστηκαν “Κυνικοί”.
Θεωρείται ότι ο “Κυνισμός” υπήρξε
πρόδρομος αναρχικο-σοσιαλιστικών ιδεωδών, και ότι απ’ αυτόν πήγασε η
λογικο-ηθική βάση του Στωικισμού,
Ο Αντισθένης
περιφρονούσε τις ανέσεις και τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπως ο Διογένης από
τη Σινώπη ο οποίος με το “έτσι θέλω” ήταν μαθητής του παρότι του είχε δηλώσει ότι δεν ήθελε (και απόδιωχνε)
μαθητές. Εναντιώθηκε στην “Περί των Ιδεών” θεωρία του Πλάτωνα, στην όλη
οντολογία Πλάτωνα και Παρμενίδη, δεχόμενος σαν πραγματικό μόνον αυτό που
βλέπουμε, αγγίζουμε ή άλλως πως αισθανόμαστε. Οι γενικές έννοιες, κατά τον Αντισθένη, στερούνται υποστάσεως, κάθε
πράγμα είναι αυτό που είναι - τίποτ’ άλλο, η ουσία των όντων είναι αδύνατον να
εκφραστεί με λογική κρίση, η πιθανότητα να οριστεί τι είναι ένα πράγμα («το
τι εστίν») είναι ανέφικτη……
Στον Σιμπλίκιο γράφεται ότι ο
Αντισθένης είπε στον Πλάτωνα: “Ω Πλάτων, ίππον μεν ορώ, ιππόττητα δε ουκ ορώ”. Και ο Πλάτων του απάντησε:
«Το ένα μάτι σου βλέπει
τον ίππο. Το άλλο σου μάτι, δεν έχει, ακόμα, αποκτήσει την ικανότητα να βλέπει
και την άλογη φύση του (την
“Ιδέα” του ίππου)».
Ο Αντισθένης υποστήριξε ότι η ιδεώδης
κατάσταση του ανθρώπινου πολιτισμού είναι ο κατά φύσιν βίος, και ότι μόνον η ευχαρίστηση,
που συνδέεται με την προσπάθεια και προκύπτει από ζωή ασκητική, μπορεί να
συμβάλει στην ευτυχία.
«Η ευχαρίστηση είναι ένα αγαθό και δεν
πρέπει να νιώθουμε ενοχές γι’ αυτήν».
Ο Κικέρων, στο “Περί της Φύσεως των
Θεών”, γράφει ότι ο Αντισθένης υπήρξε
από τους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους που υπερασπίστηκε τον μονοθεϊσμό…….. «Κατά
νόμον είναι πολλούς θεούς, κατά δε φύσιν ένα».
Ο «Επικούρειος Κανόνας» διδάσκει τα κριτήρια, δηλ. τους κανόνες τους οποίους πρέπει να ακολουθεί η γνώση, για να είναι ορθή. Συγκροτεί μεθοδολογία επιστημονικής έρευνας, που στοχεύει στη συναγωγή γνώσεων και συμπερασμάτων. Με εξαιρετικά αποτελέσματα εφαρμόζεται στην έρευνα φυσικών φαινομένων. Και αυτή η χρησιμότητα είναι καίρια στον Επικουρισμό, γιατί…..
ο Επίκουρος
πίστευε ότι χωρίς την επιστημονική γνώση της Φύσης, η οποία θεμελιώνεται πάνω στην
εγκυρότητα των αισθήσεων, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί το θεμέλιο τα Ηθικής,
δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί ο
άνθρωπος από το φόβο των θεών, από την διαταραχή που ασκούν στην ψυχή
του οι δεισιδαιμονίες και ο φόβος του θανάτου, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός τα
φιλοσοφίας του, που δεν ήταν τα παρά η ανθρώπινη ευδαιμονία.
Η μέθοδος του “Κανόνα” είναι “Επαγωγική” λογική (Inductive logic) δηλ. πηγαίνει “από το μερικό στο γενικό”, “από κάτω τα πάνω” (botton – up logic), και βασίζεται στην παρατήρηση με τις αισθήσεις.
Ενδεχομένως,
χρησιμοποιείται και η βοήθεια της “αναλογίας”, μέσω της οποίας
συμπεραίνουμε για αιτίες φαινομένων, κατ’
αναλογία με τις αιτίες
άλλων φαινόμενων που γνωρίζομε καλώς.
….. Είδαμε, η Αριστοτέλεια
λογική είναι, κυρίως και εξ αντιθέτου, “παραγωγική ή απαγωγική”
(Deductive logic, top –
down logic). Στηρίζεται σε “καθολικές αρχές”, ξεκινά από δεδομένες αρχικές
έννοιες – “θέσεις / προκείμενες”.
Πάντως, ο
Αριστοτέλης στις φυσικές του έρευνες, εκτιμά δεόντως και την “επαγωγική”
διαδικασία, ενώ και στις δύο περιπτώσεις, “απαγωγή” και “επαγωγή”, προϋποθέτει και την (επ)“ενέργεια της νοήσεως”».
Ο Επικούρειος “Κανόνας” περιλαμβάνει:
1. Τις δύο βασικές αρχές.
2. Τα 4
κριτήρια αλήθειας: Αισθήσεις – προλήψεις – πάθη – φανταστικές
επιβολές της διανοίας.
3. Την μεθοδολογία τα
επιμαρτύρησης ή αντιμαρτύρησης, και
4. Την αποδοχή
περισσότερων της μιας θεωριών.
1. Οι Δύο βασικές αρχές - αξιώματα:
- Η Αρχή διατηρήσεως της ύλης:
«Πρῶτον μὲν ὅτι οὐδὲν γίνεται
ἐκ τοῦ μὴ ὄντος» (Επ. προς Ηρόδοτο, 38)
- Η Αρχή της αναλογίας: Αν
όλα τα γνωστά επιμέρους στοιχεία δύο σωμάτων είναι όμοια,
τότε θα είναι όμοια και τα άγνωστα στοιχεία τους.
2. Τα Τέσσερα
κριτήρια της αλήθειας:
Αισθήσεις
– προλήψεις – πάθη – φανταστικές επιβολές της διανοίας.
Από την επιστολή προς Ηρόδοτο (Επ.Η,
38):
«Και επιπλέον πρέπει οπωσδήποτε να
κάνουμε τις έρευνες μας σύμφωνα με τις αισθήσεις
μας και συγκεκριμένα σύμφωνα με τις άμεσες παραστάσεις που μας δίνουν είτε ο
νους (επιβολές της διανοίας)
είτε οποιοδήποτε άλλο από τα κριτήρια, καθώς επίσης και σύμφωνα με τα συναισθήματα που υπάρχουν μέσα μας,
ώστε να μπορούμε με τη βοήθειά τους να βγάζουμε συμπεράσματα γι’ αυτά που
προσμένουν επιβεβαίωση και γι’ αυτά που είναι αφανή».
«Ἔτι
τε κατὰ τὰς αἰσθήσεις δεῖ πάντα τηρεῖν καὶ ἁπλῶς <κατὰ>
τὰς παρούσας ἐπιβολὰς εἴτε διανοίας εἴθ’ ὅτου δήποτε τῶν κριτηρίων,
ὁμοίως δὲ <κατά> τὰ ὑπάρχοντα πάθη, ὅπως ἂν καὶ τὸ προσμένον
καὶ τὸ ἄδηλον ἔχωμεν οἷς σημειωσόμεθα»..
(Επ. Ηρ., 38)
- Οι αισθήσεις
Στην Επικούρεια Ηθική, οι αισθήσεις μπορούν να
θεωρηθούν ως φορείς της ζωής, αφού θάνατος
είναι η στέρηση των αισθήσεων (Προς Μενοικέα, 124).
«……ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει·
στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος….».
Από
τις «Κύριες Δόξες» (23 και 24):
-
«Αν μάχεσαι
ενάντια σε όλες τις αισθήσεις, δεν θα έχεις ούτε εκείνες στις οποίες
(στηριζόμενος) θα κρίνεις ότι διαψεύσθηκες σε κάτι, κάνοντας την αναγωγή».
«Εἴ μάχῃ πάσαις ταῖς αἰσθήσεσιν, οὐχ ἕξεις οὐδ’ ἃς ἂν φῇς
αὐτῶν διεψεῦσθαι πρὸς τί ποιούμενος τὴν ἀναγωγὴν κρίνῃς».
(Κ.Δ. 23)
- «Αν απορρίπτεις γενικά την αίσθηση και δεν διαχωρίσεις τη γνώμη
για κάτι, που περιμένει επιβεβαίωση από αυτό που είναι ήδη παρόν (και επομένως
αισθητό) στην αίσθηση, στα πάθη, και στην κάθε φανταστική επιβολή της
διανοίας, θα συνταράξεις και τις υπόλοιπες αισθήσεις με μια λάθος γνώμη,
έτσι ώστε θα οδηγηθείς να απορρίψεις κάθε κριτήριο.
Εάν θεωρήσεις βέβαιο και κάθε τι που
περιμένει επαλήθευση πάνω στις υποκειμενικές έννοιες και αυτό που δεν έχει την
επιμαρτύρηση, δεν θα αποφύγεις την διάψευση, επειδή θα έχεις διατηρήσει κάθε
αμφισβήτηση σε κάθε σου κρίση περί του ορθού ή του μη ορθού».
«Εἴ
τιν’ ἐκβαλεῖς ἁπλῶς αἴσθησιν καὶ μὴ διαιρήσεις τὸ δοξαζόμενον
κατὰ τὸ προσμένον καὶ τὸ παρὸν ἤδη κατὰ τὴν αἴσθησιν καὶ τὰ πάθη καὶ πᾶσαν
φανταστικὴν ἐπιβολὴν τῆς διανοίας, συνταράξεις καὶ τὰς λοιπὰς αἰσθήσεις τῇ ματαίῳ
δόξῃ, ὥστε τὸ κριτήριον ἅπαν ἐκβαλεῖς. εἰ δὲ βεβαιώσεις καὶ τὸ προσμένον ἅπαν ἐν
ταῖς δοξαστικαῖς ἐννοίαις καὶ τὸ μὴ τὴν ἐπιμαρτύρησιν, οὐκ ἐκλείψεις τὸ
διεψευσμένον· ὡς τετηρηκὼς ἔσῃ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν κατὰ πᾶσαν κρίσιν τοῦ ὀρθῶς ἢ
μὴ ὀρθῶς». (Κ.Δ. 24)
Στην επιστολή προς Ηρόδοτο (50) διαβάζουμε:
«……. Και κάθε εικόνα που
προσλαμβάνουμε με ενεργητική αντίληψη από μέρους του νου ή από μέρους των
αισθήσεων, είτε πρόκειται για το σχήμα ή για τις ιδιότητες, αυτή η εικόνα είναι
(εννοεί: αυτή η εικόνα είναι η πραγματική, ως προς) το σχήμα ή
οι ιδιότητες του στερεού αντικειμένου
και παράγεται από τη συνεχή επανάληψη της
εικόνας ή του αποτυπώματος που έχει αφήσει.……..
Το σφάλμα ή η πλάνη βρίσκεται πάντοτε στην
προσθήκη της γνώμης σε σχέση με αυτό που προσμένει είτε επιβεβαίωση είτε μη
διάψευση. Το σφάλμα ή η πλάνη
βρίσκεται πάντοτε στην προσθήκη της γνώμης σε σχέση με αυτό που προσμένει είτε
επιβεβαίωση είτε μη διάψευση, και ύστερα δεν επιβεβαιώνεται ή διαψεύδεται……».
«…… Καὶ
ἣν ἂν λάβωμεν φανταςίαν ἐπιβλητικῶς ταῇ διανοίᾳ ἢ τοῖς αἰσθητηρίοις εἴτε μορφῆς
εἴτε συμβεβηκότων, μορφή ἐστιν αὕτη τοῦ στερεμνίου, γινομένη κατὰ
ταὸ ἑξῆς πύκνωμα ἢ ἐγκατάλειμμα τοῦ εἰδώλου· ταὸ δὲ ψεῦδος καὶ ταὸ διημαρτημένον
ἐν ταῷ προσδοξαζομένῳ ἀεί ἐστιν <ἐπὶ τοῦ προσμένοντος> ἐπιμαρτυρηθήσεσθαι
ἢ μὴ ἀντιμαρτυρηθήσεσθαι, εἶτ’ οὐκ ἐπιμαρτυρουμένου <ἢ ἀντιμαρτυρουμένου>…..».
(Επ. Η., 50)
Η αντίληψη, λοιπόν, που αποκτούμε για τα
πράγματα, μέσω των αισθητηρίων οργάνων τους, δηλ. η εικόνα που μας δίνουν
οι αισθήσεις (μετά το φιλτράρισμα τους
στην νόηση) – σε σχέση με την ανθρώπινη υπόσταση – αυτή είναι και η ουσία
των πραγμάτων.
…… Η
ιδεαλιστική φιλοσοφία, από τον Ηράκλειτο έως τον Πυθαγόρα, τον Παρμενίδη, τον
Πλάτωνα ….. ο οποίος έφτασε μέχρι του σημείου να θεωρεί τα επίγεια σαν ξεπεσμό
και άτεχνη απομίμηση αντίστοιχων ουράνιων Ιδεών, και τον Αριστοτέλη,
θεωρούν ότι οι αισθήσεις ξεγελούν τον
άνθρωπο, άρα, δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σ’ αυτές.
Και σ’
αυτή την άποψη, τα δεν θα περίμενε ίσως κανείς, συμφώνησε και ο Δημόκριτος…..
Την εγκυρότητα των αισθήσεων, ο Επίκουρος υποστήριξε ανεπιφύλακτα και μετ’
επιτάσεως, μάλιστα σε σφοδρή αντιπαράθεση με τις φιλοσοφικές σχολές. Και δεν
υπάρχει σφάλμα στις αισθήσεις …..“μηδέποτε
ψευδομένης της αισθήσεως…” (Σέξτος
Εμπειρικός “Τα λογικούς” Β΄
185)
…… παρεκτός
αν δημιουργηθεί μέσα μας, κατά την νοητική ενεργητική επεξεργασία των εικόνων,
και έτσι δημιουργηθεί πλάνη, αν δεν υπάρξει επιβεβαίωση ή διάψευση.
«Ο Καρλ Μαρξ και ο Λένιν,
ως το πρόβλημα της γενέσεως της γνώσεως απεδέχθησαν άνευ της παραμικράς
τροποποιήσεως τας διδασκαλίας του Επικούρου. Τα σημειωθεί και ότι, ως προς την
εκτίμησιν της γνωσιολογικής αξίας των δεδομένων των αισθήσεων, διαφωνεί ο
Επίκουρος προς τον Δημόκριτον, όστις είχε τονίσει τον υποκειμενικόν
χαρακτήρα ωρισμένων αισθησιακών δεδομένων».
(Κ. Δ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ: Ιστορία της
Ελ. Φιλοσοφίας, σελ. 426-427)
- Οι προλήψεις:
Οι προλήψεις (όρος που εισήχθη στη φιλοσοφική
ορολογία, το πρώτον, από τον Επίκουρο) είναι έννοιες αποθηκευμένες στου νου, προερχόμενες
από επανειλημμένες αισθητηριακές αντιλήψεις…
«…μνήμην του πολλάκις έξωθεν φανέντος…» (Δ.Λ.
Χ, 31)
- Τα πάθη: Είναι τα συναισθήματα: Πόνος – Ηδονή (Βλ. κεφ. 9.10
- Οι φανταστικές επιβολές της διανοίας:
Είναι
διορατικές συλλήψεις του νου, χωρίς αισθητηριακή παρεμβολή – διαμεσολάβηση,
είτε εστιάσεις του νου σε νοητικές εικόνες. Συμβαίνει, όταν λεπτοφυή είδωλα ατόμων αδυνατούν
να παραληφθούν από τις αισθήσεις μας, και τα αντιλαμβάνεται μόνον ο νους (κι’
αυτό δύσκολα, στον ύπνο ευκολότερα), ενεργώντας σαν αισθητήριο όργανο.
Η φανταστική επιβολή τα διανοίας μπορεί να θεωρηθεί ως διανοητική ενόραση, δια τα οποίας αποκτούμε αντίληψη πραγμάτων-όντων κειμένων πέραν των ορίων τα εποπτείας.
Από την επιστολή προς Ηρόδοτο (Επ.Η, 51):
«Διότι και η ομοιότητα μεταξύ των
πραγμάτων που υπάρχουν, και τα οποία ονομάζουμε πραγματικά, και των εικόνων που
λαμβάνουμε ως ομοιώματα των πραγμάτων και παράγονται είτε στο ύπνο είτε μέσω
κάποιων άλλων πράξεων αντίληψης από μέρους του νου ή των άλλων κριτηρίων, δεν
θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, εκτός αν υπήρχαν κάποιες εκπομπές με αυτή τη φύση
που πραγματικά να έρχονται σε επαφή με τα αισθήσεις μας. Και δεν θα υπήρχε
σφάλμα, εκτός εάν και κάποιο άλλο είδος κίνησης δημιουργείτο μέσα μας,
συνδεδεμένο στενά με την νοητική ενεργητική αντίληψη των εικόνων, αλλά που
διαφέρει από αυτήν.
Και αυτό [που συνδέεται με την ενεργητική
αντίληψη, αλλά διαφέρει από αυτήν] εάν δεν επιβεβαιώνεται ή διαψεύδεται,
δημιουργεί την πλάνη, αλλά εάν επιβεβαιώνεται, ή δεν διαψεύδεται, είναι το
αληθές».
«Ἥ τε γὰρ ὁμοιότης τῶν φαντασμῶν οἱον εἰ ἐν εἰκόνι λαμβανομένων ἢ
καθ’ ὕπνους γινομένων ἢ κατ’ ἄλλας τινὰς ἐπιβολὰς ταῆς διανοίας ἢ τῶν λοιπῶν
κριτηρίων οὐκ ἄν ποτε ὑπῆρχε τοῖς οὖσί τε καὶ ἀληθέσι προσαγορευομένοις, εἰ μὴ ἦν
τινα καὶ τοιαῦτα προσβαλλόμενα· τὸ δὲ διημαρτημένον οὐκ ἂν ὑπῆρχεν εἰ μὴ ἐλαμβάνομεν
καὶ ἄλλην τινὰ κίνησιν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς συνημμένην μὲν <τῇ φανταστικῇ ἐπιβολῇ,>
διάληψιν δὲ ἔχουσαν· κατὰ δὲ ταύτην [τὴν συνημμένην τῇ φανταστικῇ ἐπιβολῇ, διάληψιν
δὲ ἔχουσαν], ἐὰν μὲν μὴ ἐπιμαρτυρηθῇ ἢ ἀντιμαρτυρηθῇ, τὸ ψεῦδος γίνεται· ἐὰν δὲ
ἐπιμαρτυρηθῇ ἢ μὴ ἀντιμαρτυρηθῇ, ταὸ ἀληθές». (Επ.Η.,
51)
Επικούρειοι δάσκαλοι του 1ου π.Χ. αι. περιγράφουν
περιπτώσεις όπου φαινόμενο, ως ένδειξη του αδήλου πράγματος (δηλ.
αντικειμένου έξω της εμπειρίας) και όχι ως το πραγματικό είδωλο του, συν-εδρεύει
σταθερά στο νου (“συνεδρεύον
αχωρίστως”).
Ερευνούν (και αντιπαρατίθενται με τους
Στωικούς), όπως ο Ζήνων ο Σιδώνιος, με μεθοδολογία αναλογική και επαγωγικούς συλλογισμούς. Το
ίδιο και ο μαθητής του Φιλόδημος
ο Γαδαρηνός, στο σύγγραμμά του “Περί σημείων”, μετερχόμενος το «κριτήριο τα αδιανοησίας»…..
«Κάτι που στερείται κάθε ομοιότητας με το
φαινόμενο είναι αδιανόητο» (Φιλόδημος)
Η “Περί σημείων” θεωρία -υπόθεση θα αποδειχθεί γόνιμη, μάλιστα στη νεώτερη φιλοσοφική έρευνα δημιούργησε, ως κλάδο της, την «Σημειωτική ή Σημειολογία».
3. Η Μεθοδολογία της
επιμαρτύρησης ή της αντιμαρτύρησης:
Συνιστά
εμπειρική μέθοδο, απαραίτητη προϋπόθεση,
στον έλεγχο και για την αποδοχή (ή την
απόρριψη) κάθε πρότασης….
«ἂν
μὲν γὰρ ἐπιμαρτυρῆται ἢ μὴ ἀντιμαρτυρῆται, ἀληθῆ εἶναι· ἐὰν δὲ μὴ ἐπιμαρτυρῆται
ἢ ἀντιμαρτυρῆται, ψευδῆ τυγχάνειν». (Δ.Λ. Χ, 34)
4. Η Αποδοχή περισσότερων τα μιας θεωριών:
«Ενδέχεται
πλεοναχώς γενέσθαι» (Επ. τα Πυθοκλή, 87)
Η
άποψη αναφέρεται στη δυνατότητα ερμηνείας φαινομένων και με διαφορετικούς
τρόπους εάν δεν διαπιστώνεται “αντιμαρτύρησις”. Και συμφωνεί με την
τυχαιότητα, την απροσδιοριστία,
καταστάσεις που έχουν μελετηθεί από τον Επίκουρο, συσταίνει δε λογική “πλειότιμη”,
σχετιζόμενη με τη σύγχρονη θεωρία του «Επιστημολογικού πλουραλισμού».
Ο Επίκουρος τα επιστολές του τα Ηρόδοτο (80) και Πυθοκλή (86-87, 98, 99, 113):
(α)
«Έτσι, πρέπει να εξετάζουμε με
προσοχή με πόσους τρόπους ένα παρόμοιο φαινόμενο εμφανίζεται στη γη,
όταν ερευνούμε με τη λογική τα αιτίες των ουρανίων φαινομένων και όλων αυτών
που είναι πέραν από την ικανότητα των αισθήσεων». (Επ. Ηρ, 80)
Μοναδική
εξήγηση δεν μπορούμε να δώσουμε για τα ουράνια φαινόμενα, που επιδέχονται πολλαπλές
αιτιολογήσεις ως προς τη γένεση τους και πολλαπλές αιτίες ως προς την φύση τους,
που είναι όλες σύμφωνες με τις
αισθήσεις.
Διότι δεν
πρέπει να μελετούμε τη φύση σύμφωνα με κενές υποθέσεις και αυθαίρετους νόμους,
αλλά σύμφωνα με αυτά που απαιτούν τα φαινόμενα. Επειδή η ζωή μας δεν
έχει ανάγκη τώρα από παραλογισμούς και κενές δοξασίες, αλλά από το να ζούμε
χωρίς ταραχή.
Τα
πάντα, λοιπόν, διατηρούνται ακλόνητα ακόμα και σε διεργασίες που ερμηνεύονται
με πολλούς τρόπους, αρκεί να επισυμβαίνουν σε αρμονία με τα φαινόμενα
και βέβαια να αποδεχόμαστε, όπως επιβάλλεται, τις πειστικές ερμηνείες τους. Όταν τα κάποιος αποδέχεται μια ερμηνεία κι
απορρίπτει μιαν άλλη, που εξ ίσου είναι σύμφωνη με τα φαινόμενα, τότε είναι
φανερό πως καταλείπει τη φυσιολογία και κατρακυλά στο μύθο».
(Επ. Πυθ., 86-87)
(γ) «Αυτοί που δέχονται μια μόνn εξήγηση, και μάχονται ενάντια στη μαρτυρία των φαινομένων, έχουν υποπέσει σε λάθη σχετικά με τη δυνατότητα του ανθρώπου να επιτύχει τη γνώση». (Επ. Πυθ., 98)
(δ) «….Αλλά σε ποιές περιπτώσεις οφείλονται στη μια αιτία ή στην άλλην δεν είναι δυνατόν να το γνωρίζουμε….» «….ἐπὶ δὲ ποίοις παρὰ τοῦτο ἢ τοῦτο τὸ αἴτιον γίνεται οὐκ ἔστι συνιδεῖν» (Επ. Πυθ., 99)
(ε) «Το
να αποδίδει κανείς μια μοναδική αιτία σε αυτά τα φαινόμενα, ενώ αυτά τα
φαινόμενα απαιτούν πολλές αιτίες, είναι παραφροσύνη, και γίνεται εντελώς
λανθασμένα από άτομα που είναι οπαδοί των ανόητων αντιλήψεων τα αστρολογίας, με
την οποίαν δίνουν μάταιες ερμηνείες για τις αιτίες μερικών φαινομένων, και
διαρκώς δεν απαλλάσσουν καθόλου την θεία φύση από το βάρος της ευθύνης της»
«Τὸ δὲ μίαν αἰτίαν τούτων ἀποδιδόναι, πλεοναχῶς τῶν φαινομένων ἐκκαλουμένων, μανικὸν καὶ οὐ καθηκότως πραττόμενον ὑπὸ τῶν τὴν ματαίαν ἀστρολογίαν ἐζηλωκότων καὶ εἰς τὸ κενὸν αἰτίας τινῶν ἀποδιδόντων, ὅταν τὴν θείαν φύσιν μηθαμῇ λειτουργιῶν ἀπολύωσι». (Επ. Πυθ., 113)
Ενάργεια – Επαίσθηση – Επιλογισμός
Ο
Επίκουρος, για τη νοητική επεξεργασία των προσλαμβανόμενων από τα αισθήσεις
πληροφοριών, -πρώτος- έθεσε το πρόβλημα τα ενάργειας,
την οποίαν όρισε ως σαφήνεια και ευκρίνεια της σκέψης…….Η ενάργεια έκτοτε κατατάσσεται
μεταξύ των κυριότερων γνωσιολογικών προβλημάτων.
Ο
Καρτέσιος τη θεώρησε χαρακτηριστικό τα αληθείας, η φαινομενολογία του
Χούσσερλ την προήγαγε.
Μεταχειριζόταν και τον όρο «επαίσθηση» (Επ. προς
Ηρόδοτο 52-53). Δι’ αυτής
προκύπτει η κατανόηση, δηλ. αποκτούμε
την πραγματική γνώση του πράγματος (επιλογισμός).
«Και με άλλους πιο πολλούς τρόπους
αυτό μπορεί να γίνεται, αν κάποιος δύναται να
συλλογίζεται σύμφωνα με τα φαινόμενα»……. «Καὶ κατ’ ἄλλους δὲ
πλείονας τρόπους τοῦτο δυνατὸν συντελεῖσθαι, ἐάν τις δύνηται τὸ σύμφωνον τοῖς
φαινομένοις συλλογίζεσθαι». (Επ. προς Πυθοκλή, 112)
«Πρέπει να συλλογιζόμαστε (επιλογιζόμαστε)
τον ουσιαστικό σκοπό της ζωής και όλη την πραγματική αλήθεια (ενάργεια),
που πάνω της στηρίζουμε αυτά που νομίζουμε σωστά. Ειδάλλως, τα πάντα θα είναι
γεμάτα από λαθεμένες κρίσεις και ταραχή».
«Τὸ
ὑφεστηκὸς δεῖ τέλος ἐπιλογίζεσθαι καὶ πᾶσαν τὴν ἐνάργειαν, ἐφ’ ἣν τὰ δοξαζόμενα
ἀνάγομεν· εἰ δὲ μή, πάντα ἀκρισίας καὶ ταραχῆς έσται μεστά». (ΚΥΡΙΑΙ ΔΟΞΑΙ
22)
Το πιο κάτω ρητό είναι Αρχύτα
του Ταραντίνου: Πρέπει η άγνοια,
μέσω διδασκαλίας ή έρευνας, να γίνει μάθηση και στη συνέχεια επιστήμη
(επίσταμαι = γνωρίζω καλώς)…..
«Δει γαρ ή μαθόντα παρ’ άλλω ή αυτόν εξευρόντα, ων ανεπιστάμων
ήσθα, επιστάμονα γενέσθαι».
Αρχύτας (Τάραντας Magna
Graecia, 428 – 347), από τους μεγαλύτερους διανοητές της αρχαιότητας.
Ο Αριστοτέλης είχε γράψει ειδική πραγματεία γι´ αυτόν, η οποία δεν έχει διασωθεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο
Φυσική
3.1) Αριστοτέλους “Φυσική ακρόαση”
Τα “Φυσικά /Φυσική
ακρόαση”, και μια σειρά “Περί φύσεως” συγγραμμάτων, πραγματεύονται την “Επιστήμη”, δηλ.
την “θεωρητική γνώση” της φύσης. Στη “Φυσική ακρόαση” αναζητούνται
αρχές και αίτια, από διάφορες σκοπιές, ενώ πολύ γνωστή είναι και
η πρόταση του Αριστοτέλη…. συμφωνώντας με κοινές αντιλήψεις, ότι: «Η φύση
τίποτα δεν κάνει μάτην».
“Φύσις”, αρχικά, σήμαινε την “αρχή”
από την οποίαν “φύονται” (λαμβάνουν υπόσταση) τα όντα. Φύσις, τα
δέντρα-ξύλα/ύλη…… Η “Περί Φύσεως”
έρευνα ήταν ουσιαστικά έρευνα περί της “πρώτης αρχής” των όντων.
“Αρχή” σημαίνει: Ξεκίνημα –
Πρώτη Ουσία – Εξουσία
Οι Ελεάτες φιλόσοφοι, με κύριο
εκπρόσωπο τον Παρμενίδη, τον γενάρχη της ιδεαλιστικής
μεταφυσικής, είχαν διατυπώσει την άποψη ότι η μεταβολή δεν είναι παρά μια
ψευδαίσθηση και ότι η πραγματικότητα είναι μία, αδιαίρετη, αμετάβλητη, δεν
υπάρχει καν φύση.
Οι Ίωνες
φιλόσοφοι (η σχολή της Μιλήτου) είχαν μιλήσει για φυσικές–υλικές τις αρχές των όντων, μακριά από
μυθολογικές και θεοκρατικές
αντιλήψεις…..
Ο Αριστοτέλης διακρίνει μεταξύ των όντων, τα μεν να υπάρχουν “φύσει” (εκ φύσεως) και να υπόκεινται σε πολλών ειδών μεταβολές, τα δε από άλλες αιτίες, δηλ. από τη πρακτική και τη ποιητική (παραγωγική) ανθρώπινη δραστηριότητα. Εμφανής η διαφορά των μεν απ’ τα δε.
Ο Σταγειρίτης λέγοντας φύση,
εννοεί το σύνολο των όντων που υπόκεινται σε κίνηση. Στα έργα του η φύση παρουσιάζεται
ως έμφυτη ορμή τα κίνηση (μεταβολή-αλλαγή).
Κίνηση δε ο Σταγειρίτης εννοεί την κατά τόπο μετακίνηση, την αύξηση και τη φορά, γενικά την κάθε μεταβολή (αλλοίωση)…. «Τα φύσει όντα φαίνεται έχοντα εν εαυτοίς αρχήν κινήσεως και στάσεως».
(“Μετά τα φυσικά” Α, 984a,21-24)
«Τα, μεν γαρ φύσει όντα πάντα φαίνεται έχοντα εν εαυτοίς αρχήν κινήσεως και στάσεως, τα μεν κατά τόπον, τα δε κατ’ αύξησιν και φθίσιν, τα δε κατ’ αλλοίωσιν». (“Φυσικά” Β 1-15)
Είναι δε, η γένεση και η φθορά
των υλικών πραγμάτων, δηλ. η αιτία στη μεταβολή κάθε πράγματος (υποκειμένου),
αυτό το οποίον διερευνούμε….. δια τι τούτο συμβαίνει και τι το αίτιον….
Καθόσον το υποκείμενο,
από μόνο του, δεν μπορεί να μεταβάλλει τον εαυτό του…..
«Ου γαρ δη το γ’ υποκείμενον αυτό ποιεί μεταβάλλειν εαυτό». (“Μετά τα φυσικά” Α,
984a,21-24)
Η Φυσική
του Αριστοτέλη είναι, κατ’ ουσίαν, μια γενική περί κινήσεως πραγματεία.
Ο
χαρακτήρας και
οι αρχές της φυσικής επιστήμης στον Σταγειρίτη είναι εντελώς διαφορετικός από
αυτόν στον Επίκουρο, καθώς βέβαια και στους σύγχρονους επιστήμονες, οι οποίοι
μεταχειρίζονται στις έρευνες και στις μελέτες τους την παρατήρηση και το
πείραμα, ενώ στοχεύουν στη χρησιμότητα
– κοινή ωφέλεια της επιστήμης.......
Ο Αριστοτέλης στην πράξη δεν τηρεί ούτε τη διάκριση Φυσικής και
Μεταφυσικής…. Να σημειωθεί ακόμα ότι και το κύριο σώμα των Φυσικών θα
μπορούσε να είχε ενταχθεί στη Μεταφυσική, καθόσον δεν αποτελεί “επαγωγική”
διερεύνηση του φυσικού νόμου, αλλά “απαγωγική” ανάλυση πραγμάτων και καταστάσεων…..
Για την “επαγωγή” και την “απαγωγή” βλ. κεφ. 2
Η Φυσική,
όπως είδαμε στην Αριστοτελική ταξινόμηση των Επιστημών (κεφ.1.1) κατατάσσεται
στις “Θεωρητικές”, όπου σκοπός της γνώσης είναι η ίδια η γνώση.
Εξ ορισμού δε η φυσική ερευνά τη μορφή και την ύλη των από την
φύση τους ξεχωριστών και μεταβλητών πραγμάτων.
Και,
ως από τον ιδεαλιστικής προσέγγισης ορισμό της φυσικής, η πορεία που ακολουθεί
η Αριστοτελική σκέψη στις έρευνες της επιστήμης ορίζεται “από τα καθόλου
προς τα καθέκαστα”, σημαίνει “απαγωγικά”, διότι, η
θεώρηση περί των ιδίων (των μερικοτέρων), έρχεται ύστερα από εκείνην των κοινών
(του γενικού).
- «Διό εκ των καθόλου επί τα καθέκαστα δει προϊέναι……Το
δε καθόλου όλον τι εστί. Πολλά γαρ περιλαμβάνει ως μέρη το καθόλου» (“Φυσικά” 184 a
17-21)
- «Ύστερα γαρ η περί των ιδίων θεωρία τα
περί των κοινών εστί» (“Φυσικά”
200 b 25-26)
Ο Αριστοτέλης απέρριπτε το χωρισμό των “αισθητών”
από τις αντίστοιχες “Ιδέες”, θεωρώντας ότι οι τελευταίες ενυπάρχουν στα
αισθητά αντικείμενα ως “Είδη”. (βλ. κεφ. 1.1)
Επισημαίνει:
«Τίποτα δεν γίνεται απλώς από το “μη ον”, αλλά και ούτε απλώς από το
“ον”, αλλά γίνεται “κατά συμβεβηκός από το ον”».
Διακρίνει
δε δύο βαθμίδες του όντος: Την “δυνάμει” και την “ενεργείαι”.
Η Ύλη, για τον
Σταγειρίτη, δεν υπάρχει ποτέ αμιγής, αλλά πάντα σε μια μορφή, και
αυτό ισχύει επί των φυσικών πραγμάτων. Η ύλη πρέπει να υπάρχει, επειδή είναι
αναγκαία για την πραγμάτωση της μορφής. Έτσι, πρώτιστο καθήκον του φυσικού
είναι να δηλώσει την μορφή, τον ορισμό, ή τον σκοπό κάθε πράγματος που
ερευνά, γιατί από αυτά θα συναχθεί – καθορισθεί η ύλη του.
Κάθε
πλήρης ορισμός θα συμπεριλαμβάνει και την ύλη και την μορφή.
Αντίθετα
με τα φυσικά όντα, τα υπερ-φυσικά όντα, που είναι ο Θεός, οι Νόες
(κινούν τα ουράνιες σφαίρες, βλ. 8.1), ίσως ο ανθρώπινος λόγος (ποιητικός
νους), πριν και μετά την συνένωση του μ’ ένα σώμα, έχουν μορφή
αμιγή (δηλ. απαλλαγμένη ύλης).
Τα λεγόμενα Στοιχεία, δηλ. η φωτιά, ο αέρας, η γη, το νερό, τα «ριζώματα» της κοσμογονικής θεωρίας του Εμπεδοκλή, αποτελούν τις έσχατες μη αναλύσιμες οντότητες, τα αιώνια υλικά με τα οποία φτιάχνονται όλα τ’ άλλα πράγματα δια διαφόρων συνδυασμών μεταξύ τους
Το επινοημένο 5o στοιχείο ο αιθέρας, (πεμπτουσία) δεν αφορά τη Φύση.
Την Φύση ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτων, περιόριζε στην υποσελήνια περιοχή
και τη γη, την «κοιλάδα στεναγμών και δακρύων». Ο αιθέρας
αφορά τα ουράνιες σφαίρες, τους πλανήτες κι απλανείς αστέρες. Είναι ύλη που δεν
υπόκειται σε φθορά. Η αντίληψη περί
υπάρξεως αιθέρα -φυτοζωώντας- επέζησε έως τέλη του 19ου αι.
Καταρρίφθηκε το 1887, με το πείραμα των Michelson – Morley.
Το πείραμα των Μάικελσον – Μόρλεϋ, είχε σαν στόχο την εξακρίβωση αν, και πως, ο
αιθέρας συμβάλλει στη διάδοση του φωτός.
Έδειξε (ως ερμηνεύτηκε) την μη ύπαρξη αιθέρα στον κόσμο, αλλά την
ύπαρξη μιας απόλυτης ταχύτητας
του φωτός, πάντα ίδια σε
κάθε κατεύθυνση και μη εξαρτώμενη από τον παρατηρητή, την οποίαν και μέτρησαν.
Το αποτέλεσμα αυτού του πειράματος οδήγησε τον Αϊνστάιν, το 1905, στη διατύπωση τα Γενικής Θεωρίας τα
Σχετικότητας.
Ο Αριστοτέλης (“Περί γενέσεως και φθοράς”) πιστεύει ότι τα 4
στοιχεία ενεργούν (διακρίνονται), όχι από το νείκος, αλλά από τη φιλία.
Νείκος και φιλία είναι φύσει πρότερα του θεού, μάλιστα, τα
στοιχεία είναι θεοί κι’ αυτά…
«Τα γε στοιχεία διακρίνει ου
το νείκος, αλλ’ η φιλία, τα φύσει πρότερα του θεού,
θεοί και ταύτα».
Στον Εμπεδοκλή
η διαδικασία του κοσμικού
γίγνεσθαι, μια αιώνια κυκλική πορεία, συντελείται υπό την επίδραση δύο κοσμικών
δυνάμεων, από τη φύση τους αγέννητων και αιώνιων (υπάρχουν πρότερα του θεού).
Είναι η φιλότης (έλξη και συνένωση) και το νείκος
(έχθρα, διάσπαση και διάλυση).
Κανένα από τα 4 στοιχεία δεν είναι
πρώτο, ωστόσο προϋποθέτουν ένα κοινό υποκείμενο, μια πρώτη ύλη, η
οποία δεν έχει χωριστή ύπαρξη. Όλα τα στοιχεία είναι άφθαρτα και μη
παράγωγα. Εξ αιτίας της αδιάληπτης προσέγγισης και απομάκρυνσης του ήλιου,
μεταβάλλονται διαρκώς κυκλικά εις άλληλα. Ως προς τη θεωρία κατά την
οποίαν τα τέσσερα αυτά στοιχεία (φωτιά, αέρας, γη, νερό), αποτελούν και την «φύση των πραγμάτων» ο Αριστοτέλης, αρχικά, επιφυλάσσεται, πριν εξετάσει δύο βασικές απόψεις, οι οποίες έχουν
υποστηριχθεί. Κατόπιν λέει:
1) Ορισμένοι, την (φύση των πραγμάτων) ταυτίζουν με την ύλη, “το πρώτον ενυπάρχον
εκάστω, άμορφον καθαυτό”. Έτσι: Η
φωτιά, ο αέρας, το νερό, και η γη,
παρουσιάζονται ως η «φύση των πραγμάτων», δηλ. το αιώνιο υλικό, του
οποίου όλα τα άλλα αποτελούν παροδικές μεταβολές.
2)
Άλλοι πάλι την (φύση των
πραγμάτων) ταυτίζουν με τη “μορφή”
τους, δηλ. με τον χαρακτήρα που αποκτούν όταν έχουν πλήρως αναπτυχθεί.
Ο
Αριστοτέλης κρίνει την δεύτερη άποψη πιο σωστή από την πρώτη, για τον λόγο ότι
στην μεν πρώτη άποψη, δηλ. σ’ αυτή των τεσσάρων (πρώτων)
στοιχείων χωρισμένων, το πράγμα
υπάρχει “δυνάμει”, ενώ στην δεύτερη (δηλ.
με τη μορφή) υπάρχει
εν “ενεργείαι”.
Είναι δε η φύση του πράγματος πληρέστερη στην εν “ενεργείαι”
καταστάσει, παρά στην εν “δυνάμει”…..
«Διότι κάθε πράγμα λέγεται ον, μάλλον όταν υπάρχει εντελεχείαι, παρά
όταν υπάρχει δυνάμει»
«Έκαστον γαρ τότε λέγεται, όταν εντελεχείαι ή μάλλον, ή όταν δυνάμει» (“Φυσικά” Β 193b 8-9)
Ο
όρος: “Εντελέχεια”, που συχνά συναντούμε στα έργα του του
Αριστοτέλη, δηλώνει την μετάβαση της ύλης από την εν
“δυνάμει” κατάσταση στην πραγματική της “μορφή”, δια
του “είδους”, το
οποίον συνιστά την αιτία, άμα και το τέλος (κατάληξη
- σκοπό) των
πραγμάτων.
Επαναλαμβάνουμε, κλείνοντας το κεφάλαιο
αυτό:
Η «φύση των πραγμάτων» εκφράζεται πιο σωστά με τη μορφή τους, δηλ. με τον χαρακτήρα που αποκτούν όταν τα πράγματα έχουν πλήρως αναπτυχθεί, έχοντας ξεφύγει από την κατάσταση του “δυνάμει”. Διότι, στη κατάσταση όπου τα πράγματα έχουν μορφή, δηλ. έχουν περάσει, από το “δυνάμει”, στο εν “ενεργείαι”, εκεί η φύση του πράγματος είναι πληρέστερη.
Η “Κίνηση”, ως είδαμε πιο πάνω, είναι μία από τα
τέσσερις κύριες λειτουργίες…… Οι άλλες τρείς είναι: θρέψη, αίσθηση και σκέψη/νους.
Κίνηση είναι η πραγμάτωση του “δυνάμει”, η “του δυνάμει όντος εντελέχεια, ή τούτον”.
….. Δηλαδή, αν υπάρχει κάτι που είναι “ενεργείαι” χ και “δυνάμει”
ψ, κίνηση είναι η πραγμάτωση της κατάστασης ψ. Πρόκειται
για το μεταβατικό στάδιο της μεταβολής μιας κατάστασης του υλικού σώματος από δυναμική σε ενεργειακή.
Όπως είδαμε, η κίνηση (με
την ευρεία της έννοια που περιλαμβάνει πάσα μεταβολή) συνιστά θεμελιώδες
γνώρισμα των φυσικών όντων, η δε Φυσική του Αριστοτέλη, δεν είναι παρά
μια μελέτη περί της κινήσεως.
Ο Αριστοτέλης, με την έννοια “κίνηση”,
τα είδη και τα στοιχεία τα κίνησης, ουσιαστικά εκφράζει το “γίνεσθαι” των πραγμάτων, κάτι
που δεν απασχόλησε ιδιαίτερα τον Πλάτωνα, ο οποίος, κυρίως, ενδιαφέρθηκε
για το “είναι”.
Υπάρχουν δε τρία είδη
“κίνησης”, ενώ σε καθ’ ένα απ’ αυτά, ενυπάρχει η ζητούμενη “εναντίωση”.
Τα τρία είδη κίνησης είναι:
- Του ποιού (περιλαμβάνονται η
γέννηση, η φθορά, η αλλοίωση κλπ.),
- Του ποσού (η αύξηση, η ελάττωση μεγεθών κλπ.) και
- Η κατά τόπον, που είναι
η σημαντικότερη, καθότι εμπεριέχεται και στα άλλα.
Στοιχεία που υπεισέρχονται στην
κίνηση-μεταβολή είναι τέσσερα:
- Το κινούν,
- το κινούμενον,
- ο χρόνος (εντός του οποίου
επιτελείται η κίνηση), και
- το “εξ ου εις ο”
(οι δύο “τόποι”, ο αρχικός και ο
τελικός της κινήσεως).
Ως προς τις αιτίες της κίνησης:
Εκ πρώτης όψεως, διαφαίνεται η επιθυμία
και η πρακτική σκέψη. Ωστόσο, αφού η
πρακτική σκέψη, βασικά, ενεργοποιείται μετά από επιθυμία, η επιθυμία (“όρεξις”), μόνη, είναι αυτή που τα θέτει σε κίνηση, χωρίς η ίδια
να κινείται.
«….. Τα μεν εσχάτης αιτίας του
κινείσθαι ορέξεως ούσης….πρώτον δε πάντων το ορεκτόν,
τούτο γαρ κινεί ου κινούμενον….».
Στη θεωρία του Αριστοτέλη περί “πρώτου
κινούντος , κινεί ου κινούμενον ” θα αναφερθούμε στο κεφ. 7, όπου τα
φυσικά φαινόμενα τα εξετάζει ως απόρροιες θεϊκής ενέργειας, επιθυμίας και
αγάπης.
Στον άνθρωπο διακρίνονται
δύο είδη επιθυμίας:
- Η βούληση ή έλλογη επιθυμία, που,
προσβλέποντας στο μέλλον, επιθυμεί το αγαθό και
- Η όρεξη ή άλογη επιθυμία, που επιδιώκοντας την παρούσα ηδονή, επιθυμεί το
φαινομενικά αγαθό.
Επιθυμία και (σωματική) κίνηση είναι
αποτελέσματα της αίσθησης, άρα οι πιο πάνω αναφερθείσες τέσσερις κύριες
ικανότητες περιορίζονται σε τρεις: θρέψη, αίσθηση και σκέψη/νόηση.
3.3) Ο τόπος και ο χρόνος, στον Αριστοτέλη
Η ύπαρξη “τόπου” θεωρείται αποδεδειγμένη από τον Αριστοτέλη, μάλιστα υπάρχει φυσική τάση
στα στοιχεία να κινούνται, ή να ηρεμούν εντός αυτού, όπως π.χ. η φωτιά προς τα
άνω και η γη προς τα κάτω. Επομένως το άνω και το κάτω δεν υπάρχουν μόνο σε
σχέση προς εμάς.
Εξετάζοντας αν ο “τόπος” είναι ύλη, ή μορφή, ή το διάστημα μεταξύ των έσχατων, αποφαίνεται ότι ο “τόπος” είναι το πέρας του περιέχοντος σώματος.
Ο “χρόνος” κατά τον Σταγειρίτη, συμφωνώντας με τον Πλάτωνα, άρχισε μαζί με τον κόσμο (Φυσικά
251b 17 και Μεταφυσικά 1072a 1). Μελετώντας την έννοια του βρίσκει ευλογοφανή μεν, αλλά όχι σωστή την
άποψη, σύμφωνα με την οποίαν ο χρόνος ταυτίζεται με τη κίνηση ή τη μεταβολή. Το
πρότερον και το ύστερον αναφέρονται αρχικά στον τόπο,
έπειτα στην κίνηση και κατά τρίτο λόγο στον χρόνο.
Πάντως, το παρόν είναι η ιδεώδης τομή
μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος.
Ο “χρόνος” είναι “αριθμός”, όχι με την έννοια, τα την γνωρίζουμε, του καθαρού αριθμού που μετρούμε, αλλά με την έννοια αριθμού που
μετρείται (αριθμείται). Με άλλα λόγια, ο χρόνος αποτελεί την
αριθμητική πλευρά τα κίνησης, είναι
αριθμός κινήσεως κατά το πρότερον και ύστερον.
Τα γεγονότα είναι εν χρόνωι,
επειδή μπορούν να μετρηθούν με τον χρόνο. Τα αΐδια πράγματα, αυτά δηλ.
που υπάρχουν αεί, δεν υπάγονται στον χρόνο….
3.4) Η αντίθεση στην “Ατομική θεωρία”
Ο Αριστοτέλης ήταν κάθετα αντίθετος
στην “Ατομική θεωρία” (των Λεύκιππου – Δημόκριτου). Η δοξασία για τα άτομα, συμπεραίνει μετά από
δαιδαλώδεις σκέψεις, οδηγεί σε άτοπα συμπεράσματα. Επιχειρηματολόγησε ότι
η ύπαρξη “κενού”, ως την
απαιτεί η ατομική θεωρία, δηλ. ως τόπου όπου δεν υπάρχει ούτε αέρας, ούτε άλλη
ύλη, παραβιάζει τις φυσικές αρχές.
Συνεπέρανε και ότι: «Αδύνατον εξ αδιαιρέτων (δηλ. των ατόμων) είναί τι συνεχές, οίον γραμμή εκ στιγμών, είπερ η γραμμή μεν συνεχές η στιγμή δε αδιαίρετον». (“Φυσική” 231 a 22-24)
Αλλά και η “Κίνηση”, λέγει,
δεν προϋποθέτει το κενό, διότι τα σώματα μπορούν να ανταλλάσσουν τόπους,
χωρίς να υπάρχει κάποιο ενδιάμεσο διάστημα χωριστό από τα ίδια τα σώματα. Προσπαθεί
δε να αναιρέσει την ύπαρξη του κενού, ακόμα, δείχνοντας ότι στο κενό τα
βαριά και τα ελαφρά σώματα θα έπρεπε -από μια σκοπιά- να κινούνται με ίση
ταχύτητα και -από άλλη σκοπιά- να κινούνται με άνιση ταχύτητα…… αντίληψη που - χωρίς
να έχει ελεγχθεί πειραματικά - είχε γίνει δεκτή μέχρι τον Γαλιλαίο.
Ο Αριστοτέλης θεωρούσε, ως ατέλεια της ατομικής
θεωρίας, και το ότι αυτή δεν παρείχε εξήγηση ως προς την αρχική αιτία που είχε θέσει σε
κίνηση τα άτομα…..
«Περὶ δὲ κινήσεως, ὅθεν ἢ πῶς ὑπάρξει τοῖς οὖσι, καὶ οὗτοι (Λεύκιππος καὶ ὁ ἑταῖρος αὐτοῦ Δημόκριτος) παραπλησίως τοῖς ἄλλοις ῥᾳθύμως ἀφεῖσαν». (“Μετά τα Φυσικά” 985b 21-23
Σε κάθε περίπτωση, για τον Σταγειρίτη,
ένα σώμα δεν μπορεί να αναλυθεί σε “άτομα”, παρά μόνο σε σχετικά μικροσκοπικά
μέρη.
Η Ύλη είναι συνεχής σ’ όλο
το σύμπαν, το Α είναι συνεχές ως προς το Β, όταν τα όρια με τα οποία εφάπτονται
ταυτίζονται. Στη πύκνωση-αραίωση της ύλης δεν τίθεται περιορισμός ….
Πυκνόν
μεν γαρ τω τα μόρια σύνεγγις είναι αλλήλοις, μανόν δε τω διεστάναι απ’
αλλήλων….
Δίνει δε (“Φυσικά” Ε 227 a 12-14) τον ακόλουθο ορισμό του
συνεχούς:
«…λέγω δ’ είναι συνεχές, όταν ταυτό γέννηται
και έν το εκατέρου πέρας οις άπτονται».
Από τα πιο πάνω, λοιπόν, ο Σταγειρίτης συμπεραίνει
ότι το συνεχές δεν μπορεί να σχηματίζεται από
αδιαίρετα μέρη, όπως π.χ., η γραμμή δεν μπορεί να σχηματίζεται από
σημεία. Αν το συνεχές σχηματιζόταν από
αδιαίρετα, θα μπορούσε τα να διαιρεθεί σε αδιαίρετα, επομένως η επαφή θα
γίνονταν μεταξύ αδιαιρέτων, πράγμα εξ ορισμού, αδύνατον.
Ο Αριστοτέλης, στα
«Μετά τα φυσικά», επιχειρεί μια εξαιρετικά λεπτή απόδειξη τα άπειρης
διαιρετότητας της κίνησης, του χρόνου και του μεγέθους……
Εξετάζοντας τα λεγόμενα “Παράδοξα”,
με βάση τα οποία Ζήνων ο Ελεάτης (490-430), τον οποίον ο Αριστοτέλης θεωρούσε ως
τον «εφευρέτη της διαλεκτικής»….. προσπάθησε να αποδείξει ότι η κίνηση είναι
αδύνατη, ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εντός πεπερασμένου χρόνου,
ενώ είναι αδύνατον να διανύσει κανείς ένα άπειρο διάστημα, αυτό μπορεί να το
κάνει (δηλ. να το
διανύσει) σε ένα επ’ άπειρον διαιρετό (διάστημα), διότι ο πεπερασμένος
χρόνος είναι (κι’ αυτός) επ’ άπειρον διαιρετός.
“Φυσικά ελάχιστα (Minima naturalia)” θεωρήθηκαν τα μικρότερα μέρη
στα οποία μια ομοιογενής φυσική ουσία θα μπορούσε να διαιρεθεί και να
διατηρήσει τον ουσιαστικό χαρακτήρα τα.
Όπως είδαμε, σε αντίθεση με την ατομική
θεωρία, το Αριστοτέλειο «φυσικό ελάχιστο» λογίζεται
διαιρετό, δεν θεωρείται αδιαίρετο κατά φύσιν.
Οι αλλαγές, για τη δημιουργία νέων δομών
προκύπτουν από μετατροπές της ύλης καθ’ αυτήν, και όχι όπως πίστευαν οι “ατομικοί” με την αναδιάταξη των ατόμων τους.
3.5) Ο Αριστοτέλης / Η Περιπατητική
Σχολή (Λύκειο)
Ο Αριστοτέλης,
πανεπιστήμων,
συνέγραψε και Περί Ουρανού, Μετεωρολογικά, Περί γενέσεως και φθοράς, Περί
ζώων και φυτών κ.ά. Στη Βιολογία (όπου ιδιαίτερα διακρίθηκε) συγκέντρωσε πλήθος
πληροφοριών, προέβη σε ταξινομήσεις, κλπ.
Όλα σχεδόν τα θέματα των βιβλίων του,
σήμερα αποτελούν ιδιαίτερες επιστήμες, απλώνονται σ’ ένα εκπληκτικό εύρος, τα
διαθέτουν πρωτόγνωρη μεθοδική σκέψη, συστηματικότητα και άτεγκτη λογική…..
Οι θεωρίες αυτές είναι, ασφαλώς, ξεπερασμένες
σήμερα, το ίδιο ισχύει και για τα
αντίστοιχες του Επίκουρου (Στην Επιστολή τα Πυθοκλή, βασικά,
συγκεντρώνονται οι λίγες και ατελείς περιληπτικές θεωρίες του περί φυσικών και
μετεωρολογικών φαινομένων).
Δεν θα ασχοληθούμε μ’ αυτές, αν και σ’ αυτά ακόμα τα κείμενα, με τα
λαθεμένες απόψεις για τα φυσικά φαινόμενα, συναντάμε την ιδεολογική βάση και τα
αρχές του κάθε φιλοσόφου.
Ο Αριστοτέλης, για τις οξυδερκείς και
πρωτοπόρες συγγραφές του - βαθιά και πλατιά αναλυτικές, και με κριτικό πνεύμα - κέρδισε μέγιστη εκτίμηση και θαυμασμό,
επηρέασε τη διαμόρφωση του Δυτικού τρόπου σκέψης, παρουσιάσθηκε ως και πατέρας της
επιστήμης.
Ωστόσο, πρωτεργάτης της σύγχρονης
επιστήμης θεωρήθηκε ο Galileo Galilei, διότι πρώτος στα νεότερα χρόνια
απέδειξε την αξία της παρατήρησης και του πειράματος (“Αγγελιοφόρος των αστεριών” /
Sidereus nuncius, 1610), προηγηθείς του Isaac Newton (“Philosophiæ Naturalis
Principia Mathematica”, 1687).
…… Την, από την παρατήρηση
(μέσω των αισθήσεων) και το πείραμα (έλεγχο με τον “Κανόνα”) και μέσω της
“επαγωγικής μεθόδου”, γνώση της “φύσης των πραγμάτων” είχε διδάξει
ο Επίκουρος, προ αιώνων….
Μετά το θάνατο του
Αριστοτέλη, διάδοχοι και οπαδοί του, άρχισαν να αποστασιοποιούνται βαθμηδόν από
σημαντικές θεωρητικές θέσεις του…..
Πρώτος διάδοχος στη σχολή ήταν ο Θεόφραστος, με καταγωγή από
την Ερεσό τα Λέσβου. Ο Σταγειρίτης, φεύγοντας κυνηγημένος στη Χαλκίδα, του
χάρισε τη βιβλιοθήκη του και τη διεύθυνση του Λυκείου την οποίαν ο
Θεόφραστος κράτησε ως το θάνατό του (το 288), εν μέσω πολλών περιπετειών, μεταξύ των οποίων
και κατηγορία για ασέβεια, για την οποίαν ο λαός τα Αθήνας τον αθώωσε.
Πολυγραφότατος, εκτιμάται πως έγραψε συνολικά περίπου 240 έργα τα οποία πραγματεύονται πλήθος θεμάτων, κυρίως Βοτανική (θεωρείται ο ιδρυτής τα βοτανικής επιστήμης) και Ζωολογία. Διατύπωσε κριτικές παρατηρήσεις και απορίες ακόμα και σε βασικές δοξασίες του δάσκαλου του, όπως γιατί να μην δεχτούμε και για τη γη κίνηση παρόμοια μ’ αυτή των ουρανίων σωμάτων, ενώ αμφισβήτησε την Τελολογία, κ.ά..
Τρίτος κατά
χρονική σειρά σχολάρχης του Λυκείου, μετά τον θάνατο του Θεοφράστου,
υπήρξε ο Στράτων ο Λαμψακηνός. Προικισμένος με πνεύμα
καινοτόμο και παρατηρητικό, ιδιαίτερα αφοσιώθηκε στη μελέτη των φυσικών
επιστημών, ριζικά αναμορφώνοντας τα περί Φυσικής Αριστοτελικά δόγματα (ανύπαρκτα άλλωστε!), ώστε αποκλήθηκε “φυσικός”.
Δέχτηκε την ύπαρξη ελάχιστου
μεγέθους σωματιδίων στον κόσμο, ανεπίδεκτων διαλύσεως και καταστροφής, μέσα
στον κενό χώρο, που διαδίδουν δι’ εκπομπής το φως και το μαγνητισμό.
Δίδαξε ότι “ο μεν αριθμός διωρισμένον (δηλ.
καθορισμένο) ποσόν, η δε κίνησις και ο
χρόνος συνεχής, το δε συνεχές ουκ αριθμητόν”. Έφθασε να αρνηθεί την
ανάγκη ύπαρξης θεού – δημιουργού του Σύμπαντος, δεχόμενος ότι το Σύμπαν
κυβερνάται από την ασυνείδητη δύναμη της φύσης.
Απέρριψε και τις περί του “νου” και της “ψυχής” διδασκαλίες. Δεχόταν ότι η αίσθηση και η νόηση συνιστούν αχώριστη ενότητα μέσα στη συνείδηση, την οποίαν -ως οι Στωικοί- αποκαλούσε “ηγεμονικόν”
“Γνησιώτατος των Αριστοτέλους
εταίρων” χαρακτηρίζεται Εύδημος ο Ρόδιος, ο οποίος συνέγραψε ιστορία των επιστημών, η οποία
απετέλεσε τη βασική πηγή πληροφοριών για τον Πρόκλο, στα σχόλια του στον Ευκλείδη, όπως και για τον Σιμπλίκιο,
στα σχόλια του στα φυσικά του Αριστοτέλη.
Μαθητές του Αριστοτέλη, ο Αριστόξενος
από τον Τάραντα και ο Δικαίαρχος από την Μεσσήνη τα Σικελίας, αρνιόντουσαν την
αθανασία τα ψυχής.
Άλλοι, στη “Περιπατητική”
φιλοσοφία καταγεγραμμένοι (προσκείμενοι), σημαίνοντες τεχνικοί επιστήμονες, αστρονόμοι,
μαθηματικοί, μηχανικοί, όπως: Αρίσταρχος ο Σάμιος, Ερασίστρατος ο Κείος,
Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (ο οποίος είχε δηλώσει: “O Επίκουρος
είναι ο φιλαληθέστατος όλων”), Αρχιμήδης ο Συρακούσιος, Ήρων ο Αλεξανδρεύς,
διέπρεψαν στις ποιητικές (κατασκευαστικές – τεχνολογικές) επιστήμες, εργασθέντες
σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ξεκομμένοι όμως από τον Αριστοτελικό ιδεαλισμό και
τα θεωρητικά του δόγματα……
Οι πρακτικές ανάγκες της ζωής γρήγορα
επέβαλαν τον χωρισμό των θετικών επιστημών από τα ιδεολογήματα, και αυτό
έγινε η κύρια αφορμή στην μετέπειτα ανάπτυξή τους. Αυτονόητο, ότι η τεχνική
αλλά και η όλη οικονομική και πολιτική ζωή κάθε τόπου δεν μπορεί να μην
βασίζεται στον ορθολογισμό.
Αλλά και η ίδια η σχολή της Αθήνας, το “Λύκειο” που ίδρυσε ο Αριστοτέλης, δεν άντεξε στο χρόνο. Παρά την υποστήριξη και τις πλούσιες χορηγίες που έλαβε από Μ. Αλέξανδρο και Δημήτριο τον Φαληρέα, παρακμάζει ήδη από τον 3ο π.Χ. αι. και σχεδόν διαλύεται πριν ο αιώνας αυτός παρέλθει…..
Η
Ακαδημία της Αθήνας, την ίδια εποχή (3ος αι. π.Χ.), υπό τον Αρκεσίλαο
(από την Πιττάνη τα Αιολίδας, όπου πρώτος του δάσκαλος ήταν ο μαθηματικός
Αυτόλυκος) ουσιαστικά προσχωρεί στον Σκεπτικισμό των Πύρωνα του Ηλείου και Τίμωνα
του Φλιάσιου
(Μέση Ακαδημία – Ακαδημεικός σκεπτικισμός), ενώ τον 1ο αι. π.
Χ. ο τότε σχολάρχης της, Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης θα την οδηγήσει
στον Εκλεκτικισμό…..
Τον 3ο μ.Χ. αι. ο Πλωτίνος
στη Ρώμη, θα διαμορφώσει μια ανανεωμένη εκδοχή του Πλατωνισμού, τον Νεοπλατωνισμό,
ο οποίος θα γοητεύσει τον Αυγουστίνο, θα ασκήσει σημαντική επήρεια στο
Χριστιανισμό….
Τα επόμενους αιώνες οι φιλοσοφικές
σχολές συνεχίζουν να υπάρχουν, όμως κατά καιρούς παρακμάζουν, υπολειτουργούν, διασπείρονται,
ενώ – πλην των Επικουρείων – μεταλλάσσουν ή ανανεώνουν ακόμα και βασικά δόγματά τους.
Ο
Συγκρητισμός κι ο Εκλεκτικισμός, που εκφράζουν τάση
ελέγχου και επιλογής των καλύτερων αρχών, θέσεων, ή μεθόδων, από τα διάφορα
φιλοσοφικά συστήματα, καθώς και διάθεση τα απάμβλυση των αντιθέσεων ή των
αντιφάσεων μεταξύ τους, γνωρίζουν ευρεία αποδοχή.
3.6) Η Επικούρεια “Φυσιογνωσία”
«Η φύση
καθαυτή από δύο πράγματα είναι φτιαγμένη, την ύλη και το κενό».
(DE RERUM NATURA,
βιβλ. I,
419-4120)
«Και πέραν από αυτά τα δύο
πράγματα, τα σώματα και το κενό, τίποτα άλλο δεν μπορούμε να διανοηθούμε».
(Επιστολή
τα Ηρόδοτο, 40)
«Ὁ τῆς φύσεως πλοῦτος καὶ ὥρισται καὶ εὐπόριστός
ἐστιν· ὁ δὲ τῶν κενῶν δοξῶν εἰς ἄπειρον ἐκπίπτει».
(Κύριαι Δόξαι 15)
H μελέτη της φύσης (φυσιογνωσία είναι
ο όρος που χρησιμοποιεί ο Επίκουρος) …. Η
οποία είναι, ως
είδαμε, απαραίτητη για την απαλλαγή του
ανθρώπου από τις πλάνες προκειμένου να
στηρίξει την Ηθική (τρόπο
συμπεριφοράς) του και να ζήσει ευδαιμονικά……
γίνεται με σειρά ενεργειών, όπου με παρατήρηση σύμφωνη και ελεγμένη με τον
Επικούρειο «Κανόνα» και με ενεργητική αντίληψη (επεξεργασία)
από μέρους του νου, μεταβαίνουμε στη πραγματική γνώση των πραγμάτων.
(βλ. Επ.
προς Ηρόδοτο 50, και στο κεφ. 2.3 Ο Επικούρειος “Κανόνας” / αισθήσεις)
Η
μεθοδολογία αυτή, καθώς γνωρίζουμε, λέγεται «Επαγωγή» (οδηγείται από τα επί μέρους στο γενικό) και, στη νεότερη φυσική επιστήμη συνιστά
κανόνα. Πόσο χρήσιμη όμως είναι η επιστήμη της φυσικής;
H φυσιογνωσία, κατά τον Επίκουρο, διασφαλίζει στον
άνθρωπο, και αυτό πρωτίστως ενδιαφέρει την φιλοσοφία του, αταραξία,
συνεπώς, ευδαιμονία.
Για τη χρησιμότητα των φυσικών επιστημών
δίδονται τα παρακάτω εδάφια:
1) «Εάν δεν μας ενοχλούσαν καθόλου οι αμφιβολίες
σχετικά με τα επουράνια και με τον θάνατο, μήπως έχουν ή μήπως δεν έχουν
κάποια σχέση με εμάς, και ακόμη αν δεν μας στενοχωρούσε το ότι δεν κατανοούμε
τα όρια των πόνων και των επιθυμιών, δεν θα είχαμε ανάγκη την
φυσιολογία».
«Εἰ
μηθὲν ἡμᾶς αἱ τῶν μετεώρων ὑποψίαι ἠνώχλουν καὶ αἱ περὶ θανάτου, μή ποτε πρὸς ἡμᾶς
ᾖ τι, ἔτι τε τὸ μὴ κατανοεῖν τοὺς ὅρους τῶν ἀλγηδόνων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν, οὐκ ἂν
προσεδεόμεθα φυσιολογίας. (Κ.Δ. 11)
2) «Η φυσιολογία ετοιμάζει ανθρώπους που
ούτε καυχώνται, ούτε αερολόγοι είναι,
ούτε επιδεικνύουν την πολυπόθητη από τους πολλούς παιδεία, αλλά σοβαρούς και
αυτάρκεις, που φροντίζουν τα μέγιστα επί των ιδίων αγαθών και όχι επί των
πραγμάτων» .
«Οὐ
κόμπους οὐδὲ φωνῇς ἐργαστικούς οὐδὲ περιμάχητον παρὰ τοῖς πολλοῖς παιδείαν ἐνδυκνυμένους
φιλοσοφία παρασκευάζει, ἀλλὰ σοβαροὺς καὶ αὐτάρκεις καὶ ἐπὶ τοῖς ἰδίοις ἀγαθοῖς,
οὐκ ἐπὶ τοῖς τῶν πραγμάτων μέγα φρονοῦντες».
(Επ. Προσφ. 45)
3) «Πρώτα απ’
όλα, δεν πρέπει να έχεις κατά νουν ότι υπάρχει κάποιος άλλος σκοπός για
τη γνώση περί των ουράνιων φαινμένων, είτε αυτά θεωρούνται σε σχέση με τα τα
φυσικές θεωρίες είτε αυτοτελώς, εκτός από την αταραξία και την απόκτηση
μιας σταθερής πεποίθησης, όπως συμβαίνει και με τις άλλες γνώσεις».
«Πρῶτον μὲν οὖν μὴ ἄλλο
τι τέλος ἐκ τῆς περὶ μετεώρων γνώσεως εἴτε κατὰ συναφὴν λεγομένων εἴτε αὐτοτελῶς
νομίζειν εἶναι ἤπερ ἀταραξίαν καὶ πίστιν βέβαιον, καθάπερ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν». (Επ. Πυθοκλή, 85)
4) «……Δεν είναι δυνατόν να διαλύει κανείς τους φόβους για τα πιο σημαντικά
φαινόμενα όταν δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση του σύμπαντος, αλλά ερμηνεύει τις
υπόνοιες του για κάτι σύμφωνα με τους μύθους. Επομένως δίχως την μελέτη της
φύσης δεν είναι δυνατόν να απολαμβάνει κανείς ακέραιες τις ηδονές».
«Οὐκ ἦν τὸ φοβούμενον λύειν ὑπὲρ ταῶν κυριωτάτων μὴ κατειδότα ταίς ἡ τοῦ
σύμπαντος φύσις, ἀλλ’ ὑποπτευόμενόν τι τῶν κατὰ τοὺς μύθους· ὥστε οὐκ ἦν ἄνευ
φυσιολογίας ἀκεραίους τὰς ἡδονὰς ἀπολαμβάνειν».
(Κ.Δ. 12 = Επ. Προσφ. 49)
5) «….Επιπλέον
πρέπει να θεωρούμε ότι το έργο τα “φυσιολογίας” είναι να εξακριβώσουμε την αιτία των πιο βασικών
φαινομένων της. Και η ευδαιμονία μας
βρίσκεται στη γνώση των ουράνιων φαινομένων (των μετεώρων) και στην
κατανόηση της φύσης των οντοτήτων που βλέπουμε σε αυτούς τους ουράνιους
σχηματισμούς καθώς και όλων αυτών, όσα έχουν συγγενή σχέση μ “την εις τούτο
ακρίβειαν”…..
Και κάποιοι που γνωρίζουν μεν τα ουράνια
φαινόμενα, αλλά ακόμα αγνοούν τη φύση αυτών των πραγμάτων και τις βασικές τους
αιτίες, νοιώθουν τον ίδιο φόβο που θα ένοιωθαν αν δεν τα γνώριζαν καθόλου, ίσως
και μεγαλύτερο…….
Και
πρέπει να εξετάζουμε με προσοχή, με πόσους τρόπους ένα φαινόμενο εμφανίζεται
στη γη, όταν ερευνούμε με τη λογική τις αιτίες των
ουράνιων φαινομένων και όλων αυτών που είναι πέραν από την ικανότητα των
αισθήσεων…. Επειδή, αν μελετήσουμε προσεκτικά όλα αυτά, θα εξιχνιάσουμε ορθά
τις αιτίες που προκαλούν την ταραχή και τον φόβο μας, και καθορίζοντας τις
πραγματικές αιτίες των ουράνιων φαινομένων και όλων των άλλων φαινομένων που
συμβαίνουν τυχαία κάθε τόσο, θα απαλλαγούμε από όλα αυτά που φοβίζουν
στον ύψιστο βαθμό τους άλλους ανθρώπους». (Επ. προς Ηρόδοτο, 77-81)
3.7) Η
ατομική θεωρία στον Επίκουρο
Ο Επίκουρος, φιλόσοφος υλιστής, όχι μόνον
είχε δεχτεί την ατομική θεωρία, που πρώτοι
διατύπωσαν στην Ελλάδα οι Λεύκιππος και Δημόκριτος, περίπου 120
χρόνια πριν απ’ αυτόν, αλλά και την μελέτησε επισταμένως κάνοντας σημαντικές
παρατηρήσεις…..
Στον
Επίκουρο, “η άτομος” (τα άτομα από ύλη)
και “το κενό” (ο άδειος από ύλη χώρος) είναι οι μόνες ύστατες πραγματικότητες.
Τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει πέραν αυτών. Τα άτομα ονομάστηκαν έτσι επειδή δεν τεμαχίζονται περαιτέρω. Αν τα
άτομα τέμνονταν επ’ άπειρον, τότε θα κατέληγαν στο “μη ον”. Είναι,
λοιπόν, αδιαίρετα, διακριτά, έχουν δηλ. κβαντική
– δεματική υπόσταση.
Ο Παρμενίδης (ακολουθώντας
μέθοδο απαγωγής) δεν δέχονταν καμία κίνηση ή αλλαγή, το γίγνεσθαι
γενικότερα, φαινόμενα που θεωρούσε αυταπάτες.
Τα άτομα είναι μικρότατα, μη ορατά δια γυμνού οφθαλμού, δεν έχουν
κάθε δυνατό μέγεθος.
Το
κενό είναι μια φυσική
πραγματικότητα, δεν ταυτίζεται με το “μη όν / μη είναι” . Η ύπαρξη του κενού, ή κενόν,
και χώρος, και αναφής φύση (=
ανέγγιχτη, μη προσιτή στην αφή, φύση),
είναι απαραίτητη.
«Και εάν δεν υπήρχε αυτό που ονομάζουμε κενό
και χώρο και ανέγγιχτη φύση, τότε τα σώματα δεν θα είχαν που να σταθούν
ούτε που να κινηθούν, ενώ όπως φαίνεται κινούνται. Και
πέραν από αυτά τα δύο πράγματα, τα σώματα και το κενό, τίποτα άλλο δεν
μπορούμε να διανοηθούμε,
ούτε μέσω τα άμεσης αντίληψης ούτε σε αναλογία με πράγματα που γίνονται άμεσα
αντιληπτά…..»
«….. Εἰ <δὲ> μὴ ἦν
ὃ κενὸν καὶ χώραν καὶ ἀναφῆ φύσιν ὀνομάζομεν,
οὐκ ἂν εἶχε ταὰ σώματα ὅπου ἦν οὐδὲ δι’ οὗ ἐκινεῖτο, καθάπερ φαίνεται κινούμενα.
Παρὰ δὲ ταῦτα οὐθὲν οὐδ’ ἐπινοηθῆναι δύναται οὔτε περιληπτικῶς οὔτε ἀναλόγως τοῖς
περιληπτοῖς ὡς καθ’ ὅλας φύσεις λαμβανόμενα….». (Επ. Ηροδ, 40)
Το κενό λοιπόν, είναι απαραίτητο για την κίνηση, η οποία είναι αχώριστα συνδεμένη και με τον χρόνο, ο οποίος δεν υπάρχει από μόνος του, αφού μόνο από τα ίδια τα
πράγματα βγαίνει η αίσθηση του παρελθόντος, του παρόντος, του μέλλοντος. (DRN Ι, 259-263)
Από
την επιστολή προς Ηρόδοτο:
1) “Αυτά εδώ,
που δημιουργούν τα σύνθετα, είναι άτμητα και αμετάβλητα, εφόσον δεν
θέλουμε όλα τα πράγματα να καταστραφούν στο μη ον, αλλά να παραμείνουν,
μετά την διάλυση των συνθέτων, εντελώς ανθεκτικά στοιχεία μιας συμπαγούς φύσης,
και να μην μπορούν με κανένα τρόπο να διαλυθούν. Συνεπώς, τα πρωταρχικά στοιχεία είναι κατ’
ανάγκην οι άτμητες υλικές οντότητες”.
«ταῦτα δέ ἐστιν ἄτομα καὶ
ἀμετάβλητα, εἴπερ μὴ μέλλει πάντα εἰς τὸ μὴ ὂν φθαρήσεσθαι, ἀλλ’ ἰσχῦον τι ὑπομένειν
ἐν ταῖς διαλύσεσι τῶν συγκρίσεων, πλήρη τὴν φύσιν ὄντα, οὐκ ἔχοντα ὅπῃ ἢ ὅπως
διαλυθήσεται. Ὥστε τὰς ἀρχὰς ἀτόμους ἀναγκαῖον εἶναι σωμάτων φύσεις». (Επ.Ηρ., 41)
2) «Είναι
επομένως αναγκαίο όχι μόνο να απορρίψουμε την διαίρεση σε όλο και
μικρότερα μέρη επ’ άπειρον, ώστε να μην εξασθενήσουμε όλα τα πράγματα,
και έτσι στην ένωση των συνθέτων σωμάτων να αναγκαζόμαστε να συνθλίβουμε και να
σπαταλάμε τα πράγματα που υπάρχουν στο μη όν, αλλά ούτε πρέπει ακόμη να
νομίζουμε ότι στα πεπερασμένα σώματα υπάρχει η δυνατότητα να συνεχίζεται επ’
άπειρον η μετάβαση και σε μικρότερα και ακόμη μικρότερα μέρη».
«Ὥστε οὐ μόνον τὴν εἰς ἄπειρον τομὴν
ἐπὶ τοὔλαττον ἀναιρετέον, ἵνα μὴ πάντα ἀσθενῆ ποιῶμεν κἀν ταῖς περιλήψεσι ταῶν
ἀθρόων εἰς τὸ μὴ ὂν ἀναγκαζώμεθα τὰ ὄντα θλίβοντες καταναλίσκειν, ἀλλὰ
καὶ τὴν μετάβασιν μὴ νομιστέον γενέσθαι ἐν τοῖς ὡρισμένοις εἰς ἄπειρον μηδ’
<ἐπὶ> τοὔλαττον». (Επ.Ηρ, 56)
3) «Κανένα μέγεθος δεν τους ταιριάζει. Ουδέποτε
άτομος έγινε αντιληπτή με τα αισθήσεις».
«Πᾶν δὲ μέγεθος μὴ εἶναι περὶ αὐτάς· οὐδέποτε γοῦν ἄτομος
ὤφθη αἰσθήσει». (Επ.Ηρ., 44)
4) «Επιπλέον ούτε πρέπει να θεωρούμε
ότι τα άτομα έχουν κάθε δυνατό μέγεθος, εάν δεν θέλουμε να βρεθούμε σε
αντίφαση με τη μαρτυρία των φαινομένων, αλλά πρέπει να δεχθούμε ότι υπάρχουν
κάποιες παραλλαγές ως προς τα μεγέθη τους…..».
«Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ δεῖ νομίζειν
πᾶν μέγεθος ἐν ταῖς ἀτόμοις ὑπάρχειν, ἵνα μὴ τὰ φαινόμενα ἀντιμαρτυρῇ· παραλλαγὰς
δέ τινας μεγεθῶν νομιστέον εἶναι…..». (Επ.Ηρ., 55)
3.7.1) Ιδιότητες
και ενώσεις των ατόμων
Τα άτομα, ενώ στον Δημόκριτο έχουν (μόνον) σχήμα και μέγεθος, στον Επίκουρο έχουν τρεις ιδιότητες: σχήμα, μέγεθος και βάρος. Δεν έχουν χρώμα ή άλλα δευτερεύοντα γνωρίσματα, δεν έχουν αίσθηση και καμία από τα ιδιότητες των (συγκροτημένων από αυτά) συνθέτων σωμάτων, τα οποία δεν είναι άλλο παρά αριθμητικός και μηχανικός συνδυασμός ατόμων.
Στην
επιστολή προς Ηρόδοτο (54) ο Επίκουρος σημειώνει:
«Πρέπει
επιπλέον να δεχθούμε ότι τα άτομα δεν διαθέτουν καμία από τα ιδιότητες που
ανήκουν στα σώματα που είναι αισθητά, εκτός από το σχήμα, το βάρος,
και το μέγεθος, και κάθε τι που κατ’ ανάγκην γεννιέται με το σχήμα.
Επειδή κάθε ιδιότητα αλλάζει τα άτομα, αντιθέτως δεν υφίστανται καμία
αλλαγή, επειδή όταν διαλύονται τα σύνθετα σώματα πρέπει να μένει κάτι
στερεό και αδιάλυτο, κάτι που μπορεί να προκαλέσει αλλαγές, που δεν θα
καταλήγουν στο μη όν ούτε θα γίνονται από το μη ον, αλλά αλλαγές που γίνονται
με μεταθέσεις κάποιων ατόμων, και κάποτε με προσθήκες ή απομειώσεις κάποιων
άλλων.
Επομένως είναι αναγκαίο να δεχθούμε ότι
τα στοιχεία που μετατοπίζονται πρέπει να είναι άφθαρτα και να μην έχουν
μεταβλητή φύση, αλλά να έχουν δικά τους μεγέθη και σχήματα, γιατί αυτά
πρέπει αναγκαστικά να έχουν αμετάβλητη υπόσταση».
«Καὶ
μὴν καὶ τὰς ἀτόμους νομιστέον μηδεμίαν ποιότητα τῶν φαινομένων προσφέρεσθαι πλὴν
σχήματος καὶ βάρους καὶ μεγέθους καὶ ὅσα ἐξ ἀνάγκης σχήματος συμφυῆ ἐστι. Ποιότης
γὰρ πᾶσα μεταβάλλει· αἱ δὲ ἄτομοι οὐδὲν μεταβάλλουσιν, ἐπειδήπερ δεῖ τι ὑπομένειν
ἐν ταῖς διαλύσεσι τῶν συγκρίσεων στερεὸν καὶ ἀδιάλυτον, ὃ τὰς μεταβολὰς οὐκ εἰς
τὸ μὴ ὂν ποιήσεται οὐδ’ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, ἀλλὰ κατὰ μεταθέσεις ἐν πολλοῖς <
τινῶν> , τινῶν δὲ καὶ προσόδους καὶ ἀφόδους. Ὅθεν ἀναγκαῖον τὰ μη μετατιθέμενα
ἄφθαρτα εἶναι καὶ τὴν τοῦ μεταβάλλοντος φύσιν οὐκ ἔχοντα, ὄγκους δὲ καὶ
σχηματισμοὺς ἰδίους· ταῦτα γὰρ καὶ ἀναγκαῖον ὑπομένειν». (Επ. Ηρ., 54)
Τα άτομα, λοιπόν, με τις αμέτρητες μεταξύ τους επαφές, από τις χωρίς
τελειωμό κινήσεις τους, δημιουργούν ενώσεις, δηλ. αυτά τα
στοιχεία που σήμερα αποκαλούμε “μόρια”. Η σύνδεση και η
αποσύνδεση ατόμων δημιουργούν και τις διαδικασίες γένεσης και φθοράς.
Με
τις συνδέσεις των ατόμων, οι οποίες έχουν τελείως διαφορετικές ιδιότητες από τα
άφθαρτα κι’ αμετάβλητα άτομα από τα οποία συγκροτούνται, προκύπτει η ύλη, όλη η ανόργανη και η οργανική ύλη, με τα
πάσης φύσεως είδη της, που έχει μεταβλητή υπόσταση.
3.7.2) Πλήθος, είδη και μέγεθος των ατόμων
Στο σύμπαν, το μεν πλήθος των ατόμων είναι άπειρο, όμως τα είδη
των ατόμων, όπως και το μέγεθος των ατόμων, είναι αριθμοί πεπερασμένοι. Ο
Επίκουρος, λοιπόν, θέτει όρια στα είδη και στο μέγιστο και στο ελάχιστο μέγεθος
των ατόμων, την ποικιλομορφία των ατόμων.
Στην
προς Ηρόδοτο επιστολή (55 – 56):
«…… Επιπλέον
ούτε πρέπει να θεωρούμε ότι τα άτομα έχουν κάθε δυνατό μέγεθος, εάν δεν
θέλουμε να βρεθούμε σε αντίφαση με τη μαρτυρία των φαινομένων, αλλά πρέπει να
δεχθούμε ότι υπάρχουν κάποιες παραλλαγές ως προς τα μεγέθη τους. Διότι αν
δεχθούμε αυτό το πράγμα θα μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε καλύτερα όσα σχετίζονται
με τις αισθήσεις και με τα συναισθήματα.
Και ούτε χρειάζεται, για να εξηγήσουμε τις διαφορές
των ιδιοτήτων των πραγμάτων, η ύπαρξη κάθε δυνατού μεγέθους στα
άτομα, διότι τότε θα έπρεπε να είχαμε κάποια άτομα ορατά, κάτι που δεν
φαίνεται να έχει γίνει ποτέ, ούτε είναι δυνατό να φανταστούμε πως θα μπορούσε
ένα άτομο να γίνει ορατό».
«Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ δεῖ νομίζειν πᾶν μέγεθος
ἐν ταῖς ἀτόμοις ὑπάρχειν, ἵνα μὴ τὰ φαινόμενα ἀντιμαρτυρῇ· παραλλαγὰς δέ τινας
μεγεθῶν νομιστέον εἶναι. Βέλτιον γὰρ καὶ τούτου προσόντος τὰ κατὰ τὰ πάθη καὶ ταὰς
αἰσθήσεις γινόμενα ἀποδοθήσεται. Πᾶν δὲ μέγεθος ὑπάρχον οὔτε χρήσιμόν ἐστι πρὸς
τὰς τῶν ποιοτήτων διαφοράς, ἀφῖχθαί τε ἅμ’ ἔδει καὶ πρὸς ἡμᾶς ὁρατὰς ἀτόμους· ὃ
οὐ θεωρεῖται γινόμενον, οὔθ’ ὅπως ἂν γένοιτο ὁρατὴ ἄτομος ἔστιν ἐπινοῆσαι».
(Επ. Ηρ., 55 – 56)
Σημείωση 7η
Από τη σύγχρονη ατομική φυσική
1) Τα άτομα
απαρτίζονται από υποατομικά σωματίδια. Συστατικά των ατόμων είναι το
πρωτόνιο, το νετρόνιο και το ηλεκτρόνιο. Αυτά δεν μπορούν να υπάρξουν
μεμονωμένα, πάντως αυτά είναι τα πραγματικά αδιαίρετα……
….. Στα μέσα του 20ου αι. ανακαλύφθηκε ότι τα πρωτόνια και τα
νετρόνια αποτελούνται από στοιχειώδη υποσωματίδια, τα κουάρκς. Αργότερα,
με τη χρήση ισχυρότερων επιταχυντών
σωματιδίων, σε εργαστήρια για τη μελέτη της δομής της ύλης, αποκαλύφθηκε η
ύπαρξη της μεγάλου αριθμού ασταθών στοιχειωδών σωματιδίων.
2) Για τις συγκρίσεις μεγεθών, πιο κάτω
δίδονται τιμές παγκόσμιων σταθερών, όπως
σήμερα τις δίνει η φυσική επιστήμη:
-
Μήκος Planck (λ) = 1.616 252 × 10−35 m. Μονάδα μήκους, μέρος του συστήματος των
φυσικών μονάδων που ονομάζονται μονάδες Planck (μήκος, χρόνος και μάζα Planck).
Το μήκος Planck είναι πολύ μικρότερο
ακόμη και από τη διάμετρο ενός πρωτονίου. Είναι περίπου εκατό δισεκατομμύρια
δισεκατομμυρίων φορές μικρότερο από τη διάμετρο του πρωτονίου (σε μέτρα,
περίπου 10-35).
- Σταθερά του Planck (h) =
6,626 068 × 10−34 m2 kg/s (J·s). Η σταθερά αυτή συνδέει την
ενέργεια ενός κβάντου (όπως ένα φωτόνιο) με τη συχνότητά του μέσω της σχέσης E
= hν, όπου Ε είναι η ενέργεια και ν είναι η συχνότητα.
- Αριθμός του Avogadro NΑ
= 6,022 141 79 · 1023 mol−1
- Ταχύτητα του φωτός (c) = 299 792 458 m· s−1
- Διάμετρος του πρωτονίου =
1,724×10-15 m
- Βαρυτική σταθερά (G) = 6.67×10−11
N·(m/kg)2
3)
Τα “ελάχιστα”, τα ασύλληπτα μικρού μεγέθους αντικείμενα που απογράφονται πάνω
απ’ το “θεωρητικό Μηδέν” του “Μοναδικού σημείου” / Singular point ….. Singular point είναι το σημείο στο οποίο μια συνάρτηση παίρνει
μια άπειρη τιμή, ειδικά στο χωρόχρονο, όταν η ύλη είναι απείρως πυκνή, όπως στο
κέντρο μιας μαύρης τρύπας……
είναι:
α) τα ηλεκτρόνια…… αν το ηλεκτρόνιο θεωρηθεί
σφαίρα, η λεγόμενη κλασική ακτίνα του, σύμφωνα με την σχετικιστική φυσική και
αγνοώντας τις κβαντομηχανικές επιδράσεις, είναι της τάξεως του 10-15
έως 10-22 m,
β) τα
Quarks (<10-19 m), γ) οι χορδές/Strings (10-35 m) και δ) οι κόκκοι χωροχρόνου/space-time grains (10-35 m).
Εντυπωσιακό
είναι ότι και για υποατομικά σωματίδια (μέρη του ατόμου), ο
Επίκουρος έχει αναφορά (Επιτομή της
Φυσικής του Επίκουρου = Επιστολή προς
Ηρόδοτο, 58)……. «Πρέπει, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι και το
ελάχιστο μέρος του ατόμου έχει την ίδια σχέση με το συνολικό σώμα».
«Ταύτῃ τῇ ἀναλογίᾳ
νομιστέον καὶ τὸ ἐν τῇ ἀτόμῳ ἐλάχιστον κεχρῆσθαι» (Επ. Ηρ., 58)
Εξάλλου,
το Επικούρειο άτομο, όντας συγκεκριμένη - φυσική - πραγματική (και όχι υποκειμενική) οντότητα, δεν μπορεί να ληφθεί ως αμερές μαθηματικό μέγεθος (δηλ. στερούμενο μερών), όπως, από τη μαθηματική του σκοπιά, το έβλεπε ο Δημόκριτος.
(Βλ.
κεφ. 3.7.4, Κ. Δ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ, σελ. 431)
Στον Λουκρήτιο, τα άτομα είναι συμπαγή και ενιαία, διότι
αποτελούνται από μικροσκοπικά μέρη σφιχτοδεμένα μεταξύ τους (DRN I, 609-610)……
και «η φύση δεν έχει επιτρέψει… ως τώρα (iam)
!... να αποσπαστεί κάτι από αυτά» (DRN Ι, 599-614)
3.7.3) Οι κινήσεις
των ατόμων
Τα άτομα, ως λέγει ο Επίκουρος, προσδεμένα - συσσωματωμένα στη μάζα όπου
ανήκουν, σε (νοητό) πλέγμα (το “πλεκτικόν”), κινούνται “κατά
πάλσιν και περίπαλσιν”.
Οι
αδιάκοπες κινήσεις τους εντός του κενού είναι ιλιγγιώδεις και ισοταχείς προς
όλες τις διευθύνσεις, αδιάφορα με το βάρος τους, αν είναι ανεμπόδιστες. (Επιστολή προς Ηρόδοτο, 61, κ. ά.)
Ο Επίκουρος θεωρεί τις
κινήσεις των ατόμων “εγγενή” ιδιότητα της ύλης.
Και αιτία της κίνησης των ατόμων είναι αυτά
τα ίδια “τα άτομα” και το “κενό”.
Δεν υφίσταται άλλη αρχή…… “Και
δεν υπάρχει αρχή σε αυτές τις κινήσεις, δεδομένου ότι η αιτία τους είναι τα
άτομα και το κενό”
«Ἀρχὴ δὲ
τούτων οὐκ ἔστιν, αἰτίων τῶν ἀτόμων οὐσῶν καὶ τοῦ κενοῦ». (Επ. Ηρ., 44)
«Επίσης, τα άτομα πρέπει να
κινούνται με ίση ταχύτητα, όταν μεταφέρονται μέσα στο κενό, και τίποτα δεν
συγκρούεται με αυτά. Επειδή ούτε τα βαριά άτομα κινούνται πιο γρήγορα
από εκείνα που είναι μικρά και ελαφρά, όταν ακριβώς τίποτα δεν τα συναντά, ούτε
πάλι τα μικρά άτομα κινούνται πιο γρήγορα από τα μεγάλα, έχοντας ομοιόμορφη
την όλη τους κίνηση, όταν πάλι τίποτα δεν συγκρούεται με αυτά. Ούτε η κίνηση
προς τα πάνω, ή προς τα πλάγια, που οφείλεται σε κτυπήματα είναι ταχύτερη, ούτε
πάλι η κίνηση προς τα κάτω που οφείλεται στο ίδιο τους το βάρος.
Για όσο χρόνο η μια ή η άλλη από αυτές τις
δυο κινήσεις υπερισχύει, για τόσο χρόνο το άτομο θα έχει κίνηση τόσο
γρήγορη, όσο η σκέψη (“Άμα
νοήματι”), μέχρι τη στιγμή που κάτι το αναχαιτίζει είτε από εξωτερική
αιτία, είτε από το ίδιο του το βάρος, που εξουδετερώνει τη δύναμη αυτού που
έδωσε το κτύπημα». ….».
«Καὶ μὴν καὶ ἰσοταχεῖς ἀναγκαῖον
τὰς ἀτόμους εἶναι, ὅταν διὰ τοῦ κενοῦ εἰσφέρωνται μηθενὸς ἀντικόπτοντος. Οὔτε γὰρ
τὰ βαρέα θᾶττον οἰσθήσεται τῶν μικρῶν καὶ κούφων, ὅταν γε δὴ μηδὲν ἀπαντᾷ αὐτοῖς·
οὔτε τὰ μικρὰ τῶν μεγάλων, πάντα πόρον σύμμετρον ἔχοντα, ὅταν μηθὲν μηδὲ ἐκείνοις
ἀντικόπτῃ· οὔθ' ἡ ἄνω οὔθ' ἡ εἰς τὸ πλάγιον διὰ τῶν κρούσεων φορά, οὔθ' ἡ κάτω
διὰ τῶν ἰδίων βαρῶν. Ἐφ' ὁπόσον γὰρ ἂν κατίσχῃ ἑκατέρ <α
αύτ>ῶν, ἐπὶ τοσοῦτον ἅμα νοήματι τὴν φορὰν σχήσει, ἕως <ἂν
τι> ἀντικόψῃ ἢ ἔξωθεν ἢ ἐκ τοῦ ἰδίου βάρους πρὸς τὴν τοῦ πλήξαντος δύναμιν».
(Επ. προς Ηρόδοτο 61)
Ο
Δημόκριτος θεωρούσε πως η στροβιλώδης κίνηση των απειράριθμων
μικροσωματιδίων (“ξυσμάτων”) τα οποία παρατηρούνται σε μια ηλιακή ακτίνα που
εισχωρεί σ’ ένα σκοτεινό θάλαμο, είναι ανάλογη και αποτελεί απόδειξη της
παντοτινής κίνησης των ατόμων πάσης μορφής (ύλης, κοσμικών συστημάτων και
ψυχής)……
(Αριστοτέλους “Περί ψυχής” 404b 28)
Ο Επίκουρος, του οποίου
τα άτομα είναι υλικής φύσεως, δέχεται την πιο πάνω σωστή,
φυσική, παρατήρηση.
Ο Δημόκριτος πίστευε πως τα άτομα
είναι πνευματικές οντότητες, όπως τα Πυθαγόρεια μαθηματικά μεγέθη
(κατά κάποιο τρόπο), που
αντιλαμβανόμαστε με τη σκέψη….. (Βλ. κεφ. 3.7.5)
Στας
“ατόμους”, ο Επίκουρος, διακρίνει
τρία είδη κινήσεως:
α) Την
προκύπτουσα από τις αλλεπάλληλες μεταξύ τους συγκρούσεις.
β) Την
από το ίδιον βάρος τους, σε μια ευθεία, παράλληλη αλλήλων, πτωτική πορεία.
γ) Την αιφνιδιαστική, απρόσμενα, αναπάντεχα,
αυθόρμητα, προκύπτουσα αλλαγή (κατ’
απειροελάχιστον) στην πτωτική κατεύθυνση μιας κίνησης.
«Και
τα άτομα κινούνται συνεχώς στην αιωνιότητα, [πιο κάτω λέει ότι τα άτομα
κινούνται με ίση ταχύτητα, καθώς το κενό παρέχει την ταυτόχρονη άφιξη και στο
πολύ ελαφρύ και στο πολύ βαρύ], άλλα
μεν πίπτοντας κατευθείαν προς τα κάτω, κάποια άλλα παρεκκλίνοντας, και κάποια
αναπηδώντας μετά την σύγκρουσή τους…….».
«Κινοῦνταί
τε συνεχῶς αἱ ἄτομοι [φησὶ δὲ ἐνδοτέρω καὶ ἰσοταχῶς αὐτὰς κινεῖσθαι τοῦ κενοῦ τὴν
εἶξιν ὁμοίαν παρεχομένου καὶ τῇ κουφοτάτῃ καὶ τῇ βαρυτάτῃ] τὸν αἰῶνα, καὶ αἱ μὲν
<κατὰ στάθμην, αἱ δὲ κατὰ παρέγκλισιν, αἱ δὲ κατὰ παλμόν,…..». (Επ. Η., 43)
Η
μία από τις πιο πάνω κινήσεις των ατόμων της ύλης, αληθινά πρωτότυπη, είναι η περίφημη “Επικούρεια παρέγκλιση (παρέκκλιση)”. Και είναι αυτή, που περισσότερο
από τις άλλες, έχει σαν αποτέλεσμα, μετά από σύγκρουση – συμπλοκή των
στοιχειωδών ατόμων της ύλης, την δημιουργία σύνθετων σωμάτων και ποικίλων
μεταλλαγών.
Για την “παρέγκλιση”, η οποία συνάδει με την
κβαντομηχανική (1927) και το βασικό αξίωμα της, την “Αρχή της Απροσδιοριστίας
(ή Αβεβαιότητας) του Χάιζενμπεργκ”, αναφερόμαστε στο περί Αιτιότητας κεφ. 4
(4.5)
3.7.4) Η φύση και
η ταχύτητα του φωτός στον Επίκουρο
Επικούρειες απόψεις ως προς το φως και την ταχύτητα του:
Από την επιστολή του Επίκουρου προς τον
Ηρόδοτο (46 – 47
& 61):
«…… Όλες
οι μορφές - σώματα (της στερεάς, αλλά όχι μόνον) ύλης (“τύποι
ομοιοσχήμονες τοις στερεμνίοις / στερέμνια”)
που μπορούν να γίνουν ορατές, αυτό το
επιτυγχάνουν με εκπομπή “ειδώλων».
“Είδωλα,” στη φυσική θεωρία του Επίκουρου, ονομάζονται
οι εικόνες που εκρέουν (ακτινοβολούνται) από τα “στερέμνια” (τα πράγματα). Τα “είδωλα,” αποτελούν τα πλέον λεπτά
σωματίδια της φύσης. Μάλιστα, ο Επίκουρος τα χαρακτηρίζει ως “κουφότατες
ατόμους”, δηλ. ως τα πλέον αβαρή άτομα και όρισε την κίνηση τους τόσο
γρήγορη, ίσο η σκέψη («Άμα νοήματι»)…..
«Πρός τε τούτοις, ὅτι ἡ γένεσις
τῶν εἰδώλων ἅμα νοήματι συμβαίνει».
(Επ.Ηρ, 48)
Η
ταχύτητα των “ειδώλων των στερεμνίων”, είναι, λοιπόν, ανυπέρβλητου
μεγέθους. Καλύπτει κάθε απόσταση που μπορεί να φανταστεί κανείς σε χρονικό
διάστημα αδιανόητα μικρό («ἐν ἀπερινοήτῳ
χρόνῳ»)……. «…..γινομένη
πᾶν μῆκος περιληπτὸν ἐν ἀπερινοήτῳ χρόνῳ
συντελεῖ….». (Επ.Ηρ, 46)
Η
ταχύτητα των
“ειδώλων των στερεμνίων” είναι παντού η ίδια, ανεξάρτητη της πηγής από
την οποίαν εκπέμπονται και του μέσου δια μέσου του οποίου διέρχονται, αφού
κανένα από τα φαινόμενα δεν αντιμαρτυρεί, δηλ. καμιά παρατήρηση δεν διαψεύδει.
Δύο
εδάφια από την επιστολή του Επίκουρου προς τον Ηρόδοτο (Επ.Ηρ., 47, 51 & 61):
1) «Επίσης, κανένα από τα φαινόμενα δεν αντιμαρτυρεί (δηλ. καμιά
παρατήρηση δεν διαψεύδει), ότι τα είδωλα,
μετέρχονται (απαρτίζονται από) τα πιο λεπτά σωματίδια…...
Kαι
ως εκ τούτου έχουν αξεπέραστες ταχύτητες, με συμμετρία όσον αφορά τον χώρο
προέλευσης και διαβίβασής τους…. ».
«Ειθ’ ότι τα είδωλα ταις λεπτότησιν ανυπερβλήτοις κέχρηνται [ατόμοις], ουδέν
αντιμαρτυρεί των φαινομένων· όθεν και τάχη
ανυπέρβλητα έχει, πάντα πόρον σύμμετρον έχοντα…..».
(Επ.Ηρ., 47)
2) «Διότι και η ομοιότητα μεταξύ των πραγμάτων
που υπάρχουν, και τα οποία ονομάζουμε πραγματικά, και των εικόνων που
λαμβάνουμε ως ομοιώματα των πραγμάτων και παράγονται είτε στο ύπνο είτε μέσω
κάποιων άλλων πράξεων αντίληψης από μέρους του νου ή των άλλων κριτηρίων, δεν
θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, εκτός αν υπήρχαν κάποιες εκπομπές με αυτή
τη φύση που πραγματικά να έρχονται σε επαφή με τις αισθήσεις μας.
Και δεν θα υπήρχε σφάλμα, εκτός εάν
και κάποιο άλλο είδος κίνησης δημιουργείτο μέσα μας, συνδεδεμένο στενά με την
νοητική ενεργητική αντίληψη των εικόνων, αλλά που διαφέρει από αυτήν.
Και αυτό [που συνδέεται με την
ενεργητική αντίληψη, αλλά διαφέρει από αυτήν] εάν δεν επιβεβαιώνεται ή
διαψεύδεται, δημιουργεί την πλάνη, αλλά εάν επιβεβαιώνεται, ή δεν διαψεύδεται,
είναι το αληθές».
«Ἥ τε γὰρ ὁμοιότης τῶν φαντασμῶν οἱον εἰ ἐν εἰκόνι λαμβανομένων ἢ καθ' ὕπνους γινομένων ἢ κατ' ἄλλας τινὰς ἐπιβολὰς τῆς διανοίας ἢ τῶν λοιπῶν κριτηρίων οὐκ ἄν ποτε ὑπῆρχε τοῖς οὖσί τε καὶ ἀληθέσι προσαγορευομένοις, εἰ μὴ ἦν τινα καὶ τοιαῦτα προσβαλλόμενα· τὸ δὲ διημαρτημένον οὐκ ἂν ὑπῆρχεν εἰ μὴ ἐλαμβάνομεν καὶ ἄλλην τινὰ κίνησιν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς συνημμένην μὲν <τῇ φανταστικῇ ἐπιβολῇ,> διάληψιν δὲ ἔχουσαν· κατὰ δὲ ταύτην [τὴν συνημμένην τῇ φανταστικῇ ἐπιβολῇ, διάληψιν δὲ ἔχουσαν], ἐὰν μὲν μὴ ἐπιμαρτυρηθῇ ἢ ἀντιμαρτυρηθῇ, τὸ ψεῦδος γίνεται· ἐὰν δὲ ἐπιμαρτυρηθῇ ἢ μὴ ἀντιμαρτυρηθῇ, τὸ ἀληθές. (Επ. Ηρ., 51)
Τα
“είδωλα” της Επικούρειας θεωρίας αντιστοιχούν στα σύγχρονα “φωτόνια”,
φορείς του φωτός, που λογίζονται σωματίδια χωρίς μάζα και κινούνται με την
μεγίστη στη φύση ταχύτητα c.
Εντυπωσιακή η διαπίστωση ότι ο
Επίκουρος είχε φθάσει σε ανάλογα συμπεράσματα, με αυτά της 2ης θεμελιώδους
αρχής της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας του Α. Αϊνστάιν.
3.7.5) Διαφορές της Επικούρειας από την Δημοκρίτεια φυσική φιλοσοφία
Η Επικούρεια Φυσική μόνον με την Δημοκρίτεια,
από την οποίαν άλλωστε προέρχεται, συγκρίνεται, διότι μόνο
μεταξύ παρομοίων θεωριών γίνονται συγκρίσεις. Και έχει παραβληθεί ακόμα και από τον Κάρολο
Μαρξ, ο οποίος στη διδακτορική διατριβή του, που είχε ως θέμα την «Διαφορά
της Δημοκρίτειας και Επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας», διαπίστωσε την
υπεροχή των απόψεων του Επίκουρου. Στη
μελέτη του αυτή ο Μαρξ προσαγορεύει τον Επίκουρο μέγιστο Έλληνα διαφωτιστή, που
του ταιριάζει ο έπαινος του Λουκρήτιου (στο DRN Ι, 62-79).
Ο Λεύκιππος φέρεται να
ήταν ο πρώτος που έβαλε τα θεμέλια της (υλιστικής) ατομικής θεωρίας, πιθανότατα
και ο δάσκαλος του Δημόκριτου….. Ο Επίκουρος αμφισβητούσε την προσωπική ύπαρξη του
Λεύκιππου ….
Ο Δημόκριτος (460-370), στη
διάρκεια της μακράς ζωής του, πραγματοποίησε μεγάλα ταξίδια στην Αίγυπτο και
την Ανατολή, πέρασε ένα διάστημα και από την Αθήνα. Κατόπιν, δίδαξε και
συνέγραψε (δυστυχώς μόνον ολίγα αποσπάσματα έχουν διασωθεί από το πολύ πλούσιο
και πολυμερές συγγραφικό έργο του) στην πατρίδα του, τα Άβδηρα της Θράκης,
πατρίδα και του σοφιστή Πρωταγόρα (490-420).
Οι Πλάτωνας και Αριστοτέλης, σφοδροί
πολέμιοι της «Ατομικής θεωρίας», νοούσαν την Φυσική διαφορετικά…..
Στον Αριστοτέλη, η «Φυσική
ακρόαση» είναι, όπως γράψαμε, μια θεωρητική πραγματεία περί της Κινήσεως.
Στον Πλάτωνα, το μοναδικό έργο που έχει αναφορές στη κοσμολογία και στις
φυσικές επιστήμες είναι ο «Τίμαιος» (βλ. τη 12η Σημείωσή μας), στο οποίον όμως, βασικά,
περιγράφεται μια μυθική περί κοσμογονίας διήγηση, πως δηλ. ο Δημιουργός,
αποβλέπων στις Ιδέες, δημιούργησε τον ορατό κόσμο…..
Οι Δημόκριτος και Επίκουρος, καθολικά
μυαλά και οι δύο, υπήρξαν οι μόνοι φιλόσοφοι που πίστευαν την «Ατομική θεωρία»….. έως τον John
Dalton, τον Άγγλο φυσικό ο οποίος την επαναδιατύπωσε, σε
σύγχρονη εκδοχή, το 1808!
Στην
«ατομική θεωρία», μεταξύ των Δημόκριτου
και Επίκουρου, οι σημαντικότερες διαφορές είναι τέσσερις, και αφορούν:
1) Την «παρέγκλιση». Η «παρέγκλιση»
στην κίνηση των ατόμων της ύλης και οι μεγάλες συνέπειες από αυτήν, είναι η
μεγαλύτερη και πιο εντυπωσιακή διαφορά της Επικούρειας από την Δημοκρίτεια
φυσική φιλοσοφία. Βλ. κεφ. 4 (Αιτιότητα)
2)
Τις ιδιότητες των ατόμων. Τα άτομα, ενώ κατά τον Δημόκριτο έχουν
(μόνον) σχήμα και μέγεθος, στον Επίκουρο έχουν τρεις ιδιότητες: σχήμα, μέγεθος και βάρος.
…… Η προσθήκη του βάρους στις
ιδιότητες του ατόμου είναι σημαντική, διότι με αυτήν η Επικούρεια ατομική
θεωρία καθίσταται υλιστική και διαφοροποιείται καίρια από την
ιδεαλιστικό-μαθηματική Δημοκρίτεια.
Με το βάρος τους, θεωρούσε ο
Επίκουρος, τα άτομα ωθούνται σε κίνηση…..
Δεν γνώριζε, φυσικά, όπως κανείς και μέχρι τον
Νεύτωνα, ότι το βάρος δεν είναι άλλο από την παγκόσμια βαρυτική έλξη των μαζών….
3) Το μέγεθος των ατόμων.
Ο Δημόκριτος λέει ότι “αι άτομοι είναι άπειροι
κατά μέγεθος”. Δεχόταν ότι υπάρχουν και πολύ μεγάλα άτομα, ακόμα και μέχρι
το μέγεθος του κόσμου.
Ο Επίκουρος θέτει όρια στο μέγιστο και στο
ελάχιστο μέγεθος των ατόμων.
4) Τον αριθμό των ειδών των ατόμων. Στον Επίκουρο, το μεν πλήθος των ατόμων είναι άπειρο (συμφωνώντας με τον Δημόκριτο), όμως τα είδη των ατόμων είναι αριθμός πεπερασμένος (διαφωνώντας με τον Δημόκριτο).
Ωστόσο, και στη
γενικότερη φυσική φιλοσοφία των Δημόκριτου και Επίκουρου, υπάρχουν σημαντικές (θεμελιώδεις) διαφορές,
όπως:
1) Ο Επίκουρος πιστεύοντας
στην εγκυρότητα των αισθήσεων, απομάκρυνε την ατομική θεωρία από τον
υποκειμενισμό. Γι’ αυτόν, όλα τα χαρακτηριστικά (ιδιότητες) των συστατικών της ύλης προέρχονται από την
αιώνια φύση τους, δεν είναι αποκυήματα σκέψης. (Βλ.
επιστολή προς Ηρόδοτο, 68)
Ο
Δημόκριτος, αντίθετα, πίστευε ότι γνώση είναι
μόνον εκείνη που χρησιμοποιεί την, απαλλαγμένη από τους δεσμούς της αισθήσεως,
σκέψη.
2) Τα
όντα, κατά τους Λεύκιππο και Δημόκριτο συμφωνώντας με την Πυθαγόρεια αντίληψη,
θεωρούνται κατά κάποιο τρόπο ως αριθμητικοί συνδυασμοί ατόμων. Σημαίνει ότι τα
άτομα απαρτίζονται από αριθμητικές μονάδες,
είναι οντότητες πνευματικές. (Αριστοτέλους
“Περί ουρανού” 303a 4)
Το
άτομο, κατά τον Επίκουρο, όντας συγκεκριμένη φυσική, πραγματική - υλική (και
όχι υποκειμενική - πνευματική) οντότητα, δεν
μπορεί να εκληφθεί ως ενυπάρχον στα άτομα μαθηματικό μέγεθος,
αμερές (δηλ. στερούμενο μερών=αδιαίρετο και βάρους), συλλαμβανόμενο
με τη σκέψη, όπως από τη μαθηματική του σκοπιά το έβλεπε ο Δημόκριτος.
(Βλ. κεφ. 3.7.2, και Κ. Δ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ Ε.Φ.
σελ. 431 και εγκ. Λεξικό ΗΛΙΟΣ)
3) Ο Επίκουρος,
με τη θεωρία της «παρέγκλισης», αποδέχεται, πέραν της ανάγκης και
της ανθρώπινης βούλησης, και την τυχαιότητα, η
οποία εντούτοις είναι ενταγμένη στους φυσικούς νόμους.
«Κάποια
πράγματα συμβαίνουν εξ ανάγκης, άλλα από τύχη, άλλα μέσω κάποιας δικής μας
ελεύθερης ενέργειας».
(Προς Μενοικέα, 133)
Ο
Δημόκριτος φρονεί ότι στη φύση κυριαρχεί αυστηρά -μόνον- η αιτιοκρατία
(ντετερμινισμός).
Ο
Λεύκιππος, πρωτύτερα, υποστήριζε το ίδιο, ταυτίζοντας την αναγκαιότητα με την,
κοινώς ονομαζόμενη, ειμαρμένη (προκαθορισμένη μοίρα):
«Ουδέν χρήμα μάτην γίγνεται, αλλά πάντα εκ λόγου τε και
υπ’ ανάγκης»…..
4) Ο Επίκουρος υπήγαγε την χρησιμότητα της φυσιογνωσίας στην εξυπηρέτηση του τομέα της Ηθικής της φιλοσοφίας του.
Αξιοπρόσεκτη είναι και η από την επιγραφή πάνω
στον πέτρινο τοίχο του Διογένη
από τα Οινόανδα της Λυκίας (2ος αι. μ.Χ.),
κατάκριση του Δημόκριτου (….Εσφάλη δ’
αναξίως εαυτού και Δημόκριτος….), διότι
είχε διδάξει ότι οι αισθητές ιδιότητες των πραγμάτων είναι υποκειμενικές…..
«Δημόκριτος δε ο Αβδηρίτης είπε μεν ατόμους φύσεις, καλώς γε ποιών, επεί δε περί αυτών εσφάλη τινά, εν ταις ημετέραις δόξαις επισκεφθήσεται….Εσφάλη δ’ αναξίως εαυτού και Δημόκριτος τας ατόμους μόνας κατ’ αλήθειαν ειπών υπάρχειν εν τοις ούσι, τα δε λοιπά νομιστεί άπαντα. Κατά γαρ τον σον λόγον, ω Δημόκριτε, ουχ όπως το αληθές ευρείν, αλλ’ ουδέν ζην δυνησόμεθα, μήτε το πυρ φυλαττόμενοι, μήτε την σφαγήν».
Αλλά και ο Θεόφραστος, ο
πρώτος διάδοχος του Αριστοτέλη στο Λύκαιο, στο «Περί αισθήσεως» έργο του
επικρίνει τόσο τον Δημόκριτο, όσο και τον Πλάτωνα, διότι καταλήγουν σε
διαφορετικά από τις βασικές τους υποθέσεις συμπεράσματα, για το θέμα. Γράφει ο
Θεόφραστος:
Ο Δημόκριτος, ενώ θεωρεί τις αισθησιακές ποιότητες ως υποκειμενικές καταστάσεις, τις ανάγει σε αντικειμενικές ιδιότητες των ατόμων. Ο Πλάτωνας, ενώ θεωρεί τις αισθησιακές ποιότητες ως υποκειμενικά δεδομένα, όμως τις ανάγει στις Ιδέες.
Λουκρήτιου: “De rerum natura” / “Για την φύση των πραγμάτων”
1)
Στο βιβλίο Ι (1.117 στίχοι) ο Λουκρήτιος αναφέρεται κυρίως στις θεμελιώδεις αρχές
της φυσικής, στην αρχή διατήρησης της ύλης, η οποία είναι άπειρη και εξηγεί την
ατομική θεωρία. Το κενό και τα άτομα, που βρίσκονται σε αέναη κι’ αδιάκοπη
στροβιλώδη κίνηση από μόνα τους, υπάρχουν ανέκαθεν και είναι άφθαρτα……
«Η αρχή
που θα χρησιμεύει από δω και πέρα για ξεκίνημα, είναι ότι τίποτα δεν
δημιουργείται ποτέ από το τίποτε, με θεϊκή βούληση» (Ι, 149-150)………. «Τα
πάντα αποτελούνται από αθάνατα στοιχεία» (Ι, 220-221) ……..«Τίποτα
δεν μπορεί να γεννηθεί από το τίποτα, κι ούτε πάλι, μετά τη γέννηση του να
επιστρέψει στο μηδέν» (Ι, 265-268)…….«Τη στιγμή που όλα τα σώματα
υπόκεινται σε διάλυση, η ίδια η ύλη, που αποτελείται από στερεά στοιχεία,
παραμένει αιώνια». (Ι, 517-519)
Η άποψη του Λουκρήτιου για τον «χωροχρόνο»
…..
«Χρόνος δεν υπάρχει από μόνος του.
Μόνο από τα ίδια πράγματα βγαίνει η αίσθηση για το τι έγινε στο παρελθόν, τι
γίνεται τώρα και τι θ’ ακολουθήσει μετά. Ας το παραδεχτούμε λοιπόν ότι κανείς
ποτέ δεν μπόρεσε ν’ αντιληφθεί το χρόνο ξεκομμένο από την κίνηση ή τη γαλήνια
ακινησία των πραγμάτων» (Ι, 259-263)….….. «Τα γεγονότα σε καμιά περίπτωση δεν
έχουν αυτόνομη υπόσταση, όπως η ύλη………. Σωστότερο θα ήταν, να τα ονομάσεις
συμπτώματα της ύλης και του χώρου, στον οποίον συμβαίνουν». (Ι,
259-263)
Ανασκευάζει άλλες κοσμογονικές
θεωρίες, όπως του Ηράκλειτου, εγκωμιάζει τον Εμπεδοκλή πλην επισημαίνει λάθη
της θεωρίας του, το ίδιο και με άλλους
φιλόσοφους…… «Γιατί οι ανόητοι θαυμάζουν κι αγαπούν περισσότερο, ό,τι
θαρρούν πως διακρίνουν κρυμμένο κάτω από λόγια διφορούμενα. Και θεωρούν αληθινό
μόνο ό,τι τους χαϊδεύει τ’ αυτιά κι είναι φτιασιδωμένο με φράσεις που ηχούν
ευχάριστα». (Ι, 661-664)
Αναφερόμενος στο σύμπαν……..
«που δεν είναι δυνατόν να έχει κέντρο, αφού είναι άπειρο» (Ι, 1069-1070)…… ισχυρίζεται ότι μόνο του δημιουργήθηκε, θεωρία που ακόμα και σήμερα, πολλοί επιστήμονες,
διστάζουν να παραδεχτούν…..
«Τα άτομα
δεν έχουν πάρει τις θέσεις που κατέχουν, σύμφωνα με κάποιο σχέδιο κάποιου σοφού
νου. Κι’ ούτε συμφώνησαν αναμεταξύ τους τι κινήσεις θα κάνει το καθένα. Αλλά αφού πέρασαν, μες στην απεραντοσύνη, από
αλλαγές πολλών ειδών και μετατοπίζονταν μες στον άπειρο χρόνο και δέχονταν
απανωτές κρούσεις, δοκιμάζοντας κάθε λογής κινήσεις και συνδυασμούς, καταλήγουν
στους μεγάλους εκείνους σχηματισμούς που δημιουργούν και συνθέτουν το σύμπαν». (Ι,
1021-1028)
2)
Στο βιβλίο ΙΙ (1.174
στίχοι) αναφέρεται στα άτομα και στις κινήσεις τους….. Όλα
γίνονται χωρίς καμία θεϊκή παρέμβαση…… Πατέρας είναι ο ουρανός και μάνα
μας η γη. Γη, η μητέρα των πάντων …..
«…. που θα πρέπει να έχουν ιλιγγιώδη
ταχύτητα και να κινούνται πολύ πιο γρήγορα από το φως του ήλιου και στον
ίδιο χρόνο να διανύουν πολλαπλάσια απόσταση από εκείνην που διανύουν οι ακτίνες
του ήλιου στον ουρανό». (ΙΙ, 161-164)…… «Αυτοί
που φαντάζονται πως όλα τα τακτοποίησαν οι θεοί για χάρη των ανθρώπων, είναι
φανερό πως έχουν ξεστρατίσει από το δρόμο της αλήθειας» (ΙΙ, 175-177)……….
«…..το σύνολο των όντων ανανεώνεται ακατάπαυστα και η ζωή των θνητών είναι ένα
αέναο πάρε-δώσε. Άλλα είδη αναπτύσσονται κι άλλα αφανίζονται. Και σε μικρό
διάστημα περνούν οι γενιές των εμψύχων και σαν σε σκυταλοδρομία παραδίδουν η
μια στην άλλη τη δάδα της ζωής». (ΙΙ, 74-79)……..
«Όλοι προερχόμαστε από ουράνιο
σπέρμα. Όλοι έχουμε τον ίδιο πατέρα, κι η μάνα γη που μας τρέφει απ’
αυτόν δέχεται τις διάφανες σταγόνες της βροχής, γονιμοποιείται και γεννοβολά τα
θαλερά σπαρτά, τα καρπερά δέντρα και το ανθρώπινο γένος. Γεννά όλα τα άγρια
θεριά και τους χαρίζει την τροφή που θρέφει το κορμί τους για να περνούν γλυκιά
ζωή και να διαιωνίζουν το είδος τους. Δίκαια λοιπόν της έδωσαν το όνομα της
μάνας». (ΙΙ, 991-997)……
«Γι’ αυτό η Γη, και μόνο αυτή,
ονομάστηκε Μεγάλη Μητέρα των θεών, μάνα των άγριων θεριών, μητέρα των
ανθρώπων». (ΙΙ, 597-599) ……..
«μολονότι μεγάλη, αιωρείται στον αιθέρα του διαστήματος και δεν μπορεί να
στηρίζεται πάνω σε άλλο έδαφος». (ΙΙ,
603-604)…….
«Ό,τι
προήλθε από τη γη, ξανά στη γη επιστρέφει…. Κι ο θάνατος ακόμη, δεν αφανίζει τα
μόρια της ύλης όπως καταστρέφει τα πράγματα. Απλώς διαλύει τις ενώσεις τους, κι
από κει και πέρα πλάθει καινούργιους συνδυασμούς και κάνει να παίρνουν τα
πράγματα αλλιώτικη μορφή….». (ΙΙ, 997-1002)…..…
«σημασία έχει το πώς συνδυάζονται τα άτομα και ποιές θέσεις κατέχουν, και
ποιές κινήσεις δέχονται και προκαλούν αμοιβαία….» (ΙΙ, 1003-1005)….. «η διάταξη των στοιχειωδών μορίων είναι
αυτή που κάνει τη διαφορά»……..
Ο δικός μας κόσμος δεν είναι ο
μοναδικός: «….Υπάρχουν και αλλού συσσωρεύσεις ύλης όμοιες μ’ ετούτην
εδώ, που αγκαλιάζει άπληστα ο αιθέρας» (ΙΙ, 1065-1066)
Στο
βιβλίο ΙΙ, (στίχοι από 216 έως 293),
καταγράφεται γλαφυρά και η «παρέγκλιση» {“Clinamen, declinatio, inclinatio”} στην
κίνηση των ατόμων, η υπέροχη Επικούρεια θεωρία, κατά την οποίαν…… σε
απροσδιόριστο τόπο και χρόνο κάποια άτομα
της ύλης, που κινούνται «κατά
πάλσιν και περίπαλσιν» με τις
ανυπέρβλητες ταχύτητες τους μέσα στο αβυσσαλέο κενό,
προσδεμένα/συσσωματωμένα στην μάζα όπου ανήκουν μέσα σε (νοητό) πλέγμα (το «πλεκτικόν»),
«παρεκκλίνουν»
από την κανονική, την κατακόρυφη πορεία τους και…… Βλ. κεφ. 4.5 και άλλες αναφορές μας….
3) Στο βιβλίο ΙΙΙ
(1.094
στίχοι) ο Λουκρήτιος αναφέρεται στην υλικότητα του νου και της ψυχής και
γίνεται διάκριση μεταξύ του λογικού μέρους / “animus”, που τοποθετείται στο στήθος
και του άλογου μέρους / “anima”,
που μολονότι είναι ενωμένο με το animus,
κατανέμεται σε όλες τις περιοχές του σώματος….. και, βέβαια, στην αναπότρεπτη
θνητότητα τους…..
«Λοιπόν, ο νους/animus,
και η ψυχή/anima κρατιούνται σφιχτοδεμένα μεταξύ τους κι αποτελούν μια
ενιαία φύση. Όμως η φρόνηση, αυτό που ονομάζουμε νου και λογικό, δεσπόζει σ’
ολόκληρο το σώμα κι η έδρα της βρίσκεται
καταμεσής του στήθους». (ΙΙΙ, 136-139)…… «Ο νους και οι ανάλαφρες ψυχές όλων των πλασμάτων γεννιούνται
και πεθαίνουν». (ΙΙΙ, 417-418)….. «η ψυχή είναι θνητή» (ΙΙΙ, 544)
Στο βιβλίο αυτό (ΙΙΙ)
περιέχονται κι αναλύονται και οι αληθινά έξοχες και διάσημες περί του
θανάτου θεωρίες του Επίκουρου, που συνιστούν βασικό στοιχείο της Ηθικής
φιλοσοφίας του.
4) Το
βιβλίο IV
(1.287
στίχοι) αναφέρεται στις αισθήσεις, καθώς και σε ζητήματα φυσιολογίας,
ψυχολογίας, έρωτα, σεξουαλικότητας,
οικογένειας, τεκνοποιίας. Εδώ, (στ. 1.037 - 1287) και το διάσημο χωρίο, όπου ο ποιητής σαρκάζει και απομυθοποιεί
την γυναίκεια ομορφιά και γοητεία, οικτίρει τους ερωτευμένους (Βλ. Σημείωση 13η)
5) Το βιβλίο V
(1.457 στίχοι) αναφέρεται στην Κοσμογονία, στα Ουράνια σώματα και τα
φαινόμενά τους, στην Γη και τον άνθρωπο, στην προέλευση και εξέλιξη της ζωής
και του πολιτισμού πάνω στη Γη κλπ.……..
(Βλ. εκτενή αναφορά μας για το
βιβλ. V στη Σημείωση 10η)
6) Το βιβλίο VΙ (1.286 στίχοι) αναφέρεται στα
μετεωρολογικά και άλλα καιρικά φαινόμενα, δίδοντας μόνο λογικές εξηγήσεις,
ενίοτε πολλαπλές…… Όλα τα γήινα φαινόμενα, κάθε γεγονός, διεργασία,
μεταβολή που παρατηρεί ο άνθρωπος, το ίδιο και
οι αρρώστιες και οι επιδημίες, έχουν αμιγώς φυσικά αίτια, προκαλούνται
από δυνάμεις της φύσης, συνεπώς μόνο ορθολογικές γνωστικές εξηγήσεις χωρούν.
«….. Τώρα λοιπόν που σου έδειξα πως οι
περιοχές του σύμπαντος είναι φθαρτές και θα χαθούν και πως ο ουρανός είναι από
ύλη που έχει γεννηθεί, τώρα που εξήγησα τα περισσότερα ουράνια φαινόμενα, τα
όσα συμβαίνουν και πρέπει δίχως άλλο να συμβούν.…..γιατί η άγνοια των αιτίων
αναγκάζει τους ανθρώπους να τ’ αποδίδουν όλα στους θεούς…..Υπάρχουν και
κάποια άλλα φαινόμενα που για να τα εξηγήσουμε δεν αρκεί να αναφέρουμε μία
αιτία αλλά πολλές, από τις οποίες ωστόσο μία είναι η αληθινή….
Όλα
αυτά συμβαίνουν για κάποιο φυσικό λόγο, κι είναι φανερό από που προέρχονται
οι αιτίες που τα προκαλούν……. Και κατ’ αρχήν σου ξαναλέω αυτό που πολλές φορές
είπα και πριν: Η γη περιέχει ενώσεις και σχηματισμούς κάθε λογής πραγμάτων.
Πολλά χρησιμεύουν για τροφή και ευνοούν τη ζωή, πολλά πάλι είναι εκείνα που
φέρνουν αρρώστιες και επισπεύδουν το θάνατο…».
Και το 6ο βιβλίο - όλο έργο κλείνει με
περιγραφή του τρομερού λιμού των Αθηνών (2ο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου,
430 π. Χ.), ένα ιστορικό γεγονός, για το οποίον -ως ιατρός- έχει συγγράψει
μελέτη ο πανεπιστημιακός καθηγητής της Γενετικής κ. Χρ. Γιαπιτζάκης, εκ
των καθηγεμόνων του «Κήπου Αθηνών».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο
Αιτιότητα
4.1) Αριστοτέλης: Αιτιότητα – Τύχη
Ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται αδιάσπαστη
την ενότητα της ουσίας (ύλης) με τις αιτίες των πραγμάτων και διακρίνει τέσσερα τα
είδη των αιτιών….
«Τα δε αίτια λέγεται τετραχώς». (“Μετά τα φυσικά”
Α, 981a,28-36)
1)
Ουσίας: “Ουσία και το τι ήν είναι …..
ανάγεται γαρ το δια τι εις τον λόγον έσχατον, αίτιον δε και αρχή το δια τι το
πρώτον”.
2)
Ύλης: Ύλης και ότι υπόκειται εις αυτήν, “εξ
ου γίνεταί τι”, αυτό από το οποίον γίνεται ένα πράγμα και που υπάρχει και
στο παράγωγο ως συστατικό του στοιχείο.
3) Ποιητικής αιτίας: Όθεν και πόθεν η αρχή της κινήσεως. Εξ
ου η μεταβολή.
4) Τελικής αιτίας: “Αντικειμένης αιτίας ταύτη, το ου ένεκα και τ’ αγαθόν”. Το δια ποιον λόγο και το αγαθόν, καθόσον τούτο, το αγαθόν, είναι το τέλος, δηλ. ο σκοπός, πάσης γενέσεως και κινήσεως”.
Τα (4) «Πρώτα Αίτια» του
Αριστοτέλη συναντώνται και με τις συνοπτικές ονομασίες:
Υλικό –
Ουσιαστικό – Ποιητικό (“όθεν η κίνησις”, δηλ.
η μεταβολή) και Τελικό (“ου ένεκα”).
Τα δύο πρώτα αίτια αφορούν περισσότερο την “Οντολογία”, αφού αναφέρονται στην Ύλη, το Είδος, την Ουσία, τη Μορφή κ.ά., έννοιες, η ακριβής σημασία των οποίων -συχνά- είναι ασαφής, ή, συγκεχυμένη.
Και τα τέσσερα
αυτά αίτια ο Αριστοτέλης θεωρούσε απαραίτητα για την παραγωγή
επιστημονικού αποτελέσματος. Η φυσική
φιλοσοφία πρέπει να συνεκτιμά καθ’ ένα από τα τέσσερα αίτια και να
αναφέρεται σε όλα, κάθε φορά που επιχειρεί να εξηγήσει τα γεγονότα. Αναγνωρίζει,
βέβαια, ότι σε μια αλυσίδα αιτιακής σχέσης, μπορεί να φτάσουμε σε σημείο ένα
αίτιο να μην έχει άλλο αίτιο για να αναχθεί.
«Ότι δ’ εισίν αρχαί και
αίτια γεννητά και φθαρτά άνευ του γίγνεσθαι και φθείρεσθαι φανερόν…… Δήλον άρα ότι μέχρι τινός βαδίζει αρχής, αύτη
δ’ ουκέτι εις άλλο». (“Μετά τα φυσικά”
Ε 3 1027 a-b)
Για τους “μονιστές”
φιλόσοφους, δηλ. για όσους….. “περί του
παντός ως αν μιάς ούσης φύσεως απεφήναντο”, ο Σταγειρίτης λέει πως κανένας
λόγος για αίτια δεν γίνεται, διότι για την ύπαρξη
μιας αιτίας απαιτούνται δύο παράγοντες, ο ενεργών και ο υφιστάμενος την
ενέργεια. Έτσι, αυτοί που θεωρούν “εν το παν” δεν αναφέρουν καμία αιτιώδη
αλληλουχία.
Ο Αριστοτέλης προχωρεί
και στην έρευνα κάτι ακόμα, πρόσθετου στα πιο πάνω “τέσσερα αίτια” που
αναφέρθηκαν. Πρόκειται για την “τύχη” και
το “αυτόματο, τα οποία αποτελούν εξαιρέσεις στον συνηθισμένο
κανόνα της φύσης. Αυτά, λέγει,
συμβαίνουν “κατά συμβεβηκός”, δηλ. “δυνάμει ενός συνακόλουθου”.
Η Τύχη, δεν
συνιστά ενεργό αίτιο, αλλά είναι ένας όρος που υποδηλώνει ορισμένο είδος σχέσης
ανάμεσα σε γεγονότα, και θα μπορούσε -φυσιολογικά- να αποτελεί σκοπό,
είτε μιας εσκεμμένης ανθρώπινης ενέργειας, είτε μιας ασυνείδητης προσπάθειας
της φύσης. Η τύχη είναι απλά ένα όνομα που δηλώνει την απρόβλεπτη
σύμπτωση δύο αλυσίδων αυστηρής αιτιακής σχέσης.
Τα πράγματα, που μπορούν να
χαρακτηριστούν αίτια ενός αποτελέσματος της τύχης, είναι σχεδόν απροσδιόριστα.
Η τύχη δεν ισχύει για άψυχα πράγματα, παιδιά και ζώα.
Στα “Ηθικά
Ευδήμεια”, λόγος γίνεται ακόμα και δια δύο είδη καλής
τύχης (“ευτυχίας”), που οφείλονται στην εύνοια,
το μεν στους θεούς, το δε στη φύση. Η “ευτυχία” (δηλ. η καλή τύχη), σαν εξασφαλίζει
στον άνθρωπο τα “εκτός αγαθά”, τότε γίνεται συνεργός της ευδαιμονίας του.….
“Η ευτυχία συνεργός αν είη της ευδαιμονίας, επεί ουκ έστιν ευδαιμονία άνευ των εκτός αγαθών”
4.2) Η Τελολογία
Ο Αριστοτέλης, παράλληλα αλλά και αντίθετα με τις θεωρίες του
για αίτια, τύχη, αυτόματο, προβάλλει, και προσπαθεί να αποδείξει, την
ύπαρξη Τελολογίας (σκοπού) στη
φύση……
«Η διαδικασία
του “γίγνεσθαι”, προσβλέπει στο “είναι”, και συμβαίνει χάριν του “είναι”, όχι
το αντίστροφο».
(“Περί
ζώων γενέσεως”, B 1-6)
Για κάθε πράγμα ο Αριστοτέλης αναζητεί
τον σκοπό της ύπαρξης του. Στα έμβια όντα και στις κοινωνίες ο σκοπός είναι
ενυπάρχων. Η ερμηνεία όλων, όσα υπάρχουν, δεν πρέπει να αναζητείται στην
αρχή της ανάπτυξής τους, αλλά στην τελική μορφή, προς την οποίαν αυτή
κατατείνει.
Η φύση κάθε όντος προκύπτει από τον
προορισμό και όχι από την προέλευσή του, είναι δηλ. αυτό που είναι, όταν η
ανάπτυξή του έχει ολοκληρωθεί (…..
“οίον γαρ έκαστόν έστι της γενέσεως τελεσθείσης”).
Για τον
βιολόγο, τα “τελικά” αίτια είναι σημαντικότερα από τα “ποιητικά”.
Στο ερώτημα: Γιατί τα
ζώα γεννούν σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του
είδους; η απάντηση είναι: Διότι η σταθερότητα των χαρακτηριστικών είναι ο
κύριος παράγων για την ύπαρξη σκοπού στη Φύση.
Ο τελικός σκοπός κάθε είδους είναι αυτό τούτο το είδος,
και ενυπάρχει στο είδος, μάλιστα το αναπαράγει και το
αυξάνει. Η διαιώνιση του είδους είναι η ασφαλέστερη
απόδειξη της σκοπιμότητας μέσα στη φύση.
O Εμπεδοκλής (495-435), αντίθετα, είχε αναπτύξει θεωρία περί “Φυσικής επιλογής”, όπου μόνον τα “επιτηδείως
συστάντα” επιβιώνουν και εξελίσσονται… Το ίδιο Επίκουρος και Λουκρήτιος,
βεβαίως, μετέπειτα.
Η Φύση
ποτέ δεν προικίζει ένα ζώο με ένα όργανο, αν εκείνο δεν είναι ικανό να το
χρησιμοποιήσει. H Φύση (μη συνειδητό υποκείμενο) δεν
κάνει τίποτα μάταια – τίποτα περιττό, ενεργεί
σαν να προβλέπει το μέλλον. Ωστόσο, επειδή είναι
ανεπαρκής η έννοια σκοπού, που δεν είναι επιδίωξη κανενός “Νου”, ο
Αριστοτέλης σ’ ένα σημείο άλλου έργου του, προσθέτει και την έννοια του Θεού:
«Ο Θεός και η Φύση δεν κάνουν τίποτα στην τύχη». (“Περί ουρανού”
271 a 33)
Συνεπάγεται ότι χάριν των
ανθρώπων αυτά όλα έπλασε η φύση!
«Ει ουν η
φύσις μηθέν μήτε ατελές ποιεί μήτε μάτην, αναγκαίον των ανθρώπων ένεκεν αυτά
πάντα πεποιηκέναι την φύσιν….». (“Πολιτικά” Α
1256 b 22-24)
Ο Θεός του Σταγειρίτη («Μετά
τα φυσικά», βιβλ. Λ κ.ά.), είναι
ένας Θεός αφοσιωμένος στην ενατένιση του εαυτού του (στην
αυτογνωσία του) και επεμβαίνει στον κόσμο
μόνον ως αντικείμενο της επιθυμίας του…… άρα η δομή του σύμπαντος δεν φαίνεται
προϊόν προμελετημένου κι ολοκληρωμένου υπολογιστικού σχεδίου.
Άλλωστε, ο Αριστοτέλης δεν έχει χρησιμοποιήσει πότε τη λέξη πρόνοια,
ούτε υπολογίζει θεία ανταμοιβή και τιμωρία, σε αντιδιαστολή με τον
Πλάτωνα… Από την άλλη μεριά, ο Αριστοτέλης έχει παραβάλλει το Θεό με
στρατηγό (ή κυβερνήτη), στους οποίους οφείλεται η τάξη σ’ ένα στρατό (ή, σ’ ένα
λαό), κι έχει επαινέσει τον Αναξαγόρα, που εισήγαγε τον Νου, ως
αίτιο της τάξης μέσα στον κόσμο.
Μέση διαλλακτική άποψη
των παραπάνω φαίνεται να είναι η άποψη ότι στη φύση υπάρχει μια ασυνείδητη τάση
προς την εκπλήρωση ορισμένων σκοπών. Όμως κι’ αυτός ο συμβιβασμός δεν ικανοποιεί, διότι και η ασυνείδητη τελολογία
προϋποθέτει ένα σκοπό που δεν είναι σκοπός κανενός νου, επομένως δεν
είναι σκοπός! Έτσι, πιθανόν, η έκφραση “Ο
Θεός και η Φύση” να αντιπροσωπεύει μια παραχώρηση σε κοινούς τρόπους
σκέψης. (“D. Ross”, σελ.182)
Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς, πιστεύει σε μια δραστηριότητα του Θεού, ένα είδος θείας πρόνοιας τουλ. όσον αφορά την διατήρηση του είδους, βάσει της χωρίου (“Περί γενέσεως και φθοράς” 336 b 31), όπου ο Αριστοτέλης γράφει: «Για ‘κείνα τα όντα, που όντας απόμακρα από την πρώτη αρχή δεν έχουν τη δυνατότητα αιώνιας ύπαρξης (άνθρωποι, ζώα, φυτά, σε αντίθεση με τα ουράνια σώματα), ο θεός έχει προβλέψει τη καλύτερη δυνατή λύση, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της γένεσης».
Στα έργα της φύσης, παρατηρεί ο
Αριστοτέλης, το τέλος (σκοπός), και
το τελικό αίτιο, κυριαρχούν περισσότερο απ’ ό,τι ανάλογο
συμβαίνει με τα έργα τέχνης. Έτσι, οι φυσικές διεργασίες (αυτές
που αφορούν τα υλικά – μεταβλητά – φθαρτά όντα) εξομοιώνονται με αυτές των τεχνών.
Γι’ αυτό ο Σταγειρίτης δεν διστάζει να τις αποσπάσει από τις “θεωρητικές επιστήμες” (όπου τα μαθηματικά και η θεολογία) και να τις κατατάξει στις “ποιητικές (κατασκευαστικές)”. Επειδή, ακριβώς, στις θεωρητικές επιστήμες σημείο αναφοράς (αφετηρία) είναι αυτό που υπάρχει, ενώ στη φυσική, αυτό που πρόκειται να υπάρξει.
4.3) Η ελεύθερη βούληση στον Αριστοτέλη
Η χρηστότητα χαρακτηρίζει συγκεκριμένες
πράξεις, που τελούνται κάτω από συγκεκριμένες (δεδομένες) συνθήκες. Οι
ανθρώπινες πράξεις διακρίνονται σε εκούσιες (ηθελημένες) και σε ακούσιες (αν οφείλονται
σε καταναγκασμό, ή άγνοια)…
«…… δοκεῖ δὴ ἀκούσια εἶναι
τὰ βίᾳ ἢ δι᾽ ἄγνοιαν γινόμενα» (“Ηθικά Νικομάχεια” Γ΄,
1110 a 38-39)
Υπάρχει και μια ενδιάμεση (μεικτή) κατάσταση, που αφορά πράξεις που
γίνονται δια φόβων μειζόνων κακών, όπως π.χ. η απόρριψη φορτίου στη θάλασσα μέσα
σε θύελλα.
Οι άνθρωποι, βεβαίως, μόνο για τις εκούσιες πράξεις τους επαινούνται ή
επικρίνονται, μάλιστα υπάρχουν και ασυγχώρητες πράξεις, γι’ αυτές δεν χωρεί
καμία δικαιολογία, ο θάνατος είναι
προτιμότερος. Πράξεις που έχουν τελεστεί από άγνοια, μπορεί να θεωρηθούν
ακούσιες, αν το άτομο μεταμεληθεί ειλικρινά. Οι πράξεις ανθρώπων κακών
χαρακτηρίζονται εκούσιες, αν και αυτοί ενεργούν αγνοώντας ά δει πράττειν.
Ο Αριστοτέλης, στον ορισμό της αρετής,
χρησιμοποιεί και την έννοια της προαιρέσεως (της κατά προτίμησιν επιλογής). Η προαίρεση σημαίνει
συνήθως πρόθεση, ομοιάζει με την βούληση, δηλ. κάτι σαν
την έλλογη επιθυμία.
Όμως, η επιθυμία αφορά
το τέλος (σκοπό), ενώ η προαίρεση το μέσον, τον
σχεδιασμό ίσως, που επιλέγεται μετά από επισταμένη σκέψη, στα πλαίσια των
εφικτών δυνατοτήτων (“μετά λόγου και διανοίας”).
Η όλη διεργασία μπορεί να λάβει το
ακόλουθο σχήμα: Επιθυμία -> Σκέψη -> Αντίληψη -> Προαίρεση ->
Πράξη…
Μοιάζει με τη μεθοδολογία του μαθηματικού, που για να λύσει ένα πρόβλημα ανατρέχει σε άλλο απλούστερο κ.ο.κ., έως ότου φθάσει σε κάποιο που μπορεί να επιλύσει με γνώση που ήδη κατέχει.
Εάν όμως οι ενάρετες πράξεις είναι
εκούσιες και κατά προαίρεσιν, δηλ. “μετά λόγου και διανοίας”, τότε
και η αρετή και η κακία εναπόκειται σ’ εμάς τους ίδιους (εφ’ ημίν), η δε
γνωστή ρήση του Σωκράτη «ουδείς εκών κακός» είναι λαθεμένη.
Γι’ αυτό οι νομοθέτες, υπονοώντας κι’
αυτοί ότι η αρετή και η κακία εναπόκεινται στους πολίτες,
ανταμείβουν ή τιμωρούν, μάλιστα μη αναγνωρίζοντας την άγνοια νόμου σαν
δικαιολογία.
Ο Αριστοτέλης δείχνει να πιστεύει σ’ ένα αντικειμενικά “τυχαίο”,
χωρίς σαφή περιγραφή ενός γενικού νόμου της αιτιότητας. Το “εκούσιον”
γι’ αυτόν, δεν δηλώνει κάτι που να ισοδυναμεί αναγκαίως με “ελευθερία
βούλησης”.……
Δεν εξέτασε το πρόβλημα διεξοδικά, δεν εκφράστηκε με συνέπεια, και στην περί της Ψυχής θεωρία του ο Αριστοτέλης (όπως και ο Πλάτωνας) δεν περιέχεται μια σαφής άποψη για τη βούληση…. (W. D. ROSS, σελ. 281-287)
4.4) Επίκουρος: Αιτιότητα – Τυχαιότητα
Ο Επίκουρος,
υλιστής και θιασώτης της ατομικής θεωρίας, πίστευε ότι τα μόνα πράγματα που
υπάρχουν στον κόσμο είναι άτομα
και κενό και τα δύο αυτά είναι άπειρα.
Το σύμπαν, άρα, είναι απεριόριστο, το διέπουν δε φυσικοί νόμοι ακλόνητοι
και απαραβίαστοι, χωρίς δυνατότητα παρέμβασης καμίας θείας δυνάμεως.
Όλα, όσα συμβαίνουν στον φυσικό κόσμο
προέρχονται από αίτια φυσικά, που ερευνούμε με την παρατήρηση, το πείραμα, την
εφαρμογή του Κανόνα. Όλα τα γεγονότα έχουν αιτίες,
γνωστές ή άγνωστες, οι δε αιτίες των πραγμάτων είναι τρεις:
«Κάποια πράγματα συμβαίνουν εξ ανάγκης, άλλα από τύχη, άλλα μέσω
κάποιας δικής μας ελεύθερης ενέργειας». (Προς
Μενοικέα, 133)
Από τις επιστολές του Επίκουρου και τις
συλλογές αποφθεγμάτων “Κύριες Δόξες”
(Κ.Δ.), και “Επίκουρου
Προσφώνησις” (Ε.Π.), τα παρακάτω
αποσπάσματα:
«…..
Ο (φιλοσοφημένος) άνθρωπος περιγελά το πεπρωμένο που κάποιοι (σημ.: Οι Στωικοί) το παρουσιάζουν σαν
απόλυτο κυρίαρχο των πάντων, λέγοντας μάλλον πως, από τα πράγματα κάποια
γίνονται από ανάγκη, κάποια άλλα από τύχη, άλλα τέλος από την δική μας βούληση.
Γιατί η μεν ανάγκη δεν υπόκειται σε ευθύνη, η τύχη από την άλλη μεριά είναι
άστατη, αλλά η ελευθερία μας δεν εξουσιάζεται από κανέναν άλλον, και φυσικά
επιδέχεται τον ψόγο όσο και τον έπαινο. Επειδή είναι προτιμότερο να ακολουθούμε
τον μύθο για τους θεούς, παρά να υποδουλωνόμαστε στο πεπρωμένο των φυσικών
φιλοσόφων, μιας και ο μύθος μας δίνει την ελπίδα να κάμψουμε τους θεούς
τιμώντας τους, ενώ η αναγκαιότητα είναι αμείλικτη». (Επιστολή προς Μενοικέα, ή “περί βίου”, 133-134)
«….Και πρέπει πάντα να θυμόμαστε την μέθοδο
των πολλαπλών αιτίων, και να ερευνούμε υποθέσεις και αιτίες που είναι
σύμφωνες μ’ αυτές, και να μην αποβλέπουμε σε ανακόλουθες εξηγήσεις που
διογκώνουμε χωρίς αιτία, προκειμένου να καταλήξουμε – με διαφορετικούς
τρόπους κατά περίπτωση – στη μεθοδολογία του ενός - μοναδικού τρόπου
εξήγησης….».
(Επιστολή προς Πυθοκλή,
ή περί ουρανίων φαινομένων 95)
«…. Και η θεϊκή φύση
καθόλου να μην υπεισέρχεται (στις φυσικές εξηγήσεις), αλλά να την αφήνουμε
μακριά-αμέτοχη και στη πλέρια μακαριότητα της, διότι αν αυτό δε γίνει, όλη
η περί των μετεώρων (ουρανίων σωμάτων) ερμηνεία θα είναι μάταιη……
“Και η θεία φύσις προς ταύτα μηδαμή προσαγέσθω,
αλλ’ αλειτούργητος διατηρείσθω και εν τη πάσει μακαριότητι, ως ει τούτο μη
πραχθήσεται, άπασα η περί των μετεώρων αιτιολογία ματαία έσται”. (Επ. Πυθ. 97)
«…. Αυτοί που δέχονται μία μόνο εξήγηση και
μάχονται ενάντια στη μαρτυρία των φαινομένων έχουν υποπέσει σε λάθη σχετικά με
την δυνατότητα του ανθρώπου να επιτύχει τη γνώση….. Διότι αν και οι δύο εξηγήσεις δεν αντιμάχονται
τα φαινόμενα, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε σε ποιες περιπτώσεις οφείλονται
στην μία (εξήγηση) τα αίτια, και σε ποιες στην άλλη….(“επί δε ποίοις παρά τούτο
ή τούτο το αίτιον γίνεται ουκ έστι συνιδείν”)..... Αλλά το να αποδίδει κανείς
μία μοναδική αιτία σε φαινόμενα, όταν αυτά υπόκεινται σε πολλές, είναι
παραφροσύνη. Και γίνεται εντελώς εσφαλμένα, από άτομα που είναι οπαδοί ανόητων
αστρολογικών αντιλήψεων, που δίδουν ερμηνείες εις μάτην, για τις αιτίες κάποιων
από τα φαινόμενα, ενώ δεν απαλλάσσουν πάντα τη θεία φύση από βάρος ευθύνης». (Επ. προς Πυθοκλή 98-113)
«….. Και πάνω απ’ όλα, να αφιερώσεις τον
εαυτό σου Πυθοκλή, στην μελέτη των πρώτων αρχών, του απείρου, και των
συγγενών θεμάτων με αυτά. Και επίσης (στην μελέτη) των κριτηρίων της
αλήθειας και των συναισθημάτων, καθώς και της αιτίας για την οποίαν
ερευνούμε όλα αυτά. Επειδή, όταν όλα αυτά τα πράγματα μελετηθούν διεξοδικά,
θα μας κάνουν ικανούς να κατανοήσουμε εύκολα της αιτίες των επιμέρους
φαινομένων».
(Επ. προς Πυθοκλή 116)
Αναφορικά
με την άστατη τύχη, μικρά εμπόδια αυτή θέτει στο
σοφό, αφού τα μέγιστα και κυριότατα ζητήματα ο λογισμός του τα έχει
διαχειριστεί, και σε όλη τη διάρκεια του βίου τα διαχειρίζεται και θα τα
διευθετήσει.
«Βραχέα
σοφῷ τύχη παρεμπίπτει, τὰ δὲ μέγιστα καὶ κυριώτατα ὁ λογισμὸς διῴκηκε καὶ κατὰ
τὸν συνεχῆ χρόνον τοῦ βίου διοικεῖ καὶ διοικήσει». (ΚΥΡΙΑΙ ΔΟΞΑΙ 16)
Ο Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός, δεν πτοείται από τις αντιξοότητες της ζωής, άφοβος και μπροστά στο θάνατο… «Ω τύχη, σε πρόλαβα και έφραξα
κάθε σου πέρασμα…….».
«Ω τύχη, σε
πρόλαβα και έφραξα κάθε σου πέρασμα. Και ούτε σε σένα, ούτε σε καμία άλλη
περίσταση, θ’ αφήσουμε τους εαυτούς μας εκτεθειμένους. Αλλ’ όταν θα πρέπει να
τελειώνουμε, θα φύγουμε από τη ζωή, τραγουδώντας έναν όμορφο ύμνο για το πόσο
ωραία ζήσαμε».
«Προκατείλημμαι σέ, ὦ τύχῃ, καὶ πᾶσαν σήν
παρείσδυσιν ἐνέφραξα, καὶ οὔτε σοὶ οὔτε ἅλλῃ οὐδεμιᾷ περιστάσει δώσομεν ἑαυτοὺς
ἐκδότους ἀλλ ὅταν ἡμᾶς τὸ χρεὼν ἐξάγῃ, μέγα προπτύσαντες τῷ ζῆν καὶ τοῖς αὐτῷ
κενῶς περιπλαττομένοις ἀπίμεν ἐκ τοῦ ζῆν μετὰ καλοῦ παιῶνος ἐπιφωνοῦντες ὡς
ἠμῖν βεβίωται».
(Επικούρου Προσφώνησις 47)
Ως προς το θέμα της μαντικής
(μαντείας), όπως και για τις συναφείς θεωρίες περί
πεπρωμένου, μοίρας, ειμαρμένης, αστρολογίας, κλπ. δήθεν τεχνών που
προβλέπουν το μέλλον ή κατευνάζουν τους θεούς, ο Επίκουρος, ασφαλώς, υπήρξε
αντίθετος: «……Η μαντική είναι ανύπαρκτη, αλλά και υπαρκτή να είναι, κανένα
απ’ όσα συμβαίνουν λόγω αυτής δεν έχει να κάνει με εμάς….».
«Μαντικὴν δ' ἅπασαν ἐν ἄλλοις ἀναιρεῖ, ὡς καὶ ἐν
τῇ Μικρᾷ ἐπιτομῇ. καί φησι· "μαντικὴ οὖσα ἀνύπαρκτος, εἰ καὶ
ὑπαρκτή, οὐθὲν παρ' ἡμᾶς ἡγητέα τὰ γινόμενα" Τοσαῦτα καὶ περὶ τῶν
βιωτικῶν· καὶ ἐπὶ πλείω διείλεκται ἀλλαχόθι». (Διογένης Λαέρτιος Χ, 135)
«Πρέπει
να θυμάσαι ότι το μέλλον δεν είναι ούτε δικό μας ούτε πέρα από μας, ώστε
μήτε να προσμένουμε ότι σίγουρα θα έλθει, ούτε ν’ απελπιζόμαστε ότι οπωσδήποτε
δεν θα έρθει».
«Μνημονευτέον
δὲ ὡς τὸ μέλλον οὔτε ἡμέτερον οὔτε πάντως οὐχ ἡμέτερον, ἵνα μήτε πάντως
προσμένωμεν ὡς ἐσόμενον μήτε ἀπελπίζωμεν ὡς πάντως οὐκ ἐσόμενον». (Προς Μενοικέα, 124)
4.5) “Παρέγκλιση”
Η φιλοσοφία του Επίκουρου απέρριψε κάθε
ιδέα αρχικής και τελικής αιτίας στα γεγονότα της Φύσης. Περαιτέρω,
προχώρησε στον καθορισμό της Φυσικής επιστήμης ως πειραματικής, όχι με απόλυτη αιτιοκρατική
θεμελίωση (όπως πίστευε ο Δημόκριτος και οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι),
διότι, μετά από έρευνες των φυσικών φαινομένων με μεθόδους «Επαγωγικής
λογικής» σύμφωνες με τον «Κανόνα»,
διατύπωσε την καινοτόμο και πρωτότυπη ιδέα της “παρέγκλισης”
των ατόμων της ύλης (λατ.: clinamen), ένα
πραγματικά μεγάλο επαγωγικό άλμα!
Έτσι, ο Επίκουρος “παρεκκλίνει”
από το αυστηρά αιτιοκρατικό φυσικό μοντέλο και προς την τυχαιότητα των
φυσικών γεγονότων…..
Πως συλλαμβάνει ένας επιστήμονας μια ρηξικέλευθη ιδέα; Ο Αμερικανός συγγραφέας Τζων Στάινμπεκ (1902-1968) γράφει στο έργο του “Γλυκιά Πέμπτη”:
«Η φλόγα
από την σύλληψη μιας ιδέας φουντώνει κι αμέσως σβήνει, αφήνοντας τους ανθρώπους
συνταραγμένους, να νοιώθουν ταυτόχρονα
δυστυχία και φόβο. Βέβαια, υπάρχουν πάντα πολλά πράγματα που προμηνύουν
τον ερχομό της. Όλοι ξέρουν για το “μήλο του Νεύτωνα”. Η “Καταγωγή των
ειδών” άστραψε, για μια στιγμή, ολοκληρωμένη μέσα στη σκέψη του Δαρβίνου,
κι ύστερα αυτός πέρασε όλη του τη ζωή κάνοντας μελέτες για να την αποδείξει. Ο Αϊνστάιν
συνέλαβε την “θεωρία της σχετικότητας” σε χρόνο ίσο μ’ αυτόν που μας χρειάζεται
για να κτυπήσουμε τα χέρια σ’ ένα και μοναδικό χειροκρότημα.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο μυστήριο σχετικά με την ανθρώπινη σχέση – το «επαγωγικό άλμα». Ξαφνικά όλα βρίσκουν τη θέση τους, τα άσχετα αποκτούν συνοχή, η ασυμφωνία μετατρέπεται σε αρμονία και η ασυναρτησία φοράει την κορόνα της ξεκάθαρης έννοιας. Όμως, το άλμα που οδηγεί στο φως έχει σαν αφετηρία του το πλούσιο έδαφος της σύγχυσης και ο άλτης δεν αποφεύγει να γνωρίσει τον πόνο».
Πρέπει να σημειώσουμε ότι το φαινόμενο της Επικούρειας
παρέγκλισης αναφέρεται στη κίνηση των στοιχειωδών σωματιδίων (δηλ. των ατόμων) της ύλης. Είναι μια - από τις τρεις - μορφή κίνησης των ατόμων. Ο Επίκουρος δεν
σημειώνει απροσδιοριστίες πουθενά στον μεγάκοσμο.
Έτσι, σε μακροσκοπικό (όπως θα λέγαμε σήμερα) επίπεδο δεν χάνονται αναγκαίως οι λογικές
ερμηνείες, η τάξη και η κανονικότητα, ενώ με την “παρέγκλιση”, πρώτη και κυριότατη αρχή της δημιουργίας (όπως το BING BANG?), ο Επίκουρος
καταφέρνει να ερμηνεύσει καλλίτερα:
1)
Την πορεία - εξέλιξη της δημιουργίας, το τυχαίο, το απρόοπτο, τον αυθορμητισμό, την ενδεχομενικότητα στα φυσικά
φαινόμενα.
2) Την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης και συνεπακόλουθα την ελευθερία του ατόμου, την χειραφέτηση του από τα δεσμά της μοίρας, καθώς και την έννοια της υπευθυνότητας και ηθικής ευθύνης του.
Κατά τον Επίκουρο, τα άτομα της ύλης προσδεμένα / συσσωματωμένα
στην μάζα όπου ανήκουν σε (νοητό) πλέγμα (το “πλεκτικόν”), κινούμενα “κατά πάλσιν και περίπαλσιν”, και βρισκόμενα σε κατακόρυφη πτώση μέσα στο πελωρίων
διαστάσεων μεταξύ τους κενό, λόγω του βάρους τους, σε κάποιο
απροσδιόριστο, τυχαίο, σημείο της διαδρομής τους και κατά χρονικά διαστήματα
παντελώς ανύποπτα, “παρεκκλίνουν”
της κατακόρυφης πορείας τους.
Ο Στοβαίος
γράφει: “Επίκουρος (λέει ότι) κινείσθαι δε
τα άτομα τότε μεν κατά στάθμην, τότε δε κατά παρέγκλισιν, τα δε άνω κινούμενα
κατά πληγήν και υπό παλμόν ”.
Με αυτόν τον τρόπο συνδέονται, συμπλέκονται, συγκρούονται, φθείρουν, διαλύουν κλπ. άλλα άτομα. Πρόκειται για μια αναπάντεχη και αναιτιολόγητη εκδήλωση της ύλης, στο χαμηλότερο επίπεδο ύπαρξης της, το άτομο. Με τη διαδικασία αυτή δημιουργούνται όλα τα γεγονότα στη φύση και ποικιλόμορφα γεννιούνται, μεταλλάσσονται και πεθαίνουν όλα τα είδη. (Στην επιστολή προς Ηρόδοτο)
Στο έργο του Λουκρήτιου “De Rerum
Natura” υπάρχει εκτενής σχετική αναφορά, που εστιάζεται ακριβώς στην αναίτια (sine causa)
“παρέγκλιση (Declinatio)”.
«….. Όταν τα άτομα
φέρονται από το ίδιο τους βάρος μες στο κενό, σε στιγμές ακαθόριστες και σε
τόπους ακαθόριστους παρεκκλίνουν κάπως από την τροχιά τους, τόσο μόνο, όσο που
να μπορείς να πεις ότι διαφοροποιήθηκε η κίνηση τους. Αν δεν υπήρχε αυτή η παρέκκλιση, όλα τα άτομα
θα έπεφταν σα σταγόνες βροχής στα τρίσβαθα του κενού και δεν θα προέκυπτε καμιά
επαφή, καμιά πρόσκρουση μεταξύ των αρχικών στοιχείων, κι έτσι η φύση δεν θα
έφτιαχνε ποτέ τίποτα….».
Η επανεμφάνιση του ποιήματος “De Rerum Natura”,
από τον Poggio Bracciolini το 1417, υπήρξε η ίδια μια “παρέκκλιση”, από τη
πορεία προς τη λήθη που όδευε το ποίημα και η φιλοσοφία του!
(Stephen Greenblatt “The Swerve, How the Renaissance Began” σελ. 19)
Μέχρι και τα νεώτερα χρόνια, η “λεπτομέρεια” της
παρέγκλισης είχε έντονα κατακριθεί, ή είχε περάσει απαρατήρητη…… Ο Κικέρων (106-43) γράφει: «…. και δεν υπάρχει τίποτε πιο
ντροπιαστικό για ένα φυσικό από το να λέει ότι κάτι γίνεται “δίχως αιτία (sine causa”)...».
(“De Finibus bonorum et malorum” I,6
Η “παρέγκλιση” (στα άτομα της ύλης), έχει σαν συνέπεια η όλη
φυσική (και ηθική) φιλοσοφία του Επίκουρου να καθίσταται, επιπροσθέτως, και τυχαιοκρατική, μη αυστηρά και
καθολοκληρίαν αιτιοκρατική. Και αυτό
δεν συνιστά αντίφαση.
Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι ο Επίκουρος είναι
ανοικτός στην έρευνα και δεκτικός σε πολλαπλές ερμηνείες, αρκεί βέβαια τα
πειραματικά δεδομένα τους να μην «αντι-μαρτυρούνται».
«….Και πρέπει πάντα να
θυμόμαστε την μέθοδο των πολλαπλών αιτίων, και να
ερευνούμε τις υποθέσεις και τις αιτίες που είναι σύμφωνες με αυτές, και να μην
αποβλέπουμε σε ανακόλουθες εξηγήσεις που διογκώνουμε χωρίς αιτία, προκειμένου
να καταλήξουμε - με διαφορετικούς τρόπους κατά περίπτωση - στη
μεθοδολογία του της-μοναδικού τρόπου εξήγησης….». (Επιστολή προς Πυθοκλή 95)
Mε την παρέγκλιση, η ατελέσφορη νομοκρατία παύει
να διαφεντεύει τον κόσμο, η λογική αιτιοκρατία δεν συνιστά τον μοναδικό κανόνα
των αλλαγών στην Φύση, η οποία δεν χρειάζεται δημιουργό θεό, ή κάποια
ρυθμιστική αρχή.
…… Η “παρέγκλιση” της
Επικούρειας φυσικής είναι εναρμονισμένη εντυπωσιακά με την “Αρχή της αβεβαιότητας
(απροσδιοριστίας) του Heinsenberg”, της Κβαντικής θεωρίας.
Κατά την άποψη μας, η αυθόρμητη και
τυχαία παρέγκλιση, και είναι αυτές πραγματικά απειράριθμες, η οποία
είναι μια δύναμη εσωτερική των ατόμων ως την όρισε ο Επίκουρος, μετά την
επέλευση της εξαφανίζεται και στη συνέχεια αφήνει ξανά το χώρο ανοικτό στην αναγκαιότητα, στον φυσικό
νόμο. Αν αυτό τελικά ισχύει, μπορεί να υποστηριχθεί ότι: Αιτιοκρατία και αναιτιοκρατία συνυπάρχουν και συγκυβερνούν τον κόσμο!
4.6) Η
Ελεύθερη βούληση στον Επίκουρο
«Κακὸν
ἀvάγκη, ἀλλ’ οὐδεμία ἀvάγκη ζῆν μετὰ ἀvάγκης»
(Επ. Προσφ. 9)
Δεχόμαστε ότι η Φυσική δεν είναι
ούτε επιστημονικά, ούτε οντολογικά ουδέτερη, και το “αληθές” των Φυσικών
επιστημών συνάδει με το “δίκαιο” των Ανθρωπιστικών.
Κατά τους ντετερμινιστές, οι φυσικοί
νόμοι και όσα εξ αυτών συνεπάγονται, συνιστούν εκδηλώσεις άτεγκτης
αναγκαιότητας. Kατ’ επέκτασιν και ο άνθρωπος, αναπόσπαστο μέρος της φύσης, διαγράφει πορεία
καθορισμένη από μια αδιάκοπη αλληλουχία αιτιών και αποτελεσμάτων, σε μια
ατελείωτη αιτιοκρατική αλυσίδα, απ’ την οποίαν δεν μπορεί να ξεφύγει. Έτσι, η ζωή, σαν όλα τα φυσικά φαινόμενα που
υπακούουν στην αδυσώπητη αιτιοκρατία - αναγκαιότητα, βρίσκεται κι’ αυτή σ’ ένα
μονόδρομο, χωρίς δυνατότητα διαφυγής.
“Λογικό συμπέρασμα” μετά απ’ αυτά, θα ήταν ότι στους ανθρώπους
δεν λειτουργεί “Ελεύθερη βούληση”,
κατά συνέπεια δεν μπορεί να
καταλογιστεί ποτέ καμία ευθύνη, σε κανέναν άνθρωπο, για οποιαδήποτε πράξη του! Πρόκειται
για σοβαρό επακόλουθο - παρενέργεια του άκρατου ντετερμινισμού, που όπως καθαρά
βλέπουμε έχει τρομακτικές συνέπειες και σε εκτός της Φυσικής πεδία, όπως είναι
αυτά της Ηθικής, της Κοινωνιολογίας, της Νομικής και του Δικαίου.
Και τίθεται το ερώτημα: Ανεξήγητη, λοιπόν, είναι, και θα παραμείνει εσαεί, η από την φυσική πραγματικότητα, τις θρησκείες και τους νόμους αναγνωρισμένη “Ελευθερία βούλησης” του ανθρώπου; Ο Επίκουρος έδωσε απάντηση σ’ αυτό το δύσκολο ερώτημα, στα πλαίσια της λογικής και των δυνατοτήτων της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας.
Στον Επικουρισμό, η “Ελευθερία βούλησης”
του ανθρώπου, ερμηνεύεται όμοια με την τυχαία και απρόβλεπτη συμπεριφορά των
ατόμων της ύλης κατά την κίνηση τους, όπως διατυπώνεται στην Επικούρεια θεωρία
της “παρέγκλισης”. Με άλλα λόγια, η “παρέγκλιση” (στην ύλη)
συνιστά και την γενεσιουργό αιτία της ελεύθερης βούλησης (στον άνθρωπο).
«Ο αυθορμητισμός, αρχίζοντας στα άτομα της ύλης με την παρέγκλιση, φτάνει στον θρίαμβο του στην ανθρώπινη συνείδηση». (Χ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ: “ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ”, σελ. 368)
Η ανθρώπινη ελευθερία, λοιπόν, είναι ασυμβίβαστη με τον ντετερμινισμό. Μόνον οι απρόβλεπτες διακοπές των άτεγκτων νόμων της αιτιότητας, μπορούν να ελευθερώνουν τις πράξεις μας από τον προκαθορισμό. “Πεπρωμένο / ειμαρμένη”, πολλοί πιστεύουν πως είναι και “γραμμένο”, θεία επιβράβευση, τιμωρία, πρόνοια κλπ., που μολονότι ανεπιβεβαίωτα καταδυναστεύουν τους θνητούς, εξοβελίζονται από τη ανθρώπινη ζωή με την “παρέγκλιση” και την επακόλουθη “ελευθερία βούλησης”.
Σχετικά, ο Επίκουρος διεμήνυσε στον
Μενοικέα:
“Την δε ειμαρμένη που προτείνουν μερικοί {οι Στωικοί} ως κυρίαρχο των πάντων, [ο σοφός] την κοροϊδεύει…, γιατί είναι προτιμότερο να ακολουθούμε το μύθο περί θεών παρά να υποτασσόμαστε στην ειμαρμένη των φυσικών {Στωικών} φιλοσόφων. Γιατί ο μύθος περί θεών αφήνει να διαφαίνεται κάποια ελπίδα εξιλέωσης μέσω απόδοσης τιμών προς αυτούς, ενώ η ειμαρμένη, κατ’ ανάγκην, δεν αφήνει καμία ελπίδα εξιλέωσης”. (Επ. Μ. 133-134)
Ο Καρνεάδης, σκεπτικιστής σχολάρχης της Ακαδημίας
(2ος π.Χ. αι.), δεν είναι αρνητικός στην ελευθερία της βούλησης, όμως μέμφεται
τους Επικούρειους, διότι -πιστεύει- ότι το πρόβλημα της ελευθερίας, αντί να το
περιορίσουν στον άνθρωπο ως από τη φύση του, μέσω της παρέγκλισης τους
(στην κίνηση των ατόμων), το μετέφεραν και στο σύμπαν, στην όλη Φύση.
Πολέμιοι
του Επικουρισμού Κικέρωνας και Πλούταρχος, όμως θα αναγνωρίσουν ότι η σημαντική
αυτή θέση του Επίκουρου, η αυθόρμητη “παρέγκλιση”, συνυφασμένη με τα
όντα, σκοπεύει……“να σώσει την εξουσία μας
πάνω στον εαυτόν μας (δηλ. να διασώσει την ελευθερία μας)….όπως το εφ΄ημίν μη απόληται”!
Πλούταρχου: “Πότερα τῶν ζῴων φρονιμώτερα τὰ χερσαία ἢ τὰ ἔνυδρα”, βιβλ.
XII, 66
Jean-Marie Guyau “Η Ηθική του Επίκουρου”, σελ. 113-114
Σωστά, λοιπόν, ισχυρίζεται ο Λουκρήτιος
ότι τα άτομα με την απόκλιση τους από την ευθεία κίνηση σπάζουν τα “δεσμά της οικουμένης” (fati foedera), έτσι που
πια, να μην ακολουθεί επ’ άπειρον η μία αιτία την άλλη, έτσι που η δύναμη της βούλησης,
αποσπασμένη από το πεπρωμένο, να μας οδηγεί και να προχωρούμε εκεί, όχι επειδή
είναι προκαθορισμένο, αλλά επειδή εμείς έτσι το θέλουμε!
(DRN. 254-260)
Επισήμανση:
Όπως η παρέγκλιση (στα άτομα της ύλης) αποτελεί
φυσικό φαινόμενο στο μικρόκοσμο, δεν παρατηρείται στον ορατό-αισθητό κόσμο και αναπτύσσει
μεν, αλλά δεν καταργεί τους νόμους της Φύσης ούτε δημιουργεί
αταξία και παραλογισμό (βλ. κεφ. 4.5),
το ίδιο, σε αντιστοιχία, συμβαίνει και με την
εφαρμογή της παρέγκλισης στην ελευθερία βουλήσεως.
Η παρέγκλιση, όπως εξηγεί ο
Επικουρισμός, στην ανθρώπινη συμπεριφορά και το ηθικό πεδίο, γίνεται αιτία να
αλλάζουν πολλές απόψεις και αποφάσεις μας, δίνει αυθορμητισμό
και τυχαιότητα σε πράξεις μας, ωστόσο δεν μεταβάλει βαθιά και άμεσα
τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία μας.
Μαθηματικά
Επιστημολόγοι στα νεώτερα χρόνια
θεωρούν “επιστήμες” μόνο τις φυσικές (natural sciences), συγκεκριμένα, αυτές που
αξιοποιούν πορίσματα μετρητικών
παρατηρήσεων και πειραμάτων. Για τα Μαθηματικά, όπως και για τη Λογική,
τομείς γνώσης καθαρά νοητικούς (μη εμπειρικούς), αποφεύγουν τον όρο (science),
και περισσότερο χρησιμοποιούν τον όρο discipline…..
Στα Ελληνικά δεν υπάρχει ικανοποιητική
απόδοση για τον όρο discipline.
5.1) Αριστοτέλης: Γενικές αρχές στα Μαθηματικά
Ο Αριστοτέλης κατατάσσει τα Μαθηματικά στα “Θεωρητικά” μαθήματα. (Βλ. κεφ. 2)
“Ότι μεν ουν η φυσική θεωρητική τις εστίν, φανερόν εκ
τούτων. Άλλ’ έστι και η μαθηματική θεωρητική”.
Μαζί δε με την Φυσική και την ανωτέρα
πάντων “Πρώτη Φιλοσοφία” / Θεολογία, την οποίαν θεωρεί και την “τιμιωτάτην”
καθ’ όσον ασχολείται περί το “τιμιώτατον γένος” (δηλ. το θείον), δημιουργούν το τρίπτυχο της θεωρητικής (καθ’ αυτό) φιλοσοφίας……
“Ώστε
τρεις αν είεν φιλοσοφίαι θεωρητικαί: μαθηματική,
φυσική, θεολογική”.
(“Μετά τα Φυσικά” Ε 1026 a 5-25)
Απ’ όλες τις επιστήμες τα Μαθηματικά θεωρούσε ως την ακριβέστερη και θεμελιωδέστερη, ενώ την Αστρονομία ως την εγγύτερη προς την φιλοσοφία. Είχε την άποψη ότι εφόσον τα σώματα που μελετά η φυσική περιλαμβάνουν στερεά, επίπεδα, μήκη, σημεία, πράγματα που αποτελούν αντικείμενο μαθηματικών μελετών, οι δύο επιστήμες - κατά μια έννοια - συμπίπτουν.
Υπάρχει, όμως, διάκριση, και αυτή
συνίσταται στο ότι τα αντικείμενα των μαθηματικών, μολονότι στην πραγματικότητα
είναι αδιαχώριστα από το φυσικό κινητό σώμα μελετώνται ανεξάρτητα από την
κίνηση, και αυτός ο διαχωρισμός δεν συνεπάγεται κανένα σφάλμα.
Ο μαθηματικός κάνει αφαίρεση κάθε αισθητής ιδιότητας κι αφήνει μόνον ό,τι είναι ποσοτικό, συνεχές, και τις ιδιότητες του. (W. D. Ross, “Αριστοτέλης” σελ.104-105 και “Μετά τα Φυσικά” 1061 a 28 - b 3)
Ο Αριστοτέλης αμφιβάλλει αν τα μαθηματικά
αντικείμενα έχουν αυθυπαρξία, εκφράζοντας τη γνώμη ότι προϋπόθεση της ύπαρξης
τους είναι η ύλη, η ύλη η οποία σχετίζεται με τα μαθηματικά, δηλ. η “μαθηματική ύλη”,
εκεί, όπου οι έννοιες των μαθηματικών αντικειμένων είναι καθαρές, όπως τις εννοούσε ο
Πλάτωνας.
….. Οι διάδοχοι του Πλάτωνα δεν συνέχισαν
την έρευνα, έτσι η Ακαδημία δεν
κατέληξε σε μαθηματικά “ειδητικά”, δηλ. προσαρμοσμένα εις τα είδη (ιδέες).
Τα "Είδη" του Αριστοτέλη από τις Πλατωνικές "Ιδέες" διαφέρουν στο κατά
που βρίσκονται (στη γη, ή στον ουρανό).
Έτσι,
για να ευσταθήσει η Πλατωνική αριθμολογία,
αναγκαίο ο Σταγειρίτης θεωρεί να επινοηθεί ένα νέο είδος αριθμών, κάθε
αριθμού του οποίου οι μονάδες θα είναι ασύμβλητες με
τις μονάδες των άλλων αριθμών του συστήματος αυτού, και (ως εκ τούτου) δεν θα
είναι δυνατόν να εκτελούνται λογιστικές πράξεις…. (Κ. Δ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ Ιστορία της Ε. Φ. , σελ. 265 κ
283-284)
Τα “ειδητικά”
μαθηματικά (αριθμοί και σχήματα), αιώνια, άφθαρτα και
ακίνητα, έχουν τις βασικές χαρακτηριστικές ιδιότητες των “ειδών”, ως λέει και η λέξη “ειδητικά”.
Ο Αριστοτέλης, κατά συνέπειαν της ανωτέρω απόψεως
περί καθαρών σχημάτων και αριθμών, μοναδικών
- ασυμβλήτων, ιδεατών - ειδητικών, υπήρξε πολέμιος της οντολογικής
αριθμολογίας των Πυθαγόρα, Πλάτωνα
κ. ά., θεωρώντας ότι ο αριθμός δεν μπορεί να έχει οντολογική σημασία.
Επίσης, ήταν ενάντιος και στη
σπουδαιότητα που οι Πλατωνικοί (Ο Σπεύσιππος εκπροσωπούσε περισσότερο
αυτή τη τάση) απέδιδαν στα μαθηματικά……
Πριν
από τον αριθμό, διατεινόταν ο Αριστοτέλης, προτεραιότητα έχει το αντικείμενο
της αρίθμησης, αφού πρώτα οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν αυτό υπάγεται στην
αρίθμηση. Επομένως ο αριθμός είτε μόνος του (Πυθαγόρας),
είτε μαζί με την ιδέα του
(Πλάτων) δεν συνιστά οντολογική
αρχή.
Τα Μαθηματικά, ο Αριστοτέλης υπαγάγει στα “αξιωματικά συστήματα” (όπως είναι το
Ευκλείδειο),
τα οποία οφείλουν, σε μια αποδεικτική διαδικασία - απαγωγική - να τηρούν
τις πιο πάνω αρχές της συνέπειας και της μη αντίφασης…….
Όπως είδαμε, η μέθοδος αυτή που ονομάζεται “απαγωγική”
ή “παραγωγική”, απορρέει από
την περί “Ιδεών” Πλατωνική αντίληψη και εφαρμόζεται όχι μόνον σε
(ιδεαλιστικούς) φιλοσοφικούς στοχασμούς, αλλά και στα “Αξιωματικά”
Μαθηματικά του Ευκλείδη, που, βέβαια, βρίθουν κι’ αυτά, από
συνεπαγωγές σχέσεων.
Για τον Σταγειρίτη, λοιπόν, οι μαθηματικές
οντότητες είναι “νοητικές αφαιρέσεις” από τα φυσικά αντικείμενα (“Φυσικά” B 193 b 22-36).
Η αριθμητική πραγματεύεται την ασυνεχή ποσότητα,
ενώ η γεωμετρία τη συνεχή……
Δίνει δε
τον ακόλουθο ορισμό του συνεχούς:
«Λέγω
δ’ είναι συνεχές, όταν ταυτό γέννηται και έν το εκατέρου πέρας οις άπτονται».
(“Φυσικά” Ε 227 a 12-14)
Απόψεις του Αριστοτέλη για τα
Μαθηματικά είναι και οι παρακάτω:
«…… Σε περιοχές όπου η σκέψη διαχωρίζει με ευκολία τη
μορφή από την ύλη, όπως στα Μαθηματικά (Τα μαθηματικά, είδαμε,
στερούνται ύλης και κίνησης όλως-διόλου), ο νους αφού αντιληφθεί την αλήθεια,
και σε μια μόνο περίπτωση, μπορεί να συλλάβει την δυνατότητα εφαρμογής αυτής
της αλήθειας σε όλες τις περιπτώσεις της είδους».
Συνεπώς, και η αφετηρία σε κάθε αφηρημένο στοχασμό ή συνειρμό, όπως κατ’ εξοχήν είναι οι μαθηματικοί συλλογισμοί, δεν μπορεί παρά να ανάγεται σε "πρώτες αναλλοίωτες αρχές" και όχι πάνω σε ενδεχομένως “απατηλές” παρατηρήσεις των αισθήσεων, αφού «Περί δε της αληθείας ως ου παν το φαινόμενον αληθές». (“Μετά τα φυσικά” Γ 1010 b 1)
Το συμπέρασμα του συλλογισμού
πρέπει να προκύπτει "παραγωγικά" από τις πρώτες αρχές,
που τέθηκαν ως “προκείμενες” του. Σε περιοχές, όμως, όπου ο
διαχωρισμός της μορφής από την ύλη είναι λιγότερο εύκολος, είναι αναγκαία η “επαγωγή”,
στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Πάντως, και στις δύο ως άνω περιπτώσεις,
προϋποτίθεται η ίδια “ενέργεια της νοήσεως”.
5.2) Το “Άπειρο”
στον Αριστοτέλη
Το «άπειρο», όπως και το «μηδέν», ήταν μαγικές - θεϊκές
έννοιες, ασαφείς και επικίνδυνες, εξαιρετικά δυσπρόσιτες στους αρχαίους Έλληνες. Φιλοσοφικές και
θρησκευτικές διαφωνίες πάνω στη φύση και την υπόσταση τους, υπήρχαν μέχρι και
το Μεσαίωνα. Τα παράδοξα Ζήνωνα του Ελεάτη εξαρτήθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, στην
αβεβαιότητα της ερμηνείας του απείρου και του μηδενός.
Για το μηδέν (δεν υπήρχε καν ως
μαθηματικός όρος/συμβολισμός) = τίποτα, ή κενό ή μη όν, αμφέβαλλαν αν είναι αριθμός.
Αναρωτιούνταν: «Πως γίνεται να ανήκει στους αριθμούς, κάτι που δεν είναι
κανένας αριθμός. Πώς μπορεί το τίποτε να είναι κάτι».
Το άπειρο δεν είναι αριθμός και
δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν αριθμός. Έχει μια διπλή φύση: Το απείρως
μεγάλο και το απείρως μικρό. Ο Γαλιλαίος, για τα άπειρα σύνολα, είχε διαπιστώσει ότι είναι δυνατόν “το μέρος να ισούται με
το όλον” και αυτό να μην συνιστά αντίφαση, να μην είναι παράδοξο, αλλά απλά
μια “ιδιότητα του άπειρου”.
Το
απρόσιτο στη διανόηση άπειρο, μόνο από τα τέλη του 19ου αι. αποκτά “κάποιο νόημα” μέσα σε “πλαίσια”
που δημιούργησε ο Georg Cantor (1845-1918), ο οποίος σημειωτέον διέκρινε και
έδωσε ορισμούς σε «πολλά άπειρα».…..
….. Η σύγχρονη θεωρία των
απείρων συνόλων διατυπώθηκε από τον Georg Cantor και “αξιωματικό-ποιήθηκε”,
όπως είχε κάνει κι’ ο Ευκλείδης στην γεωμετρία, από τον Ernst Zermelo
(1871-1953).
«Το άπειρον, αν είναι ουσία και αρχή,
άρα δεν μερίζεται, ούτε διαιρείται. Όμως, είναι αδύνατον το εντελεχείαι
ον να είναι άπειρον, διότι τότε (το άπειρον) θα ήταν
αναγκαίως ένα ποσόν. Συνεπώς, (το άπειρον) υπάρχει κατά συμβεβηκός…… Ότι
δε μέσα στα αισθητά πράγματα δεν υπάρχει (το άπειρον) γίνεται φανερό ως
ακολούθως…..»
«Ούτως απείρου ει εστιν
ουσία και αρχή, αμέριστον, άρα και αδιαίρετον. Αλλ’ αδύνατον το εντελεχείαι
ον άπειρον, ποσόν γαρ είναι ανάγκη. Κατά συμβεβηκός άρα υπάρχει….ότι
δ’ εν τοις αισθητοίς ουκ έστιν , ενθέδεν δήλον….». (“Μετά τα Φυσικά” Κ 1066 b 20-28)
Στο θέμα του “απείρου”,
ο Αριστοτέλης συλλογίζεται ότι από μια σκοπιά υπάρχει άπειρο, ενώ από άλλη
δεν υπάρχει. Δεν δέχεται ότι είναι δυνατόν να υπάρξει “ενεργείαι
άπειρον”, όμως αναγνωρίζει την ύπαρξη του “δυνάμει
απείρου”. Αυτό σημαίνει πως μπορούμε να προχωρούμε προς το απείρως μέγα ή το απείρως μικρό, χωρίς ποτέ να
φθάνουμε σ’ ένα πέρας.
Το άπειρον, λοιπόν, είναι μια αιώνια
πορεία δίχως τέλος, είτε προς το απείρως μέγα (“κατά πρόσθεσιν άπειρον”),
είτε προς το απείρως μικρό (“κατά διαίρεσιν ή καθαίρεσιν άπειρον”).
Μια πρώτη - κύρια διάκριση, λοιπόν,
είναι η πιο πάνω ανάμεσα στο “άπειρο κατά πρόσθεση”
(αυτό που μένει άπειρο και μετά από όποια
προσθήκη) και στο “άπειρο κατά διαίρεση” (αυτό
που διαιρείται ατέλειωτα).
Ο αριθμός είναι “άπειρος κατά πρόσθεση”, το
μέγεθος “άπειρο κατά διαίρεση”, ενώ
ο χρόνος είναι άπειρος και με τις δύο σημασίες. Είναι ίδιο το γεγονός ότι ο αριθμός μπορεί να αυξηθεί
απεριόριστα, και το μέγεθος να διαιρεθεί απεριόριστα. Ο Αριστοτέλης
αποδέχεται την ύπαρξη απείρων συνόλων που συγκλίνουν προς ένα πεπερασμένο
άθροισμα, π.χ.: Σ(1/2 + 1/4 + 1/8 +
1/16 +……) = 1
5.3)
“Εφαρμοσμένα μαθηματικά” στον Αριστοτέλη
Η διάκριση ανάμεσα στα μαθηματικά και τη
φυσική του Αριστοτέλη, σαν θεωρητικές επιστήμες, κρίνεται ικανοποιητική,
όμως, η περίπτωση των “εφαρμοσμένων μαθηματικών”
– αστρονομίας, οπτικής, αρμονικής, μηχανικής – που συνιστούν το πιο φυσικό
μέρος των μαθηματικών, μπερδεύει και παρουσιάζει δυσκολία. Οι επιστήμες
αυτές, μολονότι φαινομενικά πραγματεύονται φυσικά σώματα, ακολουθούν μαθηματική
μέθοδο και συνήθως κατατάσσονται στους κλάδους των μαθηματικών.
«Η
γεωμετρία μελετά τη φυσική γραμμή, όχι όμως ως φυσική. Η οπτική μελετά την
οπτική γραμμή όχι ως μαθηματική, αλλά ως φυσική». Απόψεις προερχόμενες από τον
Πλάτωνα.
Σε κάποια πράγματα,
όπως το σχήμα του ήλιου και της σελήνης, ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι μπορούν να
μελετηθούν τόσο από τον φυσικό, όσο και από τον μαθηματικό. Έτσι, τη
μαθηματική αστρονομία και τις συγγενείς επιστήμες, αλλού τις κατατάσσει
στα καθαρά μαθηματικά, αλλού τις θεωρεί, ως πρακτικές, σαφώς
υποδεέστερες απ’ αυτά.
Η
επιστήμη, ως γνωστόν, στον Αριστοτέλη, ιεραρχείται. Η ανώτερη επιστήμη μελετά
τους λόγους των γεγονότων. Τα ίδια τα γεγονότα εξετάζονται από τις κατώτερες.
Ως προς την εκπαιδευτική αξία της
μαθηματικής επιστήμης ο Αριστοτέλης δεν συμφωνεί με τις απόψεις του Πλάτωνα, διότι θεωρεί ότι στη περιοχή των μαθηματικών δεσπόζει
η λογική αναγκαιότητα, η οποία δεν αφήνει ελεύθερη την βούληση.
Τα Μαθηματικά, λοιπόν, δεν επιδρούν στην
ηθική (παιδεία), αφού δεν παρέχουν δυνατότητες ελεύθερων
επιλογών, και….«απόδειξη δια την
αλήθεια αυτού που ελέχθη, είναι και το γεγονός ότι οι νέοι γίνονται γεωμέτρες
και μαθηματικοί και σοφοί περί τα τοιαύτα, φρόνιμοι όμως δεν φαίνεται να
γίνονται».
- “Ουκ έχουσιν οι μαθηματικοί λόγοι ήθος, ότι ουδέ προαίρεσιν”.
(“Ρητορική”, 1417, a, 19)
- “Σημείον
δ’ εστί του ειρημένου και διότι γεωμετρικοί μεν νέοι και μαθηματικοί
γίνονται και σοφοί τα τοιαύτα, φρόνιμος δ’ ου δοκεί γίνεσθαι”. (“Ηθικά
Νικομάχεια” Ζ 9, 1142, a, 12-14)
Στο περί την «Ποιητική» έργο
του, ο Αριστοτέλης, κάνοντας -υπό ηθική
έννοια- σαφή τη
διάκριση του «αγαθού» προς το «καλόν»
(ωραίον), παρατηρεί ότι το μεν βρίσκεται
μέσα στον ηθικό βίο πάντοτε, το δε συναντάται,
επίσης, και στην περιοχή των ακινήτων (δηλ. των Ιδεών), όπου περιλαμβάνονται και τα
μαθηματικά.
Το αγαθόν διαφέρει από το
καλόν, διότι το μεν αγαθό (αντικείμενο επιθυμίας) αφορά την πρακτική ζωή, το δε καλόν
(ωραίον, αντικείμενο
ανιδιοτελούς θεωρήσεως), τις σταθερές
αξίες και αρχές, δηλ. όσες δεν έχουν κίνηση-μεταβολή, τις ακίνητες,
όπου περιλαμβάνονται οι μαθηματικές και οι νοητικές ουσίες.
Στοιχεία του «καλού», θεωρεί ο
Σταγειρίτης, την τάξη, την συμμετρία και τον ακριβή καθορισμό, τα οποία κατ’
εξοχήν χαρακτηρίζουν τις μαθηματικές επιστήμες.
- «Το αγαθόν και το καλόν έτερον.
Το γαρ αεί εν πράξει, το δε καλόν και εν τοις ακινήτοις».
- «Του δε καλού μέγιστα είδη τάξις και
συμμετρία και το ωρισμένον, ά μάλιστα δεικνύουσιν αι μαθηματικαί επιστήμαι». (“Ποιητική” 1078 α 31-33)
5.4) Επικούρειες θέσεις πάνω στη Μαθηματική επιστήμη
Σημαντικό, να διευκρινισθούν οι θέσεις
των Επικουρείων στα Μαθηματικά, με νέα ματιά και υπό το πρίσμα των σύγχρονων
θεωριών, πολύ περισσότερο που η κρατούσα αντίληψη αδικεί τον Επικουρισμό, ο οποίος προήγαγε μεγάλες και πρωτοπόρες
θεωρίες, τόσο στον τομέα της γνωσιολογίας, όσο και σ’ αυτόν της Φυσικής, δύο
τομείς της επιστήμης απόλυτα συνδεδεμένους με τα μαθηματικά.
Επομένως, θα συνιστούσε ασυνέπεια εάν και γι’ αυτά ο Επικουρισμός δεν επεδείκνυε ανάλογη στάση….
Για την, από πολλούς, νομιζόμενη
“αρνητική θέση των Επικουρείων απέναντι στα
Μαθηματικά” διασαφηνίζουμε, ότι αυτή αφορά τα ξεκομμένα από πρακτικές
εφαρμογές θεωρητικά Μαθηματικά, αυτά που διδάσκονταν με σχολαστικό τύπο και
σαν αυτοσκοπός στις άλλες σχολές, ως σημειώνει ο καθηγητής Χαρ. Θεοδωρίδης
(“Επίκουρος. Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου”)
Είναι
αλήθεια ότι απέναντι στα Μαθηματικά της εποχής, οι Επικούρειοι προέβαλαν αντιρρήσεις, αυτές όμως είχαν να κάνουν
με τα θεωρητικά ζητήματα της
επιστήμης αυτής. Και αυτές οι αντιρρήσεις προέκυψαν λόγω του αφηρημένου,
ξεκομμένου από τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας, χαρακτήρα των θεωριών που υποστηρίχθηκαν και
διδάχτηκαν κυρίως από δύο εκ των μεγαλύτερων φιλοσοφικών σχολών της
αρχαιότητας, που προϋπήρχαν του Κήπου του Επίκουρου:
1) Της Πυθαγόρειας
σχολής όσον αφορά τις,
μυστικοπαθούς – θεολογικού χαρακτήρα και εκτός
αισθητηριακής εμπειρίας ιδεοληψίες του ιδρυτή της σχολής Πυθαγόρα, οι οποίες
εξαιρετικά επηρέασαν και τον Πλάτωνα. Ας σημειώσουμε εδώ ότι η φημισμένη θεωρία
του “Περί Ιδεών”, ουσιαστικά, δεν διαφέρει από την “Περί αριθμών”
του Πυθαγόρα, όπως αναφέρει στα έργα του και ο Αριστοτέλης.
Για την θεολογικού τύπου Πυθαγόρεια αριθμολογία και γεωμετρία, η Επικούρεια απόκριση υπήρξε ορθολογική, απλή κι’ ευνόητη. Δεισιδαιμονίες, προλήψεις, μυστικισμοί και μεταφυσικές έννοιες μέσα σε αριθμούς και σχήματα, που βρίθουν μέσα στις Πυθαγόρειες, αλλά και στις Πλατωνικές ιδεαλιστικές κοσμοθεωρίες, δεν γίνονται δεκτές, καθότι βρίσκονται στον αντίποδα της Επικούρειας υλιστικής φιλοσοφίας.
2) Της Πλατωνικής Ακαδημίας όσον αφορά τα αορίστου χαρακτήρα μαθηματικά – γεωμετρικά προβλήματα – γυμνάσματα, όπως είναι η χρησιμοποίηση μόνον κανόνα και
διαβήτη στη γεωμετρία, που υπήρξε τροχοπέδη στην ανάπτυξη της χρήσιμης -
κοινωφελούς μηχανικής κατασκευαστικής και την οποίαν ο Πλάτωνας επέβαλε στους
μαθητές του, προκειμένου να αποδειχθούν “προκείμενες” που είχε θέσει,
στα πλαίσια της εκπαιδευτικής του τακτικής, αδιάφορα κατά πόσον ή όχι ήταν
αληθείς.
Τα Μαθηματικά, κατά την άποψη της Ακαδημίας, ήταν προπαιδεία για
τη φιλοσοφία, επομένως ήταν κατώτερα αυτής. Συνιστούσαν, ωστόσο, μια ουσιώδη
προεισαγωγή στη “Πλατωνική Διαλεκτική”. Τα μαθηματικά αξιώματα,
πίστευε ο Πλάτων, πηγάζουν από τη Διαλεκτική και αποτελούν μια καλή
εκπαίδευση στην αφηρημένη νόηση και ένα καλό μέσο για την ανύψωση του πνεύματος
στον κόσμο των Ιδεών. («Πολιτεία» Ζ΄ 521 -
527)
Αρνητική υπήρξε, επομένως, η
Επικούρεια τοποθέτηση και απέναντι σε μαθηματικά έξω από πρακτικές - χρηστικές εφαρμογές, δηλ.
απέναντι στα μαθηματικά της καθαρής και της αφηρημένης νόησης, ωφέλιμα μόνον
σαν προγύμνασμα και εργαλείο σκέψης για την “Πλατωνική Διαλεκτική”.
Διότι ο Πλάτων, επαναλαμβάνουμε, χρησιμοποίησε τα μαθηματικά, ως εργαλείο όξυνσης της σκέψης για τη Διαλεκτική
του. Και γι’ αυτόν, τα μαθηματικά όντα
δεν είναι αισθητά, αλλά ιδεατά, και έχουν τέλειες – ιδεατές ιδιότητες.
Η Ακαδημία, η
φιλοσοφική σχολή που ίδρυσε και διηύθυνε ο Πλάτων, υπήρξε κέντρο θεωρητικής
μαθηματικής έρευνας. Εκεί συνέρρεαν οι ικανότεροι μαθηματικοί απ’ όλα τα μέρη.
Στην Ακαδημία, αναγνωρίζεται τεράστια συνεισφορά στη διάδοση και
προαγωγή της γεωμετρίας, στη μεθοδολογία της και στην “αξιωματικοποίση” της.
3) Αλλά και για
την “αξιωματική” γεωμετρία του (σύγχρονου του Επίκουρου) Ευκλείδη, εκφράστηκαν απορίες και αντίλογοι. Ήταν όμως
μαθηματικού χαρακτήρα, και διατυπώθηκαν σε βιβλία από Επικούρειους δασκάλους,
γνώστες της μαθηματικής, τα οποία βιβλία ευρέως κυκλοφόρησαν και συζητήθηκαν
επί αιώνες στην αρχαιότητα.
Οι παρατηρήσεις και αμφισβητήσεις
αυτές, όπως τις εξέφρασαν Επικούρειοι δάσκαλοι, ειδήμονες μαθηματικοί, απέναντι
σε σημεία της Ευκλείδειας γεωμετρίας από τη φύση τους δύσκολα κι’ αμφιλεγόμενα,
συνιστούν ζήτημα με ιδιαίτερη βαρύτητα.
Κι’ αυτό γιατί, οι αντιλογίες των
Επικουρείων απέναντι στον Ευκλείδη, τις δύο
αλληλένδετες επιστήμες -
Μαθηματική και Φυσική - τις συμπληρώνουν, διευκρινίζουν και εμπλουτίζουν,
μάλιστα στις πιο καίριες περιοχές τους, εκεί που αυτές φθάνουν στα αξεπέραστα
όρια τους.
5.5) Επικούρειοι μαθηματικοί
Οι σπουδαιότεροι Επικούρειοι μαθηματικοί της
κλασικής αρχαιότητας, που άσκησαν κριτική στην Ευκλείδεια γεωμετρία (ουσιαστικά, σε “αξιώματα” της), ήταν:
α) Ο Πολύαινος. Καθηγεμόνας στη σχολή του
“Κήπου”, μαζί με τους Μητρόδωρο και Έρμαρχο. Ήταν, παράλληλα, και ικανός
μαθηματικός. Συνέγραψε μαθηματικό βιβλίο με τον τίτλο “Απορίαι”,
όπου ασκείτο κριτική της γεωμετρίας του Ευκλείδη, όπως αυτή διατυπώνονταν στο
βιβλίο του “Τα Στοιχεία”, που είχε πρωτο-κυκλοφορήσει κατ’ εκείνη
την εποχή.
Η κριτική του Πολύαινου ήταν
γενικότερη και επί αρχών, αλλά και ειδικότερη σε κάποια από τα ονομαστά “αιτήματα”,
δηλ. τις αναπόδεικτες προτάσεις που εδέχετο η Ευκλείδεια γεωμετρία.
Ιδιαίτερα, η κριτική του
Πολύαινου αφορούσε το περίφημο “πέμπτο
αίτημα” του Ευκλείδη, το οποίο
είναι και το πλέον συζητημένο στους αιώνες και
του οποίου ο Πρόκλος έδωσε την (ισοδύναμη-ισότιμη) διατύπωση που έκτοτε
καθιερώθηκε και η οποία είναι:
“Με δεδομένη μία
ευθεία γραμμή και ένα σημείο εκτός αυτής, μόνον μία παράλληλη μπορεί να αχθεί προς την ευθεία, η οποία να
διέρχεται από το σημείο”.
β) Ο Δημήτριος ο Λάκων. Συνέγραψε
τα βιβλία: “Περί γεωμετρίας” και “Προς Πολυαίνου απορίας”, όπου
φέρεται να επαναδιατυπώνει τις αντιρρήσεις του Πολύαινου, είτε να προσπαθεί να
συμβιβάσει ή προσαρμόσει την γεωμετρία με την Επικούρεια φυσική, δηλ. την
ατομική θεωρία.
γ) Ο Ζήνωνας ο Σιδώνιος. Πιστός στην Επικούρεια φυσική θεωρία περί
των ατόμων, ως “ελαχίστων” στοιχείων μεν, αλλά που διαθέτουν στοιχειώδες -
υπαρκτό μέγεθος, θεωρούσε ότι (“κατ’
αναλογίαν”) αυτό είχε εφαρμογή της
και στα μαθηματικά.
Έκρινε,
κατά την Επικούρεια θεωρία, ότι όπως η διαίρεση των υλικών αντικείμενων κάπου
σταματά, ειδάλλως το αντικείμενο θα εξαφανίζετο, ανάλογα και στα μαθηματικά θα
συμβαίνει το ίδιο. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να υπάρχουν αδιάστατα μαθηματικά
στοιχεία, όπως είναι τα σημεία τομής στον Ευκλείδη.
Επικούρειος φιλόσοφος και μαθηματικός ήταν και ο Φιλωνίδης ο Λαοδίκειος (200 - 130). Μέλος της βασιλικής αυλής των Σελευκιδών, προσπάθησε να προσηλυτίσει τον Αντίοχο Δ΄ τον Επιφανή στον Επικουρισμό.
Συνάγεται ότι, οι αναφερθέντες μαθηματικοί
Επικούρειοι δάσκαλοι δέχονταν ότι και ο
γεωμετρικός χώρος είναι “κβαντισμένος”, σαν συνέπεια του φυσικού
“ατομισμού” της Επικούρειας φιλοσοφίας τους.
Μεγάλο ζήτημα για τους
Επικούρειους ήταν ότι προτάσεις που ο Ευκλείδης θεωρούσε “προφανείς”,
όφειλαν πριν να έχουν στηριχθεί πάνω και σε άλλες προϋποθέσεις και
πρόσθετα αξιώματα. Το ερώτημα, στην επόμενη βαθμίδα, γενικεύονταν και ήταν αν η
αμφισβήτηση έπρεπε να επεκταθεί και σε όλη τη γεωμετρία.
Τέτοιους
προβληματισμούς εξέφρασαν στα έργα τους οι τρείς προαναφερθέντες μαθηματικοί –
Επικούρειοι: Πολύαινος Λ., Δημήτριος Λ.,
Ζήνων Σ., όπως προκύπτει από τις πηγές. Συνεπώς, δεν θα μπορούσαν παρά να είναι επικριτικοί στη Ευκλείδεια γεωμετρία, ως προς το θέμα του
“συνεχούς”, δηλ. της επ’ άπειρον διαιρετότητας και μη καταμετρητότητας των
μαθηματικών μεγεθών…..
…… Αμφέβαλλαν
(“απορίες” εξέφραζαν) αν η φυσική τους για τα άτομα και το
κενό συμβιβάζεται με την Ευκλείδεια Γεωμετρία, όπως και πιο
πάνω είπαμε, αν δηλ. η διακριτότητα των ατόμων της
ύλης, όπου τα ελάχιστα Επικούρεια (τας ατόμους) διαθέτουν χωρικές
διαστάσεις, συνάδει με την απ’ άπειρον διαιρετότητα και το “ασύμμετρο”,
που σημαίνει “μη καταμετρητότητα των μαθηματικών μεγεθών”.
Η
θεωρία ότι η γραμμή, κατά συνέπεια και ο χώρος (το ίδιο
και η κίνηση και ο χρόνος), δεν είναι συνεχή
μεγέθη αλλά αποτελούνται από μικρά, διακριτά άτομα, ήταν μια ιδέα που
συζητήθηκε στην αρχαιότητα…..
Το μικρό ψευδοαριστοτελικό έργο: «Περί ατόμων γραμμών»
(ίσως γράφτηκε από μαθητή του Αριστοτέλη) στοχεύει ακριβώς στην αναίρεση
της αντίληψης αυτής, δηλ. ότι ο χώρος, η κίνηση και ο χρόνος είναι όντα
ασυνεχή/“κβαντισμένα”, κάποιων υποστηρικτών της, που δεν ήταν μόνο οι
πιστοί της Δημοκρίτειας ατομικής θεωρίας, αλλά και οπαδοί του Ξενοκράτη, του 2ου
διαδόχου του Πλάτωνα στην Ακαδημία.
(Βασ. Καρασμάνη: “Μαθηματικά και Τεχνολογία στην αρχαία Ελλάδα”)
Παράφραση του “Περί ατόμων
γραμμών” είχε συμπεριληφθεί στο φιλοσοφικό σύγγραμμα του Βυζαντινού
λόγιου Γ. Παχυμέρη (1242–1310) και είχε πάρει την θέση “Αριστοτελικού”
κειμένου σε όλες τις εκδόσεις των
Αριστοτελικών Απάντων του Άλδου Μανούτιου, από το 1497 έως το 1556.
Οι
άλλες σχολές (Ακαδημεικοί, Περιπατητικοί, Στωικοί), αντεπεξέρχονταν αυτό το πρόβλημα, αφού η (όποια)
Φυσική τους ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη της Επικούρειας, τα
φυσικά “minima” τους ήταν συνεχή, ενώ - μαθηματικώς - εδέχοντο την επ’
άπειρον διαιρετότητα και μη καταμετρητότητα.
Αργότερα,
κυρίως μετά τον Αρχιμήδη και τη ξακουστή μέθοδο του για την προσεγγιστική
εύρεση του “π”, όλες οι σχολές
αναγκάστηκαν να προβληματισθούν περεταίρω πάνω στην διαιρετότητα της ύλης,
καθώς και επί της “καταμετρητότητας ή μη” των ελάχιστων
φυσικών μεγεθών…..
Πάντως, οι Επικούρειες απόψεις, απορίες και
αμφισβητήσεις, στα μαθηματικά προκαλούσαν μεγάλες
έως σφοδρές αντιδράσεις, καθόσον δυναμιτίζανε την καθιερωμένη γεωμετρία
συθέμελα…..
Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (106-43) στο “De Finibus”,
σημειώνοντας ότι ο Επίκουρος
απέρριπτε τη φορμαλιστική λογική και την αφαιρετική μέθοδο εξαγωγής
συμπερασμάτων, τον κατακρίνει λέγοντας ότι είναι ανάξιο για ένα φυσικό φιλόσοφο
να αρνείται την επ’ άπειρον διαιρετότητα. Σε άλλη αναφορά του ο Κικέρων κατατάσσει τον
Πολύαινο, επειδή τελούσε κάτω από την επιρροή του δασκάλου του Επίκουρου, σ’
αυτούς που διαλογίσθηκαν τη γεωμετρία όλη εσφαλμένη, ενώ δεν παραλείπει, να
προσθέσει επιτιμητικά ότι ο Επίκουρος, όχι ειδικά πεπαιδευμένος ο ίδιος,
τουλάχιστον ας μην απέτρεπε άλλους από το μελετήσουν τα μαθηματικά, κι’ ας
άφηνε τον φίλο του Πολύαινο να διδάξει τη γεωμετρία, αντί να τον ωθεί να την
ξεμάθει κι ο ίδιος!
Πιο
“δηκτικός” ο “ιερός” Αυγουστίνος (354-430), επτά αιώνες αργότερα, θα γράψει: «Ο Επίκουρος
μίλησε με τόση αυθάδεια για τη γεωμετρία επειδή, υποθέτω, τίποτε δεν
καταλάβαινε απ’ αυτήν»….. και άλλα τέτοια πολλά.
(Χ. Θεοδωρίδης, σελ. 222-223
Ωστόσο, αμφισβητήσεις, σαν αυτές, του Πολύαινου ιδιαίτερα απέναντι στο “πέμπτο αίτημα” του Ευκλείδη, που
τόσο επικρίθηκαν στην αρχαιότητα, υπήρξαν ιδέες που εξαιρετικά μελετήθηκαν στα
κατοπινά χρόνια και πολύ γόνιμα αξιοποιήθηκαν….
Στην αμφισβήτηση στο “πέμπτο αίτημα” του Ευκλείδη στηρίζεται η λεγόμενη “Απόλυτη (ή Ουδέτερη) Γεωμετρία”, την οποίαν επινόησε ο Ούγγρος Μπόγιαϊ / Bolyai János και την δημοσίευσε το 1832, και η οποία θεμελιώνεται στα πρώτα τέσσερα αιτήματα του Ευκλείδη και καταργεί πλήρως το 5ο αίτημα, αυτό της παραλληλίας. Το 1829, ένας άλλος σπουδαίος μαθηματικός, ο Ρώσος Nikolai Lobatchewsky, επικαλέστηκε αίτημα κατά το οποίον από σημείο εκτός ευθείας άγονται άπειρες παράλληλοι προς αυτήν. Λίγα χρόνια μετά, ο Bernhard Riemann κατέθεσε πρόταση, ότι καμία παράλληλος δεν άγεται.
Από δε τον 19ο αι. κι έπειτα
στην Επιστήμη υπήρξε πραγματική
επανάσταση. Γυρίζοντας
σελίδα, εισήλθε στη μετα-Νευτώνια εποχή της. Μη Ευκλείδειες γεωμετρίες και νέα
Μαθηματικά αναπτυχθήκαν, και επειδή αποδείχθηκαν πιο σωστά προσαρμοσμένα στη φυσική
πραγματικότητα, εξηγούν καλλίτερα και τα φαινόμενα της.
Και, όπως για όλες τις επιστήμες ισχύει σήμερα, και για τα Μαθηματικά απώτερη επιδίωξη είναι το κοινό όφελος:
«Κύριος σκοπός των μαθηματικών
είναι το κοινό όφελος και η εξήγηση των φυσικών
φαινομένων».
Jean-Baptiste-Joseph Fourier (1768-1830) μαθηματικός
Έτσι, η επιμονή των Επικούρειων μαθηματικών της αρχαιότητας και σε “γεωμετρικό ατομισμό”, αξεχώριστο με τη φυσική ατομιστική θεωρία, συνεπακόλουθα η αντίθεση τους στην επ’ άπειρον διαιρετότητα και στην μη καταμετρητότητα των μαθηματικών μεγεθών, είναι αιτιολογημένη στα νεότερα χρόνια. Άλλωστε, είναι συνηθισμένο πια ο μαθηματικός να δημιουργεί μαθηματικές οντότητες με τη βοήθεια αυθαιρέτων συμβάσεων, κυρίως όμως κάθε θεωρία στη φυσική (επιστήμη που επιδιώκει το κοινό όφελος) αδιάρρηκτα να συνδέεται με τη μαθηματική της υπόβαση.
Σήμερα,
αποτελεί κοινό τόπο ότι τα “φυσικά
ελάχιστα ” συνδέονται με τα “μαθηματικά ελάχιστα”
και ότι το πρόβλημα του “συνεχούς”
αφορά αλληλένδετα τη δομή της ύλης με τον χώρο, και βέβαια ότι το “μαθηματικώς
αληθές” έχει απόλυτη σχέση με τα “αξιώματα” που έχουν γίνει δεκτά….
Ακόμα, αν οι παραπάνω μαθηματικές Επικούρειες αντιλήψεις, τότε “σαθρές
επίνοιες” (ως τις είχε χαρακτηρίσει
ο πολυμαθής Στωικός Ποσειδώνιος) - τώρα δεκτές ή και επιβεβαιωμένες με τις πιο
σύγχρονες θεωρίες και εφαρμοσμένες στην πράξη, αντιμετωπίζονταν χωρίς λυσσαλέες
αντιδράσεις, θα μπορούσε να είχαν διανοιχθεί νωρίτερα στην ιστορία οι δρόμοι
προόδου της επιστήμης..…
Βλ. άρθρο μου “ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ και ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΕΣ
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ” (στο blog, 11/12/2020)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο
Ψυχή - Νους
6.1) Αριστοτέλης / Περί της Ψυχής
- «Ώστε λόγος τις αν είη και είδος, αλλ’
ουχ ύλη και υποκείμενον». (“Περί Ψυχής”)
- «Τηι
αρμονίαι εναντίον εστίν η αναρμοστία, τηι δε ψυχήι
ουδέν εναντίον. ουσία γαρ και το συμπέρασμα δήλον….». (Αριστ.
αποσπ. Ρόζε 12)
Ο Αριστοτέλης θεωρεί την ψυχή κάτι θεϊκό, που εκφράζει, αντιπροσωπεύει, συνέχεται με το ον. Αντικείμενο της Ψυχολογίας είναι «η γνωριμία με την φύση, την ουσία και τις ιδιότητες της ψυχής», οι παραλλαγές της οποίας κλιμακώνονται από τις ταπεινές εκδηλώσεις της στα ζωόφυτα και τα ζώα, έως το μεγαλείο της στον άνθρωπο και το Θεό. Η γνώση της ουσίας του καθαυτό όντος είναι εφικτή.
Ερωτήματα που προκύπτουν είναι: Σε ποια από τις υποδιαιρέσεις (κατηγορίες)
του όντος κατατάσσεται η ψυχή, κατά πόσον είναι “δυνάμει ον” ή “εντελέχεια”,
αν υπάρχουν διάφορα μέρη ή είδη ψυχής, κ.ά.
Ο Αριστοτέλης θεωρεί
ότι υπάρχει μια ελάχιστη ψυχή, η “θρεπτική”, εξίσου σε όλα τα φυτά και
τα ζώα, και ακολουθεί ψυχή που ενυπάρχει μόνον στα ζώα, η “αισθητική”.
Ορίζει δε σειρά με την οποίαν, κατά
αύξοντα τρόπο (αφή-> γεύση->
όσφρηση-> ακοή-> όραση), τα ζώα εκδηλώνουν τον
ιδιαίτερο χαρακτήρα
της αίσθησης. O χαρακτήρας της αίσθησης για το
ζώο συνίσταται στο να προσλαμβάνει (δηλ.
αντιλαμβάνεται) τη μορφή -χωρίς την ύλη- των
αντικειμένων. Η χρησιμότητα κάθε
αίσθησης στην ύπαρξη, θρέψη, αύξηση και ευζωία των ζώντων οργανισμών ποικίλει
αναλόγως.
Η “αισθητική ψυχή” έχει την ικανότητα να
αισθάνεται ηδονή και λύπη, επομένως και επιθυμία. Απόρροια της γνωστικής πλευράς της “αισθητικής ψυχής” είναι η
φαντασία και η μνήμη, της ορεκτικής πλευράς της η ικανότητα
κίνησης, αυτά δε αφορούν τα
περισσότερα (όχι όλα) τα ζώα.
Όμως, η
“αισθητική ψυχή” δημιουργεί και μια ικανότητα που χαρακτηρίζει
αποκλειστικά τον άνθρωπο, και αυτή είναι η διανοητική
ικανότητα.
Με την αίσθηση (Βλ. κεφ. 2), ως διακριτική ικανότητα, οδηγούμαστε, με συνεχή εξέλιξη, στα ανώτατα γνωστικά ενεργήματα. Αυτή η διανοητική ικανότητα / αντίληψη, όταν ενεργεί όχι με κάποια εξειδικευμένη μορφή της, όπως η όραση, η ακοή κλπ., αλλά με τον χαρακτήρα του γένους της, δηλ. ως “αντίληψη”, έννοια καθαρή, απαλλαγμένη των αισθήσεων, αποδίδει ποικίλες λειτουργίες, που τείνουν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ αίσθησης και “Λόγου”.
Ο Αριστοτέλης, εξετάζοντας δύο απόψεις για τη ψυχή: Η
μία εάν εκλαμβάνεται ιδεωδώς ως αρμονία αρετών, η άλλη εάν νοείται υλιστικά,
πρότεινε στον διάλογό του “Εύδημος” την ψυχή να είναι είδος
(ιδέα).
Μεταγενέστερα,
ωριμότερος, στο έργο του “Περί Ψυχής”, την χαρακτηρίζει λόγο και
είδος, ακόμα, τόπο, όπου
εικονιστικά αντιπροσωπεύεται το σύμπαν.
Η ψυχή, με κάποιο τρόπο, εκφράζει το ον , μπορεί να εννοήσει την “ουσία του καθ’ αυτού όντος”.
Πολλοί πιστεύουν ότι η “ουσία του καθ’
αυτού όντος” μόνο με θεία φώτιση, μπορεί να γίνει κατανοητή.
Ο Καντ πιστεύει ότι η καθαυτό ουσία των όντων διαφεύγει την νοητική του ανθρώπου κατάληψη.
Σημαντικός προβληματισμός περί ψυχής είναι εάν όλες οι ιδιότητες
της ανήκουν στον κάτοχό της, ή μήπως ορισμένες συνιστούν ίδιον (δηλ. ιδίωμα) της ψυχής, διότι αν στη ψυχή αποδοθούν ιδιαίτερες ιδιότητες,
τότε θα μπορεί να υπάρχει χωριστά από το σώμα.
Ο
Αριστοτέλης, υποστηρίζει μεν ότι η
ψυχή και το σώμα δεν αποτελούν δύο ουσίες, αλλά αδιαχώριστα στοιχεία
μιας και μοναδικής ουσίας, ωστόσο, η ψυχή και το σώμα είναι
διαχωρίσιμα!......
……. Διαχωρίσιμα, όπως η μορφή και η ύλη. Ανάλογο είναι το ενέργημα αφαίρεσης που διαχωρίζει
(αποσπά) τις μαθηματικές ιδιότητες των σωμάτων από τον φυσικό τους
χαρακτήρα.
Η ψυχή
είναι ασώματη, αιτία της κίνησης (κινεί) χωρίς η ίδια να κινείται. Η
ψυχή είναι ακίνητο κινούν. Αδιευκρίνιστο παραμένει αν ο “λόγος”
λογαριάζεται ως μέρος της ψυχής.
Πάντως η Ψυχή είναι η “εντελέχεια” ή “το ουσιαστικό αίτιο” του
ζωντανού σώματος (σώμα/ύλη – ψυχή/μορφή) και είναι αδιαχώριστη από αυτό.
Ο
Αριστοτελικός όρος “Εντελέχεια” (εντελεχής = ο εντελώς έχων), δεν
συνδέεται με την λέξη ενδελέχεια που σημαίνει συνεχής, αδιάκοπος,
αδιάλειπτη φροντίδα ή επιμέλεια.
“Εντελέχεια”
είναι η πραγμάτωση μιας δυνατότητας, η “τελείωση”. (Βλ. κεφ. 3.1).
Η “εντελέχεια” της αντίληψης είναι ταυτόχρονα “εντελέχεια”
του αντικειμένου.
Με βάση τη γενική αρχή της ταυτότητας του ουσιαστικού με το τελικό και το ποιητικό αίτιο, η Ψυχή είναι το τελικό και ποιητικό αίτιο όλων των μεταβολών που προκαλεί, δηλ. της κατά τόπον κινήσεως, της αλλοιώσεως ή της αυξήσεως. (“Ηθικά Νικομάχεια” 415 b 7-28)
Η ύλη,
που τώρα έχει συνδεθεί με μια ψυχή για να σχηματίσει ένα ζωντανό
οργανισμό, υπήρχε ήδη πριν τη συνένωση και θα υπάρχει μετά το τέλος της. Δεν
υπάρχει μετενσάρκωση ανθρώπινων ψυχών σε σώματα ζώων, ούτε εξαύλωση της ψυχής,
μολονότι, επ’ αυτού του θέματος, διατηρεί επιφυλάξεις που αφορούν το υπέρτατο
μέρος της ανθρώπινης ψυχής, τον “Ποιητικό Νου”, ο οποίος
καθώς έρχεται θύραθεν (απ’ έξω), εξακολουθεί να υπάρχει μετά τον
θάνατο του σώματος!
Σημαντική είναι η διάκριση που κάνει ο
Αριστοτέλης μεταξύ των δύο υπαρχόντων μερών μέσα στην ανθρώπινη ψυχή,
συγκεκριμένα του….
α) “Ποιητικού
Νου” (θεϊκού), που επιβιώνει μετά θάνατον,
άδηλο αν υπό ατομική μορφή ή αφομοιωμένος σε μια ευρύτερη πνευματική ενότητα, και του….
β) “Παθητικού Νου” (υλικού), που καταστρέφεται με τον θάνατο.
Επίσης, ο Αριστοτέλης, αντίθετα με την Πλατωνική άποψη, είχε τη γνώμη ότι η ψυχή ποτέ δεν νοεί χωρίς εικόνες (“Ουδέποτε νοεί άνευ φαντάσματος η ψυχή”). Η χρήση εικόνων, διατείνεται, είναι το τίμημα που πληρώνει ο νους για την σύνδεση του με τις κατώτερες ποιητικές λειτουργίες……
Οι σύγχρονοι επιστήμονες, βέβαια, απορρίπτουν
όλως-διόλου τις περί της ψυχής παλαιές αντιλήψεις, αποδίδοντας τα
φαινόμενα που σχετίζονται μ’ αυτήν στον εγκέφαλο και το νευρικό μας σύστημα.
Σημείωση 9η
Ο Πλάτων
παραδεχόταν ότι η ανθρώπινη “ψυχή” είναι αθάνατη, περνά από πολλά
σώματα και έχει αριθμητική αρχή, ενώ το σώμα έχει γεωμετρική. Την ώριζε σαν “Ιδέα” ζωτικής
πνοής, διαχυμένη προς όλες τις διευθύνσεις. Είχε επινοήσει και διαίρεση της ψυχής σε νοητό και ορατό τμήμα. («Τίμαιος»,
42Β, 90Ε, 54Α)
Το νοητό
τμήμα της ψυχής κατευθύνεται επ’
“αρχήν ανυπόθετον”, δηλ. σε αρχή που δεν στηρίζεται σε καμιά υπόθεση
(=“Aγαθό”), χωρίς να χρησιμοποιεί εικόνες, αλλά ερευνά με
βάση τις καθαρές ιδέες……
Πάντως, σύμφωνα με εύστοχη παρατήρηση του
κορυφαίου κλασσικού φιλολόγου Ulrich Wilamowitz (1848-1931) ο Πλάτων επιμελώς
αποφεύγει να ονομάσει το “Αγαθόν” Θεό. Τον θεό δεν θεωρεί ιδέα,
αλλά ψυχή, και αιτία των κοσμικών κινήσεων.
Το ορατό μέρος της ψυχής, κατώτερο,
χρησιμοποιώντας ως εικόνες τα αντικείμενα αναγκάζεται να κάνει αναζητήσεις
στηριζόμενες σε υποθέσεις. (“Πολιτεία” ΣΤ΄, 510 b – 511 d)
Πλατωνική διαίρεση της ψυχής είναι και η τριμερής: Λογικό (εδρεύει στο κεφάλι) – Θυμοειδές (Συναισθηματικό/βουλητικό,
εδρεύει στη καρδιά) και Επιθυμητικό (εδρεύει στον αφαλό και το
συκώτι).
6.2) Παθητικός και Ποιητικός Νους
Για τον
Αριστοτέλη, ο Νους (Νόηση/Σκέψη), που τυγχάνει εντελώς ανεξάρτητος από το σώμα,
είναι η ικανότητα με την οποίαν συλλαμβάνουμε (αντιλαμβανόμαστε) την Ουσία.
Είδαμε ότι, η Αίσθηση είναι
η ικανότητα με την οποίαν συλλαμβάνουμε την, με ύλη υπενδεδυμένη, ουσία.
Η σύλληψη της ουσίας ενός μόνο αντικειμένου -άμεση
εποπτεία- δεν σφάλλει ποτέ, ενώ η κρίση μπορεί να σφάλει. Αρχικά, ο Νους ταυτίζεται με το
αντικείμενό του “δυνάμει”, όταν όμως το γνωρίσει γίνεται ένα με αυτό, “εντελεχείαι”.
Όταν νοεί άυλες μορφές, τίποτα στο αντικείμενο δεν παραμένει ασύλληπτο (δηλ. ακατανόητο)
από το Νου. Και νοώντας το αντικείμενο του, ο Νους νοεί τον εαυτό
του.
Ο
άνθρωπος, με άλλα λόγια, διαθέτει Νου, μέσω του οποίου κατανοεί
την οντολογική υφή του κόσμου. Πέραν της αμέσου αντιλήψεως - απλής επαφής με τα
πράγματα («φάναι και θιγείν»), υπάρχει η διασκεπτική ενέργεια του λόγου
(δηλ. η διανόηση), η καθοδηγούμενη από τους κανόνες που
περιγράφονται στα Αναλυτικά (Λογική), η οποία παρέχει τις εμμέσως προσιτές γνώσεις.
Σημαίνουσα στον Αριστοτελισμό, γράψαμε, είναι
η διάκριση του Νου σε παθητικό (υλικός) και
ποιητικό, ο οποίος
είναι και ο σπουδαιότερος, καθότι θεϊκός.
Ο παθητικός νους αναφέρεται στην ύλη, που αποτελεί την βάση κάθε γένους
πραγμάτων.
Είναι, όπως η αίσθηση
και η φαντασία, αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής, συνιστά την ενέργεια του
επιμέρους σώματος, δεν μπορεί να επιβιώσει μετά τον θάνατό του.
Σε
προερχόμενες από τις αισθήσεις διάφορες λειτουργίες του νου, όπως φαντασία
όνειρα, μνήμη, ανάμνηση, αναφερόμαστε στο κεφ. 2.2 (Αριστοτέλη / Αισθήσεις).
Ο ποιητικός νους, ποιεί (δημιουργεί) τα πάντα, όχι όμως από μηδενικής βάσεως, αλλά
επεξεργαζόμενος το υλικό που του έχει δοθεί. Προάγει τα πάντα από το δυνάμει,
στο ενεργείαι, όπως το φως
κάνει τα δυνάμει χρώματα να γίνονται
ενεργείαι χρώματα. Είναι απαραίτητος στην κατανόηση των νοητών ειδών.
Επειδή δε τα είδη, ως είδαμε, εμπεριέχονται στα αντικείμενα (αυτά που ερεθίζουν τις αισθήσεις μας), προκύπτει ότι αισθήσεις και ποιητικός νους, συνεργάζονται
άρρηκτα για την παραγωγή μιας νοητικής πράξης, ή για τη συναγωγή ενός
συμπεράσματος.
Η σχέση, λοιπόν, του ποιητικού νου προς το νοητό είναι
αντίστοιχη του φωτός προς το ορατό, και δεν τον συνειδητοποιούμε, παρά μόνον σε
στιγμές φώτισης και ο παραλληλισμός αυτός ξεκινά, πιθανότατα, απ’ τη Πλατωνική
χρήση του Ήλιου ως συμβόλου της Ιδέας του Θεού.
Ο ποιητικός νους, αντίστοιχος προς το ποιητικό αίτιο,
είναι αΐδιος, απαθής (άφθαρτος, ανεπηρέαστος απ’
ο,τιδήποτε), αμιγής, χωριστός, και
υπερβαίνοντας το άτομο είναι ίδιος σε όλα τα άτομα.
«Ούτος ο νους (ο
ποιητικός) χωριστός και απαθής και αμιγής τηι ουσίαι
ων ενέργεια…… ο δε παθητικός νους φθαρτός…. ». (“Περί ψυχής”
430 a 17)
Η ιδιότητα
του ποιητικού νου να είναι χωριστός, είναι αυτή που του
δίνει την δυνατότητα, μετά την καταστροφή του παθητικού (νου) με
τον θάνατο του ατόμου, να εξακολουθεί να
ζει.
Τότε
αναδεικνύεται και η αληθινή του φύση σε όλη της την καθαρότητα, που
συγκαλύπτονταν σαν ήταν προσδεμένη στο σώμα.
«Ο
νους υπεισέρχεται μόνον απ’ έξω (έξωθεν, θύραθεν) και είναι αποκλειστικά θεϊκός».
«Τον νουν μόνον θύραθεν επεισιέναι και θείον είναι
μόνον». (“Περί γενέσεως και φθοράς” 736 b 27)
Δεν διευκρινίζεται πάντως αν μετά την αποδέσμευση
του (αθάνατου) ποιητικού νου από το σώμα διατελεί σε ατομική
μορφή, ή αφομοιώνεται σε μια ευρύτερη πνευματική ενότητα.
Ο εγκυρότερος των σχολιαστών του Σταγειρίτη Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς θα ταυτίσει τον ποιητικό νου με τον ίδιο το θεό (κατά το κατοικεί εν ημίν), ο Αβερρόης θα αρνηθεί αυτή την άποψη. Ο Θωμάς Ακινάτης θα θεωρήσει τον ποιητικό νου, μοίρα (δηλ. μέρος, τμήμα) του θείου, που ενοικεί στην ανθρώπινη ψυχή.
Παλιές λαϊκές δεισιδαιμονίες και αφηγήματα ποιητών, σε
συνδυασμό με θεϊστικές αντιλήψεις φιλοσόφων, όπως ο δυισμός του νου/ψυχής σε
θνητό και αθάνατο τμήμα κλπ., δημιούργησαν το πλαίσιο ώστε ο Σταγειρίτης να
εκθέσει και μερικές αλλόκοτες και σκοταδιστικές αντιλήψεις για τον θάνατο και
για τους πεθαμένους, για τους οποίους φαίνεται να πιστεύει ότι βρίσκονται σε μια
αλλόκοτη κατάσταση, που τους επιτρέπει να επιτελούν ως και ωρισμένες νοητικές λειτουργίες!
Ο Αριστοτέλης, στα «Μετά τα Φυσικά»,
συμπληρώνει και διευκρινίζει
την θεολογία του, η οποία θα συζητηθεί και θα επηρεάσει αφάνταστα τη Δυτική
εκκλησία, ενώ σε πολλά σημεία της θα υιοθετηθεί, από τους Σχολαστικούς
θεολόγους, κυρίως από τον Θωμά Ακινάτη… Έτσι, έκπληξη ότι οι Καθολικοί δεν
έχουν συμπεριλάβει τον Σταγειρίτη στους «πατέρες της Εκκλησίας»!
6.3) Επίκουρος, για την Ψυχή και τον Νου
«… Ὥστε οἱ λέγοντες ἀσώματον εἶναι τὴν ψυχὴν ματᾴζουσιν….»
(Επιστολή προς Ηρόδοτο, 67)
Η ψυχή, κατά τον Επίκουρο, είναι
υλικής - σωματικής φύσεως, ενεργεί και
παθαίνει (ποιεί
και πάσχει). Είναι,
χωρίς αμφιβολία, θνητή. Αποτελείται από πολύ λεπτά μέρη, που είναι
διασκορπισμένα σε ολόκληρο το σωματικό σύνολο…..
«……Επιπλέον,
πρέπει επίσης να κατανοήσουμε καλά, ότι το ασώματο χρησιμοποιείται σύμφωνα με
τη γενική αποδοχή του όρου, δηλ. γι’ αυτό που μπορεί να νοηθεί ως ανεξάρτητη
οντότητα.
Διότι
είναι αδύνατον να αντιληφθούμε το ασώματο ως ξεχωριστή οντότητα, εκτός από το
κενό.
Και
το κενό δεν μπορεί ούτε να ενεργεί ούτε να πάθει κάτι, αλλά μόνο παρέχει σε
σώματα τη δυνατότητα για κίνηση μέσα από αυτό.
Ώστε, αυτοί που λένε ότι η ψυχή είναι
ασώματη λένε ανοησίες. Διότι αν
ήταν ασώματη, δεν θα ήταν ικανή να ενεργεί ή να παθαίνει κάτι από
καμία άποψη. Τώρα όμως και τα δύο αυτά συμπτώματα (δηλ. του ποιείν και
του πάσχειν) φαίνεται
εναργώς ότι διαλαμβάνονται περί την ψυχήν».
«…… Ἀλλὰ
μὴν καὶ τόδε γε δεῖ προσκατανοεῖν, ὅ τι τὸ ἀσώματον λέγομεν κατὰ τὴν πλείστην ὁμιλίαν
τοῦ ὀνόματος ἐπὶ τοῦ καθ' ἑαυτὸ νοηθέντος ἄν· καθ' ἑαυτὸ δὲ οὐκ ἔστι νοῆσαι τὸ ἀσώματον
πλὴν τοῦ κενοῦ. Τὸ δὲ κενὸν οὔτε ποιῆσαι οὔτε παθεῖν δύναται, ἀλλὰ κίνησιν μόνον
δι' ἑαυτοῦ τοῖς σώμασι παρέχεται. Ὥστε
οἱ λέγοντες ἀσώματον εἶναι τὴν ψυχὴν ματᾴζουσιν. Οὐθὲν
γὰρ ἂν ἐδύνατο ποιεῖν οὔτε πάσχειν, εἰ ἦν τοιαύτη· νῦν δ' ἐναργῶς ἀμφότερα ταῦτα
διαλαμβάνεται περὶ τὴν ψυχὴν τὰ συμπτώματα».
(Προς Ηρόδοτο 67)
«Μετά απ’
αυτά, αναφερόμενοι πάντοτε στις αισθήσεις και στα συναισθήματα, διότι με αυτό
τον τρόπο θα αποκτήσουμε ακλόνητη πεποίθηση, πρέπει να θεωρήσουμε ότι η ψυχή
είναι σώμα που αποτελείται από πολύ λεπτά μέρη, που είναι διασκορπισμένα σε
ολόκληρο το σωματικό σύνολο…..».
«Μετὰ
δὲ ταῦτα δεῖ συνορᾶν ἀναφέροντα ἐπὶ τὰς αἰσθήσεις καὶ τὰ πάθη (οὕτω γὰρ ἡ βεβαιοτάτη πίστις ἔσται) ὅτι
ἡ ψυχὴ σῶμά ἐστι λεπτομερὲς
παρ' ὅλον τὸ ἄθροισμα παρεσπαρμένον,…..» (Προς Ηρόδοτο 63)
Περισσότερες Επικούρειες απόψεις για τη φύση
και τη δομή του νου και της ψυχής
βρίσκουμε στο έργο του Λουκρήτιου “De Rerum Natura”:
«Πρώτα το νου λέγω, που λογικό συχνά
τον λέμε, όπου εδρεύει η φρόνηση και η διακυβέρνηση της ζωής».
“Primum
animum dico, mentem quem saepe vocamus, in
quo Consilium vitae regimenque locatum est”.
Ο νους (animus) και η ψυχή (anima) είναι υλικές οντότητες, άρα φθαρτές, κρατιούνται σφιχτοδεμένα μεταξύ τους κι’
αποτελούν μια ενιαία φύση. Ο Λουκρήτιος εξηγεί τη φύση και σύστασή τους και
δείχνει ότι γεννιούνται και πεθαίνουν μαζί με το σώμα.
Ο νους / animus είναι
έδρα των συναισθημάτων και της σκέψης και βρίσκεται στο στήθος.
Η
ψυχή / anima είναι μια άλλη υλική οντότητα, στην οποίαν εδρεύουν οι
αισθήσεις, και η οποία είναι διάχυτη σ’
ολόκληρο το σώμα (φλέβες-σάρκα-νεύρα).
Ο Νους, φύση με 3+1 στοιχεία,
κινητοποιείται γρηγορότερα απ’ ο,τιδήποτε άλλο βλέπουν τα μάτια μας στο κόσμο. Νους
και ψυχή αποτελούνται από λεπτότατα, εξαιρετικά μικρά, ολοστρόγγυλα, ευκίνητα
σωματίδια και…… μόλις κυριέψει τον άνθρωπο η γαλήνη του θανάτου, και τον
εγκαταλείψουν, δεν παρατηρείς σ’ ολόκληρο το σώμα καμιά απώλεια, μήτε στην όψη,
μήτε στο βάρος. (“DRN”
ΙΙΙ, 94-416)
6.4) Επίκουρος,
για τον θάνατο
Θαυμαστή, ήδη από τα χρόνια της
αρχαιότητας και μέχρι σήμερα, ήταν η απόψη του Επίκουρου, αναφορικά με τον θάνατο,
το “φρικωδέστατον τῶν κακῶν”…..
«…. ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδή
περ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δ' ὁ θάνατος παρῇ, τόθ' ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν». (Δ.Λ. Χ,
124-125)
«Γεγόναμεν
ἅπαξ, δὶς δὲ οὐκ ἔστι γενέσθαι. δεῖ δὲ τὸν αἰῶνα μηκέτι εἶναι. Σὺ δὲ οὐκ ὢν τῆς αὔριον κύριος ἀναβάλλῃ τὸ χαῖρον.
ὁ δὲ βίος μελλησμῷ παραπόλλυται καὶ εἷς ἕκαστος ἡμῶν ἀσχολούμενος ἀποθνῄσκει».
(Επ. Προσφ. 14)
Κανείς
λογικός, βέβαια, άνθρωπος δεν αγνοεί ότι είναι θνητός, και η ζωή είναι πολύ
σύντομη, τόσο που…. “ο καθένας
φεύγει από τη ζωή, σαν μόλις να γεννήθηκε”.
“Πὰς
ὥσπερ ἄρτι γεγονὼς ἐκ τοῦ ζῆν ἀπέρχεται”. (Επικούρου Προσφώνησις 60)
Ωστόσο εμείς, που δεν εξουσιάζουμε ούτε την αυριανή ημέρα, αναβάλλομε τις χαρές της ζωής. Και αυτή περνά και ο καθένας μας πεθαίνει απασχολούμενος.
Από
την επιστολή προς τον Μενοικέα:
«……Να συνηθίζεις να θεωρείς ότι ο
θάνατος είναι ένα τίποτα για μας, γιατί κάθε καλό και
κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, και ο θάνατος
είναι η στέρηση της αίσθησης.
Έτσι η επίγνωση ότι ο θάνατος είναι ένα
τίποτα για μας, κάνει απολαυστική την θνητή ζωή μας, όχι επειδή προσθέτει
άπειρο χρόνο σ’ αυτήν, αλλά γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας.
Γιατί τίποτα δεν είναι φοβερό στη ζωή
για όποιον έχει πραγματικά κατανοήσει ότι τίποτα φοβερό δεν υπάρχει στο να
μη ζει κανείς. Είναι ανόητος λοιπόν αυτός που λέει ότι φοβάται τον θάνατο
όχι γιατί θα υποφέρει όταν έρθει, αλλά διότι τον θλίβει η προσμονή του.
Διότι άδικα λυπάται κανείς προσμένοντας
ένα πράγμα που δεν ενοχλεί όταν είναι παρόν. Έτσι λοιπόν,
το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτα για μας, επειδή
ακριβώς όταν εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν υπάρχει, όταν δε ο θάνατος έρθει,
τότε εμείς δεν υπάρχουμε.
Ο θάνατος λοιπόν δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους νεκρούς, επειδή δεν έχει σχέση με τους πρώτους, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πλέον……».
«…… Συνέθιζε δὲ ἐν τῷ
νομίζειν μηθὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον· ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν
αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος. ὅθεν γνῶσις ὀρθὴ τοῦ
μηθὲν εἶναι πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπολαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν, οὐκ ἄπειρον
προστιθεῖσα χρόνον ἀλλὰ τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελομένη πόθον. οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ
ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηθὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν· ὥστε μάταιος
ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρὼν ἀλλ' ὅτι λυπεῖ μέλλων. ὃ γὰρ
παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ. τὸ φρικωδέστατον
οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδή
περ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δ' ὁ θάνατος παρῇ, τόθ' ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε
οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας, ἐπειδή περ περὶ οὓς μὲν
οὐκ ἔστιν, οἱ δ' οὐκέτι εἰσίν…».
(Δ.Λ. Χ, 124-125)
Ο Λουκρήτιος εκτενώς αναφέρεται στο θέμα του
θανάτου και τη θνητότητα της ψυχής, αποδοκιμάζοντας και τον φόβο του θανάτου.
Χαρακτηρίζει, ακόμα και την ιδέα του θανάτου, πηγή ανθρώπινης δυστυχίας. (“De Rerum Natura”
ΙΙΙ, 417-1094)
«Για τους ανόητους, τελικά, η κόλαση
βρίσκεται εδώ, πάνω στη γη» (DRN
ΙΙΙ, 1024)
Ο
Μητρόδωρος ο
Λαμψακηνός, δεν πτοείται από αναποδιές της τύχης, μάλιστα, άφοβα προκαλεί ακόμα και
τον θάνατο, τραγουδώντας παιάνα για τη
ζωή….
«Ω τύχη, σε πρόλαβα και έφραξα
κάθε σου πέρασμα. Και ούτε σε σένα, ούτε σε καμία άλλη περίσταση, θα αφήσουμε τους εαυτούς μας εκτεθειμένους. Αλλά
όταν θα πρέπει να τελειώνουμε, αφού φτύσουμε το ζην κι’ αυτούς που αερολογώντας
είναι γαντζωμένοι σ’ αυτό, θα φύγουμε από τη ζωή, τραγουδώντας έναν όμορφο
ύμνο για το πόσο ωραία ζήσαμε».
«Προκατείλημμαι
σέ, ὦ τύχῃ, καὶ πᾶσαν σήν παρείσδυσιν ἐνέφραξα, καὶ οὔτε σοὶ οὔτε ἅλλῃ οὐδεμιᾷ
περιστάσει δώσομεν ἑαυτοὺς ἐκδότους ἀλλ ὅταν ἡμᾶς τὸ χρεὼν ἐξάγῃ, μέγα
προπτύσαντες τῷ ζῆν καὶ τοῖς αὐτῷ κενῶς περιπλαττομένοις ἀπίμεν ἐκ τοῦ ζῆν
μετὰ καλοῦ παιῶνος ἐπιφωνοῦντες ὡς ἠμῖν βεβίωται».
(Επικ. Προσφ.
47)
Διογένης
ο Οινοανδέας στις πολύτιμες πέτρες της φιλοσοφίας:
«Ηδύ γίνεται το ζην όταν
απή (= είναι απών)
φόβος θανάτου» (απ.130)
«Καθώς πια ήδη βρίσκομαι “περί τας
δυσμάς του βίου” και όσον ούπω από γεράματα φεύγω απ’ τη ζωή, ας φύγω μ’ ένα
όμορφο τραγούδι για τα ευχάριστα που επετέλεσα»
«ΕΝ ΔΥΣΜΑΙΣ ΓΑΡ ΗΔΗ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΘΕΣΤΗΚΟΤΕΣ ΔΙΑ ΤΟ
ΓΗΡΑΣ ΚΑΙ ΟΣΟΝ ΟΥΠΩ ΜΕΛΛΟΝΤΕΣ ΑΝΑΛΥΕΙΝ ΑΠΟ ΤΟΥ ΖΗΝ, ΜΕΤΑ ΚΑΛΟΥ ΠΑΙΑΝΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ
ΤΩΝ ΗΔΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ». (απ.3)
Φιλόδημος ο Γαδαρηνός στη πασίγνωστη “Τετραφάρμακο”:
«ΑΦΟΒΟΝ Ο ΘΕΟΣ
ΑΝΥΠΟΠΤΟΝ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
………………//……………………. (βλ. κεφ. 9.11)
Γενναιοψυχία μπροστά στον θάνατο του
επέδειξε και ο ίδιος ο Επίκουρος, όταν μόλις-λίγο πριν πεθάνει γράφει στο φίλο του τον Ιδομενέα:
«Πορευόμενος τη μακαρία και τελευταία ημέρα του βίου μου σου
γράφω αυτά. Ο υπερβολικός πόνος από τη συνεχή δυσουρία και δυσεντερία δεν
απολείπεται του μεγέθους του.
Αντιπαραθέτω σε όλα αυτά την
χαρά της ψυχής επί των γεγονότων που ανακαλώ στη μνήμη μου.
Εσύ όμως που άξια παραστάθηκες προς εμένα και την φιλοσοφία από νεαρός,
να επιμεληθείς τα παιδιά του Μητρόδωρου». (Δ.Λ. Χ, 22)
….. Και
τελευτώντας: «Χαίρετε και μέμνησθε τα δόγματα, τοῦτ᾽ Ἐπίκουρος ὕστατον
εἶπε φίλοις οἷσιν ἀποφθίμενος…..» (Παλατινή Ανθολογία, βιβλ. 7, επίγραμμα 106)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο
Μεταφυσική / Θεολογία
Τρία είδη θεολογίας (= λόγος περί των θεών), διακρίνονται:
- Η Ποιητική, οι μύθοι –
καθαρή επινόηση των ποιητών,
- Η Πολιτική, η
κατασκευασμένη από το κράτος επίσημη
λατρεία, χρήσιμη κοινωνικά, και
- Η Φυσική ή φιλοσοφική,
που ισχυρίζεται ότι αποτελεί μέρος της αλήθειας.
Μ. Τ. Ουάρρων (Marcus Terentius Varro, 116-27)
7.1) Αριστοτέλης: Η
ουσία
«Ότι μεν ουν έστιν ουσία τις αΐδιος και ακίνητος και κεχωρισμένη των αισθητών, φανερόν εκ των ειρημένων». (“Μετά τα Φυσικά”, Λ 1073a 4-6)
«Περί
της ουσίας η θεωρία μας, γιατί των ουσιών οι αρχές και τα αίτια ζητούνται. Διότι
αν θεωρήσουμε τα πάντα ως κάτι το όλον, η ουσία το πρώτον μέρος. Και, αν
προχωρήσουμε πιο πέρα, πάλι πρώτα έρχεται η ουσία, έπειτα το ποιόν, έπειτα το
ποσόν…. Ουσίες δε υπάρχουν τρείς.…».
«Περί της ουσίας η θεωρία. Των γαρ ουσιών αι αρχαί και τα
αίτια ζητούνται. Και γαρ ει ως όλον τι το παν, η ουσία πρώτον μέρος.
Και ει τω εφεξής, καν ούτω πρώτον η ουσία, είτα το
ποιόν, είτα το ποσόν…… Ουσίαι δε τρείς….».
(“Μετά τα Φυσικά” Λ 1, 1069 a 17-38 b 1-2)
Η Πρώτη
Φιλοσοφία (ή Μεταφυσική, ή Θεολογία), μελετώντας το πρώτο γένος του
όντος, μελετά το “ον
ήι ον”, σημαίνει “αυτό που είναι ουσιαστικό και αμετάβλητο”, αν βέβαια υπάρχει
κάτι τέτοιο, δηλ. μια ουσία αμετάβλητη, οπότε γνησίως τότε πρόκειται για την επιστήμη του
καθόλου (καθολική).
Η μελέτη του χωριστού και
αμετάβλητου όντος είναι μελέτη του “όντος ως όντος” (το “ον ήι
ον”), διότι το “ον ως αληθές” δεν ενδιαφέρει και δεν εξετάζεται από τη Μεταφυσική, αλλ’ από τη Λογική.
Η Μεταφυσική δεν εξετάζει, επίσης, ούτε τις συνδέσεις
υποκειμένου και κατηγορήματος στις οποίες το κατηγόρημα δεν απορρέει από την
φύση του υποκειμένου, αλλ’ αποτελεί “κατά συμβεβηκός όν”, αφού τέτοιου
είδους συνδέσεις δεν αποτελούν αντικείμενα της γνώσης.
Αληθές = γνώση…. “Το δ’ ως αληθές ον, και
το μη ον ως ψεύδος” (Βλ. κεφ. 1,
Γενικές αρχές)
Η “ενόραση - εποπτεία του όντος” (….. Πλάτων και Αριστοτέλης
αποκαλούν αυτό το μέρος της φιλοσοφίας τους “Εποπτικόν”, γίνεται
με τα μάτια της ψυχής, αργότερα, κατά τις Νεοπλατωνικές θεωρίες,
θα απαιτείται έκσταση) συνιστά το
ανώτατο στάδιο γνώσης - σοφίας - ευδαιμονίας, που μπορεί ένας άνθρωπος να κατακτήσει, το τέλος της ζωής, η ομοίωσις
τω Θεώ…. (Βλ. και κεφ. 9.6)
Η ουσία, δηλ. αυτό
που κάνει το πράγμα ό,τι είναι,
συγκροτεί το πράγμα στο σύνολό του. Μαζί με την ύλη, ή υποκείμενο που είναι
άγνωστο, τις ιδιότητες, τις σχέσεις κλπ. αποτελούν το “τι ην είναι” της ουσίας, δηλ.
την “μορφή”.
Η “μορφή” αποτελεί το ουσιαστικότερο
στοιχείο των όντων διότι εμπεριέχει και τις αιτίες. Συνιστά δε πότε το ποιητικό αίτιο - πότε το τελικό, συνήθως αυτό.
Και το πιο πάνω σύνολο…. που
όπως είπαμε, “είναι αυτό που είναι” (γενετική αρχή και αιτία) και
δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο,….. μπορεί να διαθέτει και χωριστή ύπαρξη.
Για τα πράγματα, λοιπόν, η ουσία έχει το πρώτο ενδιαφέρον και κατά τον ορισμό (τω λόγω) και κατά την γνώση. Ακολουθεί το ποιόν, έπειτα το ποσόν.
Το “ον / οντολογικό πρόβλημα” και το “αγαθόν” στον Πλάτωνα
Ο Πλάτων, πρώτος,
χρησιμοποίησε την λέξη ουσία ως φιλοσοφικό όρο. Προηγουμένως ο
όρος αυτός είχε μόνο οικονομική σημασία
(περι-ουσία / υπάρχοντα)…..
Ουσία,
ον, εν, θεότητα, λόγος, πνεύμα, νους, πρώτες αρχές, είδη, μορφές, αιτία,
δύναμις, αρετή, αγαθόν κ.ά. είναι ονοματικές ενδείξεις
προς δήλωση των Ιδεών. Δυσνόητοι όροι, δύσκολα ξεχωρίζουν,
επικαλύπτονται ή ολότελα ταυτίζονται μεταξύ
τους, πάντως οι ιδεαλιστές κατά κόρον χρησιμοποιούν πότε τη μία λέξη -
πότε την άλλη.
Οι παραπάνω
έννοιες εντάσσονται στο λεγόμενο οντολογικό
πρόβλημα, το οποίον ο Πλάτων πρωτοποριακά είχε μελετήσει και
αναδείξει σε έργα του. Κατά τον Πλάτωνα,
το ον, πρώτη ουσία -> εν
-> αγαθόν (…… Το “αγαθόν”, η κορυφαία οντολογική οντότητα), υπάρχει ζωντανά,
διαθέτει κίνηση και νόηση, ακτινοβολεί εκτυφλωτική λάμψη και μόνον οι
πνευματικοί οφθαλμοί του φιλοσόφου, με λογισμό και όχι με τις αισθήσεις, μπορεί
να αντικρύσουν.
Στον Πλάτωνα
συναντάται και ορισμός του όντος ως δύναμης. «Τίθεμαι γαρ όρον ορίζειν τα όντα, ως έστιν
ουκ άλλο τι, πλην δύναμις». (“Σοφιστής",
247 Ε)
Ο σοφιστής Γοργίας
ισχυριζόταν ότι το ον δεν υπάρχει, καθόσον ούτε γεννητό, ούτε
αγέννητο μπορεί αυτό να είναι. Κι’ αν υποθέσουμε πως υπάρχει δεν δύναται να
νοηθεί και γνωσθεί. Κι’ αν πάλι υποθέσουμε πως κάποιος το γνωρίζει, δεν μπορεί
να το μεταδώσει.
Ο Επίκουρος χαρακτηρίζει τις
παραπάνω έννοιες “κενού περιεχομένου”.
Υπάρχουν μόνον “άτομα και κενόν”.
Ο Πλάτων νοεί το “αγαθόν”
(…… χωρίς ηθικολογική σημασία,
η σχέση του με το “θείον” δεν είναι διευκρινισμένη) επέκεινα της ουσίας,
συνιστά δε αρχή του “είναι” και του “γιγνώσκεσθαι”. Το “αγαθόν”, άρα, συνιστά αρχή οντολογική άμα
και γνωσιολογική, ταυτίζεται με το εν, είναι
πηγή της ουσίας και της αλήθειας, ίσταται πέραν αυτών, σε τόπο
νοητό. Είναι υψίστη
υπερβατική αρχή πάσης υπάρξεως και γνώσης….
“Άρρητον και αμετάδοτον δια του
λόγου” τυγχάνει το “αγαθόν”, για το οποίον ούτε έχει
γράψει ούτε θα γράψει ποτέ στο μέλλον κανένα σύγγραμμα…. (Πλάτωνος “7η
επιστολή", 341)
“Εν άπασι μάλιστα το αγαθόν αρχή” (Αριστοτέλους “Μετά τα φυσικά", 1075 b, 1-2)
Κατά τον Πλάτωνα,
το “αγαθόν” ταυτίζεται με το “καλόν”.
Στον αισθητό κόσμο, κατ’ αντιστοιχία του αγαθού, ο Πλάτων τοποθετεί
τον ήλιο, (συνηθισμένος παραλληλισμός, έως και σήμερα) πηγή του
φωτός, επέκεινα της γενέσεως….
Ωστόσο, Πλάτων και Αριστοτέλης δεν σκέφθηκαν ότι αφού το εν-αγαθόν-θεός είναι ακίνητο ον, το ίδιο ακίνητος πρέπει να είναι και ο ήλιος, οπότε η γη είναι αυτή που κινείται!
Ο Αριστοτέλης πραγματεύεται τους πιο πάνω φιλοσοφικούς όρους - βασικές έννοιες, με τον δικό του τρόπο, ωστόσο, δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τον δάσκαλό του. Πάντως στην ανώτατη οντολογική βαθμίδα χρησιμοποιεί τους όρους: “νόηση νοήσεως” / “ενέργεια” / “θεός”
Ουσίες,
όπως είδαμε,
απαριθμούνται τρεις:
Οι δύο, γνωστές από προηγούμενα του συγγράμματα, είναι οι δύο
υποδιαιρέσεις της αισθητής ουσίας, δηλ. 1) η αΐδιος (αθάνατη,
αμετάβλητη) και 2) η φθαρτή
ουσία.
Η άλλη, η 3η) ουσία, μη αισθητή, που ο Σταγειρίτης αποκαλύπτει στα “Μετά τα
Φυσικά”, (Λ), είναι ακίνητος, ξεχωριστή και αυθύπαρκτος από τις προηγούμενες δύο
αισθητές. Την τρίτη αυτή ουσία,
την ακίνητη, μερικοί διαιρούν ξανά σε δύο, ενώ άλλοι θέτουν σε μία φύση τα
είδη και τα μαθηματικά, ή μόνον τα μαθηματικά.
Τις δύο αισθητές ουσίες, την αΐδιο
(τα ουράνια σώματα) και την φθαρτή (τα υποσελήνια πράγματα), ερευνά η Φυσική,
διότι είναι αξεχώριστες από την κίνηση……
Στο
κεφ.3 / Φυσική, γράψαμε: Η Φυσική του Αριστοτέλη, είναι κατ’
ουσίαν, μια γενική περί κινήσεως πραγματεία.
Το τρίτο όμως είδος ουσίας, δηλ. την ακίνητη, ξεχωριστή και αυθύπαρκτο, ερευνά μια άλλη επιστήμη, η Μεταφυσική, διότι αυτή δεν έχει καμιά κοινή αρχή με τα άλλα δύο αισθητά είδη ουσίας.
Στο ερώτημα, αν τα “καθόλου” (τα οποία
ισοδυναμούν ή ταυτίζονται με τις Πλατωνικές Ιδέες) είναι αυθύπαρκτες ουσιαστικές οντότητες (όπως πίστευε ο Πλάτων), ο Αριστοτέλης απαντά αρνητικά, και
αυτό το εκλαμβάνουν ως απόρριψη της περί των “Ιδεών θεωρίας” του
δασκάλου του.
Όμως, ακόμα κι αν έχουν ύπαρξη τα είδη (Ιδέες στον Πλάτωνα) και οι αριθμοί (των Πυθαγορείων) δεν χρησιμεύουν ως αίτια κανενός πράγματος, ούτε καν της κίνησης. Δεν πρέπει, για τον Αριστοτέλη, να θεωρούμε δεδομένο ένα χωριστό κόσμο των “καθόλου”, παρ’ όλο που τα επιμέρους προϋποθέτουν πάντα ένα “καθόλου”. Διότι, αφού ο κόσμος μας, είναι ένας κόσμος μεταβολών, δεν εξηγούνται επενέργειες των καθόλου, με τα ιδιώματα που τους αποδίδουμε.
Αρνητικός, επίσης, είναι ο Αριστοτέλης και
αν το ον, το εν, και τα αντικείμενα των
μαθηματικών αποτελούν ουσίες, ωστόσο, υποστηρίζει ότι
υπάρχουν μη αισθητές ουσίες και μάλιστα αναφέρει τρεις:
Το Θεό, πρώτα
απ’ όλα, το ακίνητο κινούν του όλου σύμπαντος, έπειτα τους Νόες (βλ. κεφ. 8.1), οι οποίοι
κινούμενοι από τον Θεό, κινούν τις πλανητικές σφαίρες, τέλος, ως τρίτη μη
αισθητή ουσία υποδεικνύει τον ποιητικό νου (βλ. κεφ. 6.2), που μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα αν το σώμα στο οποίον
αναφέρεται είναι ζωντανό ή νεκρό (βλ. παρακάτω και κεφ. 7.2).
Γενικά, ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται τον
κόσμο σαν μια ιεραρχία στην οποίαν τα ανώτατα μέλη είναι οι άυλες ουσίες,
ενώ όλα τ' άλλα όντα που υπάρχουν ενεργείαι αποτελούνται από
ύλη και μορφή, κινούνται και μεταβάλλονται κατά διαφόρους τρόπους.
Διακρίνει -νοητικά- και μια ακόμα μορφή ύλης,
λεπτότερη, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ποτέ ανεξάρτητη από την αισθητή
ύλη. Πρόκειται για την “νοητή ύλη”, που είναι η έκταση στο χώρο.
Το
αιώνιο (αΐδιο), από την φύση του, δεν
μπορεί, παρά μόνον “να είναι”.
Γι’ αυτό,
κατά μία έννοια, όλες οι πρωταρχικές οντότητες στο σύμπαν είναι απαλλαγμένες “δυνάμεως”,
δηλ. δυνατότητας μεταβολής……
Στον όρο “δύναμις”
ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο σημασίες:
Την
ικανότητα ενός πράγματος να επιφέρει κάποιο είδος μεταβολής είτε σε ένα άλλο
πράγμα, είτε το ίδιο να περνά από μια κατάσταση σε μια άλλη.
Δεν
μπορούμε, άρα, να εξηγήσουμε τη μεταβολή, χωρίς την έννοια της δύναμης. Σκοπός
προς τον οποίον τείνει η δύναμη είναι η ενέργεια, η δύναμη
προϋποθέτει και απορρέει από την ενέργεια.
Στον Αριστοτέλη
το Α είναι δυνάμει Β, μόνον αν μπορεί να γίνει ενεργείαι Β.
Στον Πλάτωνα είδαμε (Σημείωση 8η) και ορισμό
του όντος ως δύναμης:
«Τίθεμαι
γαρ όρον ορίζειν τα όντα, ως έστιν ουκ άλλο τι, πλην δύναμις».
7.2) Η Αριστοτελική θεολογία
Ο Αριστοτέλης θεωρεί οντολογικές αρχές τα «είδη». Τα είδη διακρίνει σε ένυλα και άυλα (όσα καθαρά, απαλλαγμένα ύλης). Την υψίστη θέση μεταξύ των ειδών κατέχει ο θεός.
Εισαγωγή μας στη “θεολογία” του Αριστοτέλη αποτελούν τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλ. Λ των “Μετά τα Φυσικά”, όπου κορυφώνεται η Αριστο-τέλεια θεολογία, εκεί όπου η λογική υποχωρεί και η υπερβατική σκέψη του Σταγειρίτη…… “πιάνει ταβάνι”!
1) “Επεί δέ διττόν το ον, μεταβάλλει παν εκ του δυνάμει όντος εις το ενεργείαι ον…… Και τούτ’ εστί το Αναξαγόρου εν, και Εμπεδοκλέους και Αναξιμάνδρου το μίγμα, και ως Δημόκριτός φησιν ην ομού πάντα, δυνάμει, ενεργεία δ’ ου. Ώστε της ύλης αν είεν ημμένοι…”. (1069 b, 16-26)
2) “Τρία δη τα αίτια και τρεις αι αρχαί, δύο μεν η εναντίωσις, ης το μεν λόγος και είδος το δε στέρησις, το δε τρίτον η ύλη”. (1069 b, 36-38)
3) “Επεί δ’ ήσαν τρεις ουσίαι, δύο μεν φυσικαί, μία δε ακίνητος,
περί αυτής λεκτέον, ότι ανάγκη είναί τινα αΐδιον ουσίαν ακίνητον.
Αι τε γαρ ουσίαι πρώται των όντων, και ει πάσαι φθαρταί, πάντα φθαρτά.
Αλλ’ αδύνατον κίνησιν ή γενέσθαι ή φθαρήναι. Αιεί γαρ ήν. Ουδέ χρόνον. ου γαρ
οίόν τε το πρότερον και ύστερον είναι μη όντος χρόνου. Και η κίνησις άρα
ούτω συνεχής ώσπερ και ο χρόνος.
Ή γαρ το αυτό ή κινήσεως τι πάθος. Κίνησις δ’ ουκ εστί συνεχής αλλ’ ή η κατά τόπον, και ταύτης ή κύκλω. Αλλά μην ει έσται κινητικόν ή ποιητικόν μη ενεργούν δε έτι, ουκ έσται κίνησις. Ενδέχεται γαρ το δύναμιν έχον μη ενεργείν. Ουδέν άρα όφελος ουδ’ εάν ουσίας ποιήσουμεν αϊδίους ώσπερ οι τα είδη, ει μη τις δυναμένη ενέσται αρχή μεταβαλείν”. (1071 b, 3-18)
4) Υπάρχει κάτι που χωρίς να κινείται
κινεί, αιώνιο και
ουσία και ενέργεια. Κινεί όπως
συμβαίνει με την επιθυμία (ορεκτόν) και τη νόηση [τα οποία κινούν ου κινούμενα].
Τα πρωταρχικά τους (του ορεκτού και του νοητού) είναι τα αυτά…….
“Και έστι τι αιεί κινούμενον κίνησιν άπαυστον, αύτη δ’ η
κύκλω……”.
“έστι τι ό ου κινούμενον κινεί,
αΐδιον και ουσία και ενέργεια ούσα. Κινεί δε ώδε το ορεκτόν και το
νοητόν [κινεί ου κινούμενα] Τούτων τα πρώτα τα αυτά…”.
(1072 a 24-31)
5) “Φαμέν δε τον θεόν είναι ζώον αΐδιον άριστον, ώστε ζωή και αιών συνεχής και αΐδιος υπάρχει τω θεώ, τούτο γαρ θεός”.
6) Φανερό, αν κάτι άλλο θα είχε μεγαλύτερη αξία από τον νου,
αυτό θα ήταν το νοούμενο.
“Έπειτα δήλον ότι άλλο τι αν είη το τιμιώτερον ή ο νους, το νοούμενον”. (1074 b, 34-35)
7) Ο νους νοεί τον εαυτόν του (πρόκειται για τον «θεϊκό Νου»,
ο οποίος δεν έχει κάτι άλλο ανώτερο), αν βέβαια είναι ο πρώτος εξουσιαστής και κυρίαρχος πάνω
σ’ όλα, η δε νόηση (του θεού) είναι νόηση νοήσεως……
Σημαίνει ότι αντικείμενο της θείας νόησης είναι η ίδια
η θεία νόηση, νόηση και νοητόν είναι το ίδιο πράγμα, ο θεός πάντα σκέπτεται τον
εαυτό του….
“Αυτόν
άρα νοεί, είπερ εστί το κράτιστον, και έστιν η νόησις νοήσεως νόησις”. (1074 b, 39-40)
8) “Εν άπασι
μάλιστα το αγαθόν αρχή”…..
Για όλους ανεξαιρέτως (τους φιλοσόφους) το αγαθό αποτελεί πρώτη αρχή..… (1075 b, 1-2)
Υπάρχουν τρεις διαφορετικές απόψεις κατά
ποιον τρόπο είναι το “αγαθόν αρχή”, κι
αυτές είναι: α) ως τέλος (σκοπός), β) ως κινητική αρχή, γ) ως Είδος.
9) Αν δεν υπάρχουν έξω από τις αισθήσεις
άλλα όντα, δεν μπορεί να υπάρξει αρχή και τάξη και γένεση και ουράνιες
κινήσεις, αλλά κάθε φορά θα υπάρχει αρχή της αρχής.
“Εί τε μη έσται παρά τα αισθητά άλλα, ουκ
έσται αρχή και τάξις και γένεσις και τα ουράνια, αλλ’ αιεί της αρχής αρχή”. (1075 b,
28-32)
10) “Τα όντα δεν θέλουν να κυβερνώνται άσχημα, «Δεν
είναι καλή η πολυαρχία, ένας ας είναι ο πρώτος»”
“Τα δέ όντα ου βουλεύεται
πολιτεύεσθαι κακώς, «Ουκ αγαθόν πολυκοιρανίη.είς κοίρανος έστω»”. (1076 a, 4-5)
Και με την πιο πάνω διάσημη πρόταση του Ομήρου (Ιλιάδα, ραψ. Β, 204) κλείνει το βιβλίο Λ των “Μετά τα Φυσικά”, το καθαυτό θεολογικό έργο του Αριστοτέλη
Η Θεολογία - Μεταφυσική έχουν σκοτεινό υπόβαθρο τον Μυστικισμό,
η αρχή του οποίου ανάγεται σε πανάρχαιες λαϊκές δοξασίες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες, που πηγάζουν από διάφορες
θεοσοφικές πίστεις, ελαφρόμυαλες και εξωφρενικές, όπως ο Πυθαγορισμός, ο
Ορφισμός, κ.ά. Οι επικολυρικοί ποιητές, με τις ανορθολογικές αφηγήσεις και ωδές
τους, εξάπτουν την φαντασία του λαού. Ωφελημένη
βγαίνει μόνο η πολιτικοοικονομική ολιγαρχία…..
Αριστοτελισμός, Πλατωνισμός, Στωικισμός, κ.ά. δόγματα είναι φορείς
θρησκευτικότητας. Διαφέρουν μεταξύ τους σε επί μέρους…. Στη Χριστιανική θεολογία,
τον 18ο αι. απ’ τον Κεφαλλονίτη θεολόγο Βικέντιο Δαμοδό προτάθηκε, κι έκτοτε
καθιερώθηκε, ο όρος «Δογματική», που εκφράζει “τα περί
πίστεως και τα δόγματα, όπου φυλάττει η Εκκλησία” (Τριαδική
Θεολογία, Κοσμολογία, Χριστολογία,
Εκκλησιολογία, Μυστηριολογία, Σωτηριολογία, Εσχατολογία).
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ποιο το αντίθετο της “πίστης”;
Η “απιστία”;……. Λάθος, διότι και η μη πίστη (α-πιστία)
είναι πίστη με αρνητικό πρόσημο. Πιο σωστή απάντηση φαίνεται να είναι η “αμφιβολία”!
Μια πρώτη εκδοχή του «οντολογικού
επιχειρήματος» για την ύπαρξη του θεού, που διατύπωσε σε παλαιότερα
χαμένα τώρα έργα του, ο Αριστοτέλης είναι:
«Αφού για κάθε καλό στον κόσμο υπάρχει
άλλο καλλίτερο, υπάρχει -άρα- το άριστο, που πρέπει να είναι το θείο».
«Επεί ουν έστιν εν τοις ούσιν άλλο άλλου βέλτιον, έστιν άρα τι
και άριστον, όπερ είη αν το θείον».
(Αρ. απ. Ρόζε 16)
Στη φύση, λέγει ο Σταγειρίτης, παρατηρείται
μετάβαση από το δυνάμει στο εν ενεργείαι.
Προς τούτο όμως, απαιτείται επηρεασμός από αρχή εν ενεργείαι
-άρα- είμαστε αναγκασμένοι να δεχτούμε την ύπαρξη μιας πρώτης πηγής ενεργείας,
η οποία και προκαλεί την υπάρχουσα στον κόσμο κάθε κίνηση, χωρίς η ίδια να
κινείται.
Προέβαλε και το «τελολογικό
επιχείρημα», που είναι η εικασία
πως η ομορφιά της γης και της θάλασσας, το μεγαλείο του έναστρου ουρανού και η
σοφία της Δημιουργίας, δεν μπορεί παρά να είναι δημιουργήματα θεού…….
«Λογιείται δη που ότι ταύτα ουκ άνευ τέχνης παντελούς
δεδημιούργηται, αλλά και ην και έστιν ο τούδε του παντός δημιουργός ο
θεός». (Αριστ. αποσπ. Ρόζε
12)
Αποδείξεις ακόμα
μπορούν να θεωρηθούν το ζωικό ένστικτο, τα προαισθήματα, τα όνειρα, λαϊκές
θρησκευτικές δοξασίες.
Θωμάς ο Ακινάτης, παρ’
όλο που πίστευε την ύπαρξη του Θεού αυτονόητη,
διερεύνησε πέντε (5) επιχειρήματα για την ύπαρξη Του, γνωστά ως “Πέντε
δρόμοι” / “quinque viae”.
Η ΑΝΤΙΘΕΣΗ
του ΚΑΝΤ
O Ιμμάνουελ Καντ αχρηστεύει την
αποδεικτική αξία των επιχειρημάτων για την ύπαρξη του Θεού, αντίθετα με
προηγούμενες εκθέσεις του, στο κεφάλαιο για το “ιδεώδες του λόγου”, όπου
πραγματεύεται και την “ιδέα του θεού”.
- Στην “οντολογική
απόδειξη” αμφισβητεί το δικαίωμα να συμπεραίνει κανείς, μόνον από την έννοια
του θεού, την ύπαρξη του (….. όπως πίστευε και ο Επίκουρος).
- Στη “κοσμολογική απόδειξη”
βλέπει “αποδοχή του ζητούμενου” (“petition principi”
/ “Το εν αρχή αιτείσθαι”), δηλ. αναπόδεικτες προτάσεις να
προβάλλονται ως αποδεικτικοί λόγοι.
- Στη “τελεολογική ή
φυσικό-θεολογική απόδειξη” υποστηρίζει ότι το πολύ, εάν παραδεχτούμε ότι
υπάρχει ομορφιά, αρμονία και σκοπιμότητα στον κόσμο, να οδηγηθούμε στην παλιά
έννοια ενός αγαθού πλάστη του Κόσμου.
Πάντως, υπογραμμίζει ο Καντ, η
παραδοχή, είτε η άρνηση του Θεού, είναι εξ ίσου αναπόδεικτοι ισχυρισμοί, και
μόνο η “πίστη στη ζωντανή πραγματική ενότητα κάθε
αντικειμενικότητας”, είναι το μοναδικό ισχυρό κίνητρο για την εμπειρική
διερεύνηση κάθε επιμέρους αλληλουχίας των φαινομένων.
Κατά τον Καντ ο κόσμος των “πραγμάτων καθαυτά” είναι αδιάγνωστος, μόνο τα φαινόμενα είναι υπαρκτά, ο δε κριτικός λόγος, όπως και ο ίδιος ο Καντ παραδέχεται, είναι λόγος που ασχολείται…… με το τίποτα (δηλ. μόνον με τον εαυτό του) και ό,τι ονομάζει γνώση, είναι στη πραγματικότητα ένα τίποτα!
Ο Αριστοτέλης, διαμορφώνοντας μια ιεραρχική
κλίμακα (βλ. κεφ. 7.1), χαμηλότερα του υπέρτατου θεού,
ως έχοντες μικρότερο βαθμό καθαρότητας, τοποθετεί τους Νόες (βλ. κεφ.
8.1), και στη συνέχεια τον Ποιητικό Νου των ψυχών (βλ. κεφ. 6.2)….. Στο τέλος της κλίμακας
βρίσκονται τα αισθητά-υλικά όντα.
Ο Θεός είναι
ενεργείαι με την
πληρέστερη του όρου σημασία, γιατί σε κάθε χρονική στιγμή, πάντα, “είναι αυτό που είναι” και δεν έχει καμία απραγματοποίητη
δυνατότητα. Αφού όμως είναι έτσι, δηλ. το αΐδιο στερείται δύναμης, δεν
μπορεί να διαθέτει και κανένα στοιχείο κακού.
Το κακό, άρα, δεν
αποτελεί ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό του σύμπαντος, αλλά ένα παραπροϊόν της
κοσμικής διαδικασίας. Προκύπτει δε, περιστασιακά, στη προσπάθεια των
επιμέρους να φτάσουν την τελειότητα που τους αναλογεί, κι’ έτσι να προσεγγίσουν
όσο περισσότερο τη θεϊκή ζωή, να γίνουν αθάνατα όσο τους επιτρέπεται (“…. εφ’ όσον ενδέχεται αθανατίζειν….”). (“Ηθικά Νικομάχεια” 1177 b 39)
Η προτροπή αυτή του Αριστοτέλη, δηλ. η -κατά το μέτρο του δυνατού- ανύψωση
του ανθρώπου ως την αθανασία…… Και ο Πλάτωνας στον
“Θεαίτητο” κ.ά. παροτρύνει τους ανθρώπους να προχωρήσουν σε ομοίωση προς τον
Θεό….. αποτελεί μέγιστη ηθική υποχρέωση του ανθρώπου….
«……Αν λοιπόν ο νους, σε σχέση με τον άνθρωπο, είναι κάτι
θεϊκό, τότε και η ζωή που του
αντιστοιχεί θα είναι θεϊκή, συγκριτικά με την ανθρώπινη. Και
δεν πρέπει να ακούμε εκείνους που μας συμβουλεύουν, σαν άνθρωποι που είμαστε,
να σκεφτόμαστε τα ανθρώπινα (πράγματα) και σαν θνητοί τα θνητά, αλλά κατά το
δυνατόν να εξομοιωθούμε προς το αθάνατο στοιχείο (ἐφ᾽ ὅσον ἐνδέχεται ἀθανατίζειν), και να κάνουμε τα πάντα για να
ζούμε σύμφωνα με το πιο σημαντικό που είναι μέσα μας.
Γιατί, αν κι από πλευράς όγκου αυτό
είναι μικρό, είναι κατά πολύ ανώτερο από όλα τ' άλλα στη δύναμη και στην αξία (δυνάμει καὶ τιμιότητι πολὺ
μᾶλλον πάντων ὑπερέχει).
Όλοι, επίσης, θα συμφωνούσαν ότι αυτό είναι και ο αληθινός μας εαυτός,
αφού είναι το κυριότερο και το καλύτερο μέρος μας. Θα ήταν λοιπόν
παράλογο για έναν άνθρωπο να μην επιλέγει τη ζωή του εαυτού του, αλλά τη ζωή
ενός άλλου. Αυτό λοιπόν που είπαμε πρωτύτερα, ταιριάζει και τώρα εδώ. Αυτό που προσιδιάζει στον καθένα εκ φύσεως είναι το πιο σημαντικό και το πιο ευχάριστο για τον καθένα.
Και για τον άνθρωπο, επομένως, (το πιο
σημαντικό και το πιο ευχάριστο που
προσιδιάζει στη φύση του) είναι η σύμφωνη με τον νου ζωή, αφού
αυτός (ο νους) είναι κατ’ ουσίαν ο άνθρωπος. Αυτός, επομένως, ο βίος είναι
και ευδαιμονέστατος».
«…..εἰ δὴ θεῖον ὁ νοῦς πρὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ ὁ κατὰ τοῦτον
βίος θεῖος πρὸς τὸν ἀνθρώπινον βίον. οὐ χρὴ δὲ κατὰ τοὺς παραινοῦντας ἀνθρώπινα
φρονεῖν ἄνθρωπον ὄντα οὐδὲ θνητὰ τὸν θνητόν, ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὅσον ἐνδέχεται ἀθανατίζειν
καὶ πάντα ποιεῖν πρὸς τὸ ζῆν κατὰ τὸ κράτιστον τῶν ἐν αὑτῷ· εἰ γὰρ καὶ τῷ ὄγκῳ
μικρόν ἐστι, δυνάμει καὶ τιμιότητι πολὺ μᾶλλον
πάντων ὑπερέχει. δόξειε δ᾽ ἂν καὶ εἶναι ἕκαστος τοῦτο, εἴπερ τὸ κύριον
καὶ ἄμεινον. ἄτοπον οὖν γίνοιτ᾽ ἄν, εἰ μὴ τὸν αὑτοῦ βίον αἱροῖτο ἀλλά τινος ἄλλου.
τὸ λεχθέν τε πρότερον ἁρμόσει καὶ νῦν· τὸ γὰρ οἰκεῖον ἑκάστῳ τῇ φύσει κράτιστον
καὶ ἥδιστόν ἐστιν ἑκάστῳ· καὶ τῷ ἀνθρώπῳ δὴ ὁ κατὰ τὸν
νοῦν βίος, εἴπερ τοῦτο μάλιστα ἄνθρωπος. οὗτος ἄρα
καὶ εὐδαιμονέστατος». (“Ηθικά Νικομάχεια” 1177 b 35-40, 1178 a 1-9)
Παίρνοντας υπ’ όψιν την πολλές φορές
διατυπωμένη πιο πάνω άποψη ότι δηλ.: «….. ὁ κατὰ τὸν νοῦν βίος…. οὗτος ἄρα καὶ
εὐδαιμονέστατος», σε συνάρτηση με άλλες απόψεις του για την ανθρώπινη
ευδαιμονία, τις οποίες καταγράφουμε στο πιο παρακάτω κεφ. 9.6 / Περί
ευδαιμονίας, διαπιστώνουμε ότι ο Αριστοτέλης,
κατ’ ουσίαν, διερευνά δύο “Ευδαιμονίες”:
Μια
πραγματική, προερχόμενη από υλικά αγαθά, που σχετίζεται με την ανθρώπινη
φύση και τις αισθήσεις, και προσφέρει
γήινες απολαύσεις, και μια έξω-πραγματική, θεϊκή, που συνδέεται με τις υψιπετείς αρετές, τη σοφία, τον ποιητικό νου,
την υιοθέτηση θεωρητικού βίου.
Την πρώτη
περίπτωση, ως άριστος κοινωνιολόγος, εξετάζει “θετικά - ρεαλιστικά” και αποτείνεται στους πολλούς, την δεύτερη περίπτωση μελετά
“υπερβατικά - μεταφυσικά” και την απευθύνει
στους λίγους εκλεκτούς, αυτοί που μέλλει να αντικρύσουν τον ίδιο τον Θεό……
Πέραν
των πιο πάνω δύο ιδεωδών ζωής, στην Αριστοτελική φιλοσοφία καταγράφεται
ακόμα ένα, τρίτο, ιδεώδες ζωής, αυτό που συνιστά ο πολιτικός βίος.
Ο Αριστοτέλης δείχνει κάποιες φορές, εκφράζοντας ωριμότερες απόψεις, να
κλίνει υπέρ της υπάρξεως στον κόσμο μιας ασυνείδητης τελολογίας,
και όχι ότι υπήρξε-ποτέ θεϊκό σχέδιο Δημιουργίας, ενώ, στα
“Μετά τα Φυσικά” (βιβλ. Λ) έχει διατυπώσει, ως είδαμε πιο πάνω, επιχειρήματα για την
ύπαρξη θεού, κυρίως κοσμολογικού χαρακτήρα, που στηρίζονται σε αρχές μεταφυσικές.
Η συλλογιστική του Σταγειρίτη, κατόπιν ενδιάμεσων συμπερασματικών
σταθμών, σκιαγραφείται ως εξής: Αν όλες
οι ουσίες είναι φθαρτές, τότε όλα τα πράγματα είναι φθαρτά, αφού τις
εμπεριέχουν. Υπάρχουν όμως δύο πράγματα που είναι άφθαρτα:
Η κίνηση (μεταβολή) και ο χρόνος, ο οποίος, αν δεν ταυτίζεται, είναι συνακόλουθος της κίνησης.
Στο κεφ. 3,
είδαμε ότι υπάρχουν τρία είδη “κίνησης”:
ποιού (περιλαμβάνονται η
γέννηση, η φθορά, η αλλοίωση),
ποσού (η αύξηση, η ελάττωση
μεγεθών) και
κατά τόπον, που είναι η
σημαντικότερη, διότι περιέχεται και σε όλες τις άλλες.
…… Σε κάθε δε είδος κίνησης, ενυπάρχει η ζητούμενη “εναντίωση”
Στοιχεία
που υπεισέρχονται σε κάθε μεταβολή είναι: “κινούν”, “κινούμενον”, “χρόνος”.
Βέβαια, συνεχής κίνηση είναι μόνον η κατά τόπον,
και μόνη συνεχής κατά τόπον είναι η κυκλική.
Επομένως, πρέπει να υπάρχει αιώνια κυκλική κίνηση. Αυτή, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας αιώνιας (άρα και άυλης) ουσίας, η οποία να μπορεί να παράγει κίνηση, μια ικανότητα που απουσιάζει από τα γνωστά μας Είδη / Ιδέες, όπως μέχρι τώρα αυτά νοούνται.
Αυτή, η (αιώνια – άυλη) ουσία, εκτός από το να παράγει
κίνηση, πρέπει και να ενεργεί, όπερ σημαίνει ότι το «τι ήν είναι»
αυτής πρέπει να είναι όχι απλά η δύναμη, αλλά η ενέργεια.
Τότε και η εξ αυτής προκύπτουσα (κυκλική) κίνηση θα είναι ατέρμονη, αιώνια κατ’ ανάγκην.
Μάλιστα, λέει ο Αριστοτέλης, αυτό το
συμπέρασμα (“έστι τι αεί κινούμενον κίνησιν άπαυστον”) επιβεβαιώνεται από την εμπειρία του
έναστρου ουρανού, που κάτι πρέπει να υπάρχει για να τον κινεί. Και επειδή δεν είναι
ικανοποιητικό κάτι που κινεί, συγχρόνως να κινείται και το ίδιο, αυτό είναι
κάτι ενδιάμεσο….. οι Νόες!
Τέλος πάντων, από την εμπειρία του έναστρου ουρανού, οδηγούμαστε στην απόδειξη ύπαρξης ενός ενεργείαι όντος, ουσιαστικού και αιώνιου!
Σημείωση 12η
Η Πλατωνική
θεολογία
Ο Πλάτων θεωρείται ο δημιουργός του “φιλοσοφικού θεϊσμού”.
Το Ι΄ βιβλίο των «Νόμων» αναφέρεται στο, από τα βασικότερα
κεφάλαια του Πλατωνισμού, τη Θεολογία…..
Ο «θείος»
Πλάτων, βέβαιος ότι “εκείνο που υπάρχει σαν αρχή είναι ο νους και όχι
τα σώματα” (892c), δηλώνει ότι,
αναμφίβολα, υπάρχουν αλήθειες για
το θεό (ή για τους θεούς), αποδείξιμες
με απόλυτη ακρίβεια, ενώ συνδέει άρρηκτα
την απόδειξη ύπαρξης της θεότητας με
αυτήν της αφθαρσίας του νου (ή ψυχής).
Τον θεό δεν θεωρεί ιδέα, αλλά ψυχή, και αιτία των κοσμικών κινήσεων, απαριθμεί δε 10 είδη κινήσεων, από υλικού έως ιδανικού τύπου….. Στη συνέχεια, θα διατυπώσει την άποψη ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο ψυχές…. μπορεί και περισσότερες, τόσες - όσες απαιτούν τα φαινόμενα…. ταυτίζει δε τον θεό με την «άριστη ψυχή», προδήλως, την υπέρτατη αιτία.
….
«Η θεμελιακή θεολογική διαφορά μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη συνίσταται ακριβώς
στο ότι ο Αριστοτέλης αναζητεί πίσω από αυτό μια πηγή της κίνησης ακόμα
θεϊκότερη, ένα «ακίνητο κινούν». Τον θεό του Πλάτωνα πρέπει να τον συλλάβουμε
να ενατενίζει τα «Είδη/Ιδέες» και να τα αναπαράγει κατά την τάξη του αισθητού
κόσμου….».
(Α. Ε. Taylor: ΠΛΑΤΩΝ, σελ. 556-557
Για τον Πλάτωνα,
οι εσφαλμένες θεολογικές δοξασίες συνιστούν έγκλημα κατά του κράτους και πρέπει
να διώκονται από την πολιτεία, διότι οδηγούν άμεσα και έμπρακτα στον κακό βίο,
όθεν η υιοθέτησή τους αποτελεί βαρύ αδίκημα κατά της κοινωνικής τάξης, που
πρέπει σκληρά να τιμωρείται….
…… Αντίληψη – “βούτυρο στο ψωμί”
των θεοκρατικών καθεστώτων όλων των εποχών, απανταχού της γης (π.χ. με την Ιερά Εξέταση στον μεσαίωνα)!
Καθήκον, άρα,
των αρχόντων, να διώκουν τις αιρέσεις, και ο Πλάτων υποδεικνύει
τις τρεις καταστροφικότερες, η οποίες κατά σειράν ηθικής αθλιότητας, από την λιγότερο
ως την περισσότερο βλαβερή, είναι:
α) Η αθεΐα, στην οποία βλέπει δύο πηγές, τον υλισμό των πρώτων Ιώνων
φυσικών φιλοσόφων και τις σοφιστικές αντιλήψεις περί του καθαρά συμβατικού
χαρακτήρα των ηθικών κατηγοριών.
β) Η θεωρία ότι ο
θεός ή οι θεοί αδιαφορούν για τη συμπεριφορά των ανθρώπων…… και, η χειρότερη όλων, η άποψη….
γ) Ότι ένας αμετανόητος αμαρτωλός μπορεί να ξεφύγει από την κρίση του θεού κάνοντάς του δώρα και προσφορές.
Ο Πλάτων, στους Νόμους
…… που συνιστά -και εξ ορισμού- βίβλο Νομοθεσίας για όλα σχεδόν τα
θέματα, δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου…… προτείνει αυστηρές ποινές σ’ αυτούς που
πιστεύουν σε αιρέσεις. Αυτοί, πρέπει άμεσα να καταγγέλλονται στους
άρχοντες, οι οποίοι αμελλητί (όπως λέμε στους σύγχρονους Π.Κ.) να
παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο….. Αν παραλείψουν να ενεργήσουν,
και γρήγορα, θα διωχθούν και οι ίδιοι
για ασέβεια.
Ο Πλάτων διακρίνει δύο βαθμούς ενοχής, ανάλογα με το αν
ο παραβάτης είναι, κατά τα άλλα, ηθικό στοιχείο ή όχι.
Στη πρώτη περίπτωση, και προφανώς καλλίτερη για τον ένοχο αιρετικό,
η ποινή που του επιβάλλεται είναι..... τουλάχιστον πενταετής φυλάκιση σε αναμορφωτήριο – απομόνωση, όπου κανείς
δεν επιτρέπεται να τον επισκέπτεται, πλην των ειδικά εντεταλμένων για να…. του
κάνουν πλύση εγκεφάλου…..δηλ. να τον μεταπείσουν από τις σφαλερές του
απόψεις. Απολυόμενος από αυτό το
κολαστήριο, αν υποπέσει ξανά στο ίδιο αδίκημα (της ασεβείας), τότε η
ποινή του είναι….. ο θάνατος!
…..
Για όλες τις άλλες, πιο επιβαρυμένες
περιπτώσεις του αδικήματος της
ασεβείας, επιβάλλονται
-προφανώς- βαρύτερες ποινές. Και είναι….. τα ισόβια καταναγκαστικά έργα στη πιο αφιλόξενη
περιοχή της επικράτειας, χωρίς ποτέ να δεχτούν καμία επίσκεψη, και όταν
πεθαίνουν να μένουν άταφοι!
7.3) Το “Ακίνητο Κινούν”
« Έστι γαρ τι ο αιεί κινεί τα κινούμενα, και το πρώτον
κινούν ακίνητον».
(“Μετά τα
Φυσικά” 1036 b 35-37)
Η διδασκαλία για την αιώνια ηρεμία της θεότητας, η οποία συνδέεται με την μακαριότητα της, αλλά και με την δράση της, ακόμα και από τη κατάσταση αυτή της ακινησίας της, είναι βαθιά μέσα στην Αριστοτελική μεταφυσική σκέψη. (Κεφ.7.2, Αριστοτελική θεολογία)
«…..Εάν, λοιπόν, η φύση του όντος είναι απλή, μία και η αυτή πράξη θα
γεννά εκάστοτε υπέρτατη ηδονή. Γι’ αυτό κι’ ο Θεός απολαμβάνει μια απλή και
αιώνια μακαριότητα.
Διότι η ενέργεια δεν είναι μόνον
προϊόν της κινήσεως, αλλά και της ακινησίας, η δε ηδονή (η εκ της μακαριότητος του Όντος) έγκειται μάλλον
εις την ηρεμίαν παρά εις την κίνηση….».
«….. ἐπεὶ εἴ του ἡ
φύσις ἁπλῆ εἴη, ἀεὶ ἡ αὐτὴ πρᾶξις ἡδίστη ἔσται. διὸ ὁ θεὸς ἀεὶ μίαν καὶ ἁπλῆν
χαίρει ἡδονήν· οὐ γὰρ μόνον κινήσεώς ἐστιν ἐνέργεια ἀλλὰ καὶ ἀκινησίας, καὶ
ἡδονὴ μᾶλλον ἐν ἠρεμίᾳ ἐστὶν ἢ ἐν κινήσει….».
(“Ηθικὰ Νικομάχεια” H, 1154 b 28-34)
Υπάρχει, λοιπόν, το “Ακίνητο Κινούν” (Άγνωστον τι θα άλλαζε αν το “Κινούν” (ο Θεός)
δεν ήταν ακίνητο, αλλά εκινείτο), μακάριο και αΐδιο oν,
το οποίον από ένα σημείο και πέρα, ο
Αριστοτέλης, απροκαλύπτως, ταυτίζει με τον Θεό.
«Φαμέν δε τον θεόν είναι ζώον αΐδιον άριστον, ώστε ζωή και
αιών συνεχής και αΐδιος υπάρχει τω θεώ, τούτο γαρ θεός». (“Μετά τα
Φυσικά” Λ 1072b 33-35)
Ο Θεός, ως άριστον ον, σχετίζεται με την γνώση,
η οποία μη εξαρτωμένη από την αίσθηση και τη φαντασία, αναφέρεται στο άριστο.
Επομένως αντικείμενο της γνώσης του θεού θα είναι ο Εαυτός του.
Στο Θεό: Νους
και Νοητό (το αντικείμενο της νόησης) ταυτίζονται.
Στη γνώση μεταφέρεται η
νοητή μορφή, όπως ακριβώς συμβαίνει με την αίσθηση, όπου στο νου
μεταφέρεται η (αισθητή) μορφή, χωρίς την ύλη.
Και, αφού ο Θεός γνωρίζει τον εαυτό του, γνωρίζει και όλα τ'
άλλα ….. nam intelligento se intelligit omnia alia…. θα συμπληρώσει,
μετά από 1.600 χρόνια, Θωμάς ο Ακινάτης.
Ο Αριστοτέλης,
πάντως, αρνείται στο Θεό τη γνώση του κακού, ούτε διαμορφώνει θεωρία περί
θείας δημιουργίας. Η ύλη παρουσιάζεται αγέννητη και αιώνια, οι Νόες
αυθύπαρκτα και αυτοδημιούργητα όντα.
Ως προς
ενδείξεις για κάποιου είδους θείας πρόνοιας στα κείμενα του Αριστοτέλη,
τα στοιχεία δεν είναι ικανοποιητικά, παρά τις εργώδεις προσπάθειες Αλέξανδρου
του Αφροδισιέως και θεολόγων του Μεσαίωνα.
Ο Αβερρόης,
θεωρώντας ότι ερμηνεύει πιστά τον Σταγειρίτη, απέδιδε στο Θεό μια γνώση των
γενικών νόμων του σύμπαντος, ουσιαστικά μία αυτογνωσία, χωρίς δημιουργική δραστηριότητα και ελευθερία βούλησης.
Υπάρχει και ο εξής προβληματισμός: Πως μπορεί κάτι να παράγει κίνηση,
όταν ακινητεί, αφού η φυσική παραγωγή της κίνησης προϋποθέτει αμοιβαία επαφή
των δύο σωμάτων και δράση του κινούντος στο κινούμενο; Ο Αριστοτέλης απαντά
ότι το «Ακίνητο
Κινούν / Θεός», πρέπει να παράγει κίνηση κατά τρόπο μη
προσιδιάζοντα στη φύση, μ’ έναν τρόπο αφύσικο που είναι ως αντικείμενο
επιθυμίας…… «Κινεί δε ώδε το ορεκτόν και το νοητόν….. κινεί δε ως
ερώμενον….», δηλ. σαν να καταλαμβάνεται (η θεότητα) από μια - εν γνώσει
- ερωτικής φύσεως επιθυμία.
…… Ο Θεός, λοιπόν, είναι πηγή
ακτινοβολούσα έρωτα, η δε ύλη καταλαμβάνεται από ασυγκράτητη ερωτική
επιθυμία να ενωθεί μαζί Του, γι’ αυτό ξεφεύγει από την κατάσταση του εν δυνάμει και προσπαθεί να επενδυθεί μορφή.
(Βλ.
και Σημ. 3, στο κεφ. 2.1)
Ο Αριστοτέλης, θεωρεί τον Θεό πρώτο
αίτιο, τελικό αίτιο (με την έννοια ότι ποτέ δεν είναι, αλλά πάντα
πρόκειται να είναι) άμα και ποιητικό αίτιο της κινήσεως
(μεταβολής).
Αιώνιο ον, δεν έχει τόπο, όμως επιδρά
παντού στο σύμπαν, κάθε τι που συμβαίνει εξαρτάται από αυτό, παρεκτός των
σκοτεινών περιοχών της τύχης και του αυθορμήτου.
7.4) Οι θεοί του
Επίκουρου
-
«ο θεός είναι ον ζωντανό αθάνατο και
μακάριο».
-
«οι θεοί υπάρχουν, επειδή η γνώση που έχουμε γι’ αυτούς είναι ολοφάνερη,
όμως δεν είναι έτσι όπως τους πιστεύει ο πολύς
ο κόσμος».
Από την Επιστολή προς Μενοικέα (123-124):
«Τα πράγματα δε που
συνεχώς σου συνιστούσα, αυτά να πράττεις και να στοχάζεσαι, θεωρώντας ότι αυτά
είναι βασικές αρχές της ευτυχισμένης ζωής. Πρώτα απ’ όλα αποδεχόμενος ότι ο
θεός είναι ον ζωντανό αθάνατο και μακάριο, όπως η κοινή
παράσταση του θεού έχει αποτυπωθεί, και να μην του προσάπτεις τίποτα που θα
ήταν ξένο προς την αφθαρσία του, μήτε αταίριαστο προς την μακαριότητά του.
Αλλά, να πιστεύεις γι’ αυτόν κάθε τι που είναι ικανό να διαφυλάξει την
αφθαρσία και την μακαριότητά του.
Διότι οι θεοί υπάρχουν, επειδή η γνώση που
έχουμε γι’ αυτούς είναι ολοφάνερη. Αλλά δεν είναι οι θεοί έτσι όπως τους
πιστεύει ο πολύς ο κόσμος. Γιατί δεν διατηρεί
ακέραιη την αρχική παράσταση για τους θεούς.
Και ασεβής δεν είναι
αυτός που δεν αποδέχεται τους θεούς των πολλών ανθρώπων, αλλά αυτός που
αποδίδει στους θεούς αυτά που οι πολλοί πιστεύουν γι’ αυτούς. Διότι αυτά τα οποία φρονούν οι πολλοί άνθρωποι για τους θεούς δεν είναι
αντιλήψεις αλλά ψεύτικες δοξασίες….»
«Ἃ δέ σοι συνεχῶς παρήγγελλον, ταῦτα καὶ πρᾶττε καὶ μελέτα, στοιχεῖα τοῦ
καλῶς ζῆν ταῦτ' εἶναι διαλαμβάνων. πρῶτον
μὲν τὸν θεὸν ζῷον ἄφθαρτον καὶ μακάριον νομίζων, ὡς ἡ κοινὴ τοῦ θεοῦ νόησις ὑπεγράφη, μηθὲν μήτε τῆς ἀφθαρσίας ἀλλότριον
μήτε τῆς μακαριότητος ἀνοίκειον αὐτῷ πρόσαπτε· πᾶν δὲ τὸ φυλάττειν αὐτοῦ δυνάμενον
τὴν μετὰ ἀφθαρσίας μακαριότητα περὶ αὐτὸν δόξαζε. θεοὶ
μὲν γὰρ εἰσίν· ἐναργὴς γὰρ αὐτῶν ἐστιν ἡ γνῶσις. οἵους δ' αὐτοὺς <οἱ>
πολλοὶ νομίζουσιν οὐκ εἰσίν· οὐ γὰρ
φυλάττουσιν αὐτοὺς οἵους νομίζουσιν. ἀσεβὴς δὲ οὐχ ὁ τοὺς τῶν πολλῶν θεοὺς ἀναιρῶν,
ἀλλ' ὁ τὰς τῶν πολλῶν δόξας θεοῖς προσάπτων. οὐ γὰρ προλήψεις εἰσὶν ἀλλ' ὑπολήψεις
ψευδεῖς αἱ τῶν πολλῶν ὑπὲρ θεῶν ἀποφάσεις……».
(Επ.Μ. 123-124)
Ο Επίκουρος, λοιπόν, πίστευε στη
ύπαρξη θεού, ως όντος άφθαρτου και μακάριου, πάντως, όχι σύμφωνα με την κοινή
(λαϊκή) αντίληψη των περισσοτέρων, γι’ αυτό άλλωστε με πάθος αγωνίστηκε
ενάντια σε θρησκοληψίες και δεισιδαιμονίες, που θεωρούσε πηγές δυστυχίας των
ανθρώπων.
Στην περί του θεού Επικούρεια αντίληψη, δεν
περιλαμβάνεται και αυτή του Θεού – Δημιουργού. Ούτε, βέβαια, οι θεοί
έχουν τη παραμικρή σχέση με τα φυσικά φαινόμενα, που οι εύπιστοι τους αποδίδουν
με τη φαντασία τους, επειδή αγνοούν τις φυσικές αιτίες που τα προκαλούν.
Οι θεοί ,“ἀνθρωποειδεῖς”, όπως ο Επίκουρος νόμιζε ότι είναι, συνίστανται από λεπτά ευγενή άτομα ύλης, που συνεχώς εκρέουν από το σώμα τους. Αυτά τα σωματίδια είναι τόσο λεπτά-ισχνά που δεν συλλαμβάνονται από τις αισθήσεις, αλλά μόνον από τον νου….. Πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής της λεγόμενης: “Φανταστικής επιβολής της διάνοιας”. (Είναι το 3ο/4 “Κριτήρια της αλήθειας”)
Απόψεις
του Έρμαρχου (μαθητή και πρώτου διάδοχου του Επίκουρου στη σχολή
του Κήπου) σχετικά με τους Θεούς, μετά από έρευνα παπύρων του
Ερκουλάνουμ, η οποία συμπληρώνει αυτές του Επίκουρου, μας δίδει η F..L.
Auricchio, η οποία επιμελήθηκε την πρώτη έκδοση των αποσπασμάτων: “Η
Σχολή του Επίκουρου” (τόμ. VI, Νάπολη 1988).
«Σύμφωνα με τον
Έρμαρχο, πρέπει να σκεφτόμαστε τους θεούς ως όντα που εμπνέουν και εκπνέουν.
Χωρίς αυτό το χαρακτηριστικό, σίγουρα δεν θα μπορούσαμε πλέον να σκεφτόμαστε
αυτά τα ζωντανά όντα όπως τα γνωρίσαμε μέσα από τις προσδοκίες μας, όπως
ακριβώς δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ψάρια που δεν χρειάζονται νερό, ούτε
πουλιά που δεν χρειάζονται φτερά για να κινηθούν στον αέρα [...].
Και πρέπει να
πούμε ότι χρησιμοποιούν τόσο τη φωνή όσο και τη συνομιλία μεταξύ τους.
Γιατί δεν θα τα θεωρούσαμε πιο ευτυχισμένα και άφθαρτα» - λέει - «αν δεν είχαν
φωνή ή δεν συνομιλούσαν μεταξύ τους, αλλά ήταν σαν άλαλοι άνθρωποι.
Στην
πραγματικότητα, αφού εμείς, που δεν είμαστε ακρωτηριασμένοι σε κανένα μέρος,
χρησιμοποιούμε τις φωνές μας, είναι εξαιρετικά ανόητο να πούμε ότι οι θεοί
είναι είτε ακρωτηριασμένοι είτε δεν μας μοιάζουν από αυτή την άποψη, αφού ούτε
εμείς ούτε αυτοί με κανέναν τρόπο διατυπώνουμε διαφορετικά τις εκφράσεις μας,
και, από την άλλη πλευρά, επειδή η συνομιλία με το είδος μας είναι πηγή
απερίγραπτης ευχαρίστησης για τους καλούς ανθρώπους.
Και, μα τον Δία,
πρέπει να σκεφτούμε ότι η γλώσσα τους είναι η ελληνική ή μια γλώσσα που
δεν απέχει πολύ από αυτήν….. [...] Η ελληνική... όλοι οι σοφοί... [...]….
χρησιμοποιούν λέξεις που δεν διαφέρουν πολύ στην άρθρωσή τους. Και γνωρίζουμε
ότι μόνο όσοι χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα είναι σοφοί». (Francesca Longo
Auricchio, Hermarchus)
Μπροστά, λοιπόν, στο καθολικό γεγονός της
πίστης στους θεούς, και λόγω της ενάργειας και της αξιοπιστίας αυτής της
γενικής ιδέας - πρόληψης (βλ. “Τα 4 κριτήρια αλήθειας του Επικούρειου Κανόνα” στο κεφ. 2.3), δηλ. της αντίληψης της έννοιας του
θεού απ’ όλους τους ανθρώπους, και δεδομένου ότι οι προλήψεις σχηματίζονται
από τη συσσώρευση αισθητηριακών εντυπώσεων και κάθε αίσθηση είναι πραγματική, ο
Επίκουρος φθάνει στο σημείο να θεωρήσει σίγουρη την ύπαρξη θεών.
Ο Γερμανός υπαρξιστής Χάιντεγκερ λέει ότι προχωρούμε στην
έρευνα των πραγμάτων, όχι απροκαλύπτως, αλλά σύμφωνα με κάποια προκαταβολική
θεώρηση, κάποια πρόβλεψη (vorgriff).
Όταν π.χ. ερωτούμε περί του θεού, προϋποτίθεται ότι έχουμε κάποια, έστω
αόριστη, γνώση περί αυτού.
Ο Κικέρων, γράφει πως πρώτος ο Επίκουρος απ’ όλους τους φιλοσόφους, επικαλέστηκε, για την ύπαρξη θεών, την καθολική πίστη των ανθρώπων, και από μια τελείως υποκειμενική βάση προσπάθησε να βγάλει μια αντικειμενική βεβαιότητα. (“De Natura Deorum”, I, 16, 43)
Ο Επίκουρος, ως μαρτυρείται, τηρούσε με σεβασμό όλες τις πατροπαράδοτες εορτές και θυσίες, μάλιστα τον μαθητή του…. “Κωλώτη πάντων τε όρκων και πάσης θεολογίας επιμελείσθαι συμβούλευε”.
Από τον Επικούρειο φιλόσοφο Φιλόδημο
(Πάπυροι
του Herculaneum)…..
«Λέγουν ότι η προσευχή ταιριάζει
στην σοφία, όχι επειδή στεναχωριούνται οι θεοί εάν δεν προσευχηθούμε, αλλά
λόγω της σαφούς αντίληψης ότι είναι φύσεις ανώτερες σε δύναμη και
σπουδαιότητα».
«ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΑΙ ΓΑΡ ΟΙΚΕΙΟΝ
ΕΙΝΑΙ ΣΟΦΙΑΙ ΦΗΣΙΝ, ΟΥΧ ΩΣ ΑΧΘΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΕΙ ΜΗ ΠΟΙΗΣΟΜΕΝ, ΑΛΛΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ
ΕΠΙΝΟΙΑΝ ΤΩΝ ΥΠΕΡΒΑΛΛΟΘΣΩΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΙ ΦΥΣΕΩΝ». (ΠΕΡΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ P.
Herc. 1077)
Από
την Επιστολή προς Μενοικέα (125):
«Αυτά
λοιπόν και τα σχετικά μ’ αυτά, να συλλογίζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου και με
άλλον όμοιό σου, και ποτέ δεν θα ταραχθείς ούτε στον ξύπνιο σου ούτε στον ύπνο
σου, αλλά θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει
καθόλου με θνητό πλάσμα ένας άνθρωπος που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά».
«Ταῦτα οὖν καὶ τὰ τούτοις συγγενῆ μελέτα
πρὸς σεαυτὸν ἡμέρας καὶ νυκτὸς πρός <τε> τὸν ὅμοιον σεαυτῷ, καὶ οὐδέποτε
οὔθ' ὕπαρ οὔτ' ὄναρ διαταραχθήσῃ, ζήσεις δὲ ὡς θεὸς ἐν ἀνθρώποις. οὐθὲν
γὰρ ἔοικε θνητῷ ζῴῳ ζῶν ἄνθρωπος ἐν ἀθανάτοις ἀγαθοῖς». (Επ.Μ. 125)
Οι θεοί, ξένοιαστοι, απολαμβάνουν την
ατέλειωτη μακαριότητα τους, αυτοεξόριστοι στα πέρατα του κόσμου, άπειροι σε
αριθμό όπως οι ίδιοι οι κόσμοι. (Κικέρων “De finibus…” I,XIX,50)
Διαμένουν στις ιερές κατοικίες τους τις
ολωσδιόλου διαφορετικές από τις δικές μας (λεπτές ανάλογα με τα σώματά τους)
κάπου στα “μετακόσμια” διαστήματα (…στο έξ από ‘δώ δηλαδή), με τα εγκόσμια καθόλου να
μην τους απασχολούν μήτε τώρα - μήτε ποτέ. (“DRN” V, 146-154)
Και για ζητήματα ανθρώπων, ούτε έχουν - ούτε
δίνουν οτιδήποτε, ούτε οργίζονται, ούτε χαρίζονται, γιατί τέτοια ταιριάζουν σε
ατελή όντα. Θεία πρόνοια,
επομένως, δεν υφίσταται.
«Τὸ μακάριον καὶ ἄφθαρτον οὔτε αὐτὸ πράγματα
ἔχει οὔτε ἄλλῳ παρέχει, ὥστε οὔτε ὀργαῖς οὔτε χάρισι συνέχεται· ἐν ἀσθενεῖ γὰρ
πᾶν τὸ τοιοῦτον».
(Κ. Δ. 1)
Επομένως, είναι μάταιο να ζητάμε από
θεούς πράγματα που καθένας μας είναι ικανός να χορηγήσει στον εαυτό του…..
«Μάταιόν
ἔστι παρὰ θέων αἰτεῖσθαι ἅ τις ἑαυτῷ χορηγήσαι ἱκανός ἔστι».
(Επ. Προσφ. 65)
Στη Φύση, τον ουρανό και τη γη, ουδέποτε
οι θεοί επεμβαίνουν για να ελέγξουν, ή για να ρυθμίσουν οποιοδήποτε από τα
φυσικά φαινόμενα, ούτε βέβαια τέτοιες ενέργειες έκαναν ποτέ ή προτίθενται να
κάνουν. Επίσης, δεν υπήρξε καμία θεία δημιουργία, ούτε οι
φυσικοί νόμοι ορίσθηκαν από κάποιο θεϊκό νου. Ο κόσμος δημιουργήθηκε
εξ αιτίας μιας αρχικής
συσσώρευσης άπειρης ποσότητας ύλης, κι’ έτσι
προκλήθηκε και ο νόμος της περιοδικότητας
στη κίνηση του….
«…….
Επιπλέον, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι η κίνηση των ουρανίων σωμάτων και η
αλλαγή στην κατεύθυνση τους και η έκλειψη και η ανατολή και η δύση και τα
παρόμοια με αυτά φαινόμενα οφείλονται σε κάποιο ον που τα ελέγχει και τα
ρυθμίζει, ή που τα έχει ρυθμίσει, και ταυτόχρονα απολαμβάνει απόλυτη
μακαριότητα μαζί με αθανασία».
«…….Καὶ μὴν <καὶ τὴν> ἐν τοῖς
μετεώροις φορὰν καὶ τροπὴν καὶ ἔκλειψιν καὶ ἀνατολὴν καὶ δύσιν καὶ τὰ σύστοιχα
τούτοις μήτε λειτουργοῦντός τινος νομίζειν δεῖ γενέσθαι καὶ διατάττοντος ἢ διατάξαντος
καὶ ἅμα τὴν πᾶσαν μακαριότητα ἔχοντος μετὰ ἀφθαρσίας». (Επιστολή προς Ηρόδοτο, 76)
«……εξ αιτίας του αρχικού σχηματισμού της ύλης σε τέτοιες
συσσωρεύσεις, στη φάση της γέννησης του κόσμου, προκαλείται και της ο νόμος της
περιοδικότητας στη κίνηση του…».
«Ὅθεν δὴ κατὰ τὰς ἐξ ἀρχῆς ἐναπολήψεις
τῶν συστροφῶν τούτων ἐν τῇ τοῦ κόσμου γενέσει δεῖ δοξάζειν καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην
καὶ περίοδον συντελεῖσθαι». (Επιστολή προς Ηρόδοτο, 77)
Όμως,
ακόμα και αν οι (Επικούρειοι) θεοί είναι όντα ιδεατά και όχι με υπόσταση, στη πράξη
είναι περιττοί και ανώφελοι, στέκονται αδιάφοροι και ασυγκίνητοι στον ανθρώπινο
πόνο και δυστυχία ….
Για τον Επίκουρο, ωστόσο, οι αθάνατοι υπάρχουν, αποτελούν το ιδανικό της υπέρτατης ευδαιμονίας και παράδειγμα προς μίμησιν από μέρους των θνητών. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο μόνος λόγος να τους λατρεύουμε, αφού ούτε ελπίζουμε τίποτα απ’ αυτούς, ούτε τους φοβόμαστε.
Προβληματισμοί από τη θεωρία του Επίκουρου περί θεών
1)
Σε εποχή που όλοι μιλούσαν για (ύψιστο) Θεό έναν, πνευματικής φύσεως, με ρόλο
ρυθμιστή του σύμπαντος, προστάτη ή τιμωρού, πως ο πραγματιστής Επίκουρος αποδεχόταν
απειράριθμους ανθρωπομορφικούς θεούς,
τεμπέληδες και ανάλγητους;
Η περί τους
μέγιστου θεού, μεταξύ πολλών άλλων κατώτερων, ήταν παμπάλαια διαδεδομένη
αντίληψη…..
«Εις θεός εν τε θεοίσι και ανθρώποις
μέγιστος, ούτε δέμας θνητοίσι όμοιος, ούτε νόημα».
(Ξενοφάνης, απ. 23)
2) Ισχύει, ή όχι, η κοινή αντίληψη των
ανθρώπων (και του Αριστοτέλη) ότι η Φύση δεν δημιουργεί τίποτα άνευ λόγου (εις
μάτην); Και πόσο πείθει ο
Επικούρειος Κανόνας, είτε η
λεγόμενη “οντολογική απόδειξη”, με βάση τους οποίες συμπεραίνεται η ύπαρξη του
θεού, επειδή είναι εναργής η αντίστοιχη έννοια; Είναι “η γνώση που έχουμε γι’ τους είναι
ολοφάνερη”; Ο Καντ, πάντως, δεν
πείθεται. Υπάρχουν, άλλωστε, ένα σωρό έννοιες εναργείς, πλην ανυπόστατες.
3) Γιατί να λατρεύουμε αδιάφορα και
ασυγκίνητα για εμάς όντα; Αν μόνη χρησιμότητα των αθανάτων είναι να συνιστούν πρότυπα
τους μίμησιν τους θνητούς, αυτό, μήπως αποτελεί ένδειξη περί θεϊκού σχεδίου δημιουργίας
και θεού-δημιουργού του
κόσμου και του ανθρώπου; Συνεπακόλουθα, μια τέτοια θεώρηση δεν υποδηλώνει
ύπαρξης πρόνοιας των θεών για τα δημιουργήματά τους;….. Συνάδουν αυτά με
τον «Επικούρειο Διαφωτισμό»;
4) Φιλόσοφοι, παλαιότεροι και σύγχρονοι του
Επίκουρου, είχαν θαρρετά εκθέσει την αθεϊστική τους ιδεολογία, μερικοί μάλιστα
κατηγορήθηκαν, κυνηγήθηκαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Πως ο Επίκουρος δεν κατήγγειλε ακόμα
και την περί των θεών έννοια ως κενή περιεχομένου και αντιδραστική;
5) Γιατί η ρηξικέλευθη και προοδευτική Επικούρεια φιλοσοφία δεν είναι και αθεϊστική;
Η Επικούρεια φιλοσοφία διατύπωσε
μεταρρυθμιστικές απόψεις για τη θρησκεία, και σε συνδυασμό με τις
γενικότερες καινοτόμες αντιλήψεις της
συνετέλεσε τα μέγιστα στον Διαφωτισμό των ανθρώπων την εποχή εκείνη.
Υπήρξε η μόνη που, αντί να θεραπεύει όπως οι άλλες, πολέμησε τις θρησκευτικές
προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες.…….
Επίκουρος, Λουκρήτιος, Λουκιανός, κ.ά.
Επικούρειοι, ήσαν πρωτεργάτες του Διαφωτισμού. Έτσι, γρήγορα σχηματίστηκε
δυνατή φήμη για αθεΐα των Επικουρείων, και ήταν πολύ διαδεδομένη,
από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια έως τα σημερινά….
Και η αθεΐα, χειρότερη από την
ετεροδοξία, χαρακτηριζόταν έγκλημα……
Το έτος 432 ο Αθηναϊκός
δήμος είχε ψήφισμα περί “ασεβείας”, του Διοπείθη ονομαζόμενο. Το «Διάταγμα του Διοπείθη» προέβλεπε εξορία ή
θάνατο και μ’ αυτό επαπειλήθηκαν (συνήθως συνυπήρχαν πολιτικοί κ.ά. λόγοι)
φιλόσοφοι όπως Αναξαγόρας, Σωκράτης, Αριστοτέλης, Θεόφραστος….
Στη «Θεία Κωμωδία», το
αλληγορικό (με έντονα τα σκωπτικά στοιχεία) έργο του Δάντη, στον έκτο κύκλο της
«Κόλασης» τιμωρούνται εκείνοι που «βγάζουν την ψυχή νεκρή από το σώμα»…..
είναι οι Επικούρειοι και γενικά οι αιρετικοί….. τοποθετημένοι μέσα σε μεγάλες
πύρινες σαρκοφάγους!
(Βλ. και Σημείωση 11η για την Πλατωνική θεολογία και το ……Πλατωνικό ποινολόγιο των αθέων!
Η τοποθέτηση
του Λουκρήτιου απέναντι στις θρησκείες
«Tantum religio potuit suadere malorum» (Λουκρήτιος, DRN I, 101)
«Σε τέτοια
ύψη κακού η θρησκεία μπόρεσε να οδηγήσει την ανθρωπότητα»
(Ο
Βολταίρος έγραψε ότι αυτός ο στίχος θα ζει όσο υπάρχουν άνθρωποι)
Ο Λουκρήτιος,
αυτός ο μεγάλος μαχητής της Επικούρειας φιλοσοφίας, στο φιλοσοφικό και
διδακτικό του ποίημα “De
Rerum
Natura”, χωρίς να αμφισβητεί ή να αποκλίνει από τις
πιο πάνω καθαρά διατυπωμένες θέσεις του Επίκουρου, διατυπώνει μια πολύ
περισσότερο ριζοσπαστική - κριτική θέση (σε σχέση με τους άλλους Επικούρειους, με
εξαίρεση τον Λουκιανό) για τις
κοινές, ανθρώπινες, θρησκευτικές πεποιθήσεις……
Με τον μοναδικό του ποιητικό τρόπο, σφοδρά επιτίθεται στη θρησκεία, ενώ ζωηρά σαρκάζει - σατιρίζει - ειρωνεύεται τους θεούς και τις δραστηριότητές τους, απόρροια στρεβλών αντιλήψεων - προλήψεων - δεισιδαιμονιών των ανθρώπων……
«Αν ο Δίας κι οι άλλοι θεοί είναι
αυτοί που τραντάζουν τα λαμπρά παλάτια τ’ ουρανού με βρόντο τρομερό και ρίχνουν
φωτιά όπου τους κάνει κέφι, γιατί δεν κοιτούν να χτυπήσουν ανθρώπους που
εγκλημάτησαν φρικτά, να τους κάνουν να ξεράσουν από τα τρύπια στήθη τους
φλόγες της αστραπής, δίνοντας μάθημα σκληρό στους θνητούς; Κι αντί γι’ αυτό
τυλίγονται στις φλόγες κάποιοι αθώοι με καθαρή συνείδηση, και γίνονται
παρανάλωμα της φωτιάς του ουράνιου ανεμοστρόβιλου;
Γιατί, πάλι, βάζουνε στόχο οι θεοί
έρημους τόπους και παν χαμένοι οι κόποι τους; Μήπως γυμνάζουν τα μπράτσα τους
και δυναμώνουν τους μυς; Γιατί αφήνουν να στομώνει πάνω στη γη το όπλο του
πατέρα; Γιατί να το επιτρέπει αυτό ο Δίας και δεν φυλάει τον κεραυνό για
τους εχθρούς του;
Τέλος γιατί δεν ρίχνει ποτέ ένα
αστροπελέκι και δεν βροντάει όταν ο ουρανός είναι παντού καθαρός; Μήπως
περιμένει να συναχθούν τα σύννεφα, να κατέβει να χωθεί μέσα σ’ αυτά, για να
μπορεί να σημαδεύει από κοντά τους στόχους; Στη θάλασσα, πάλι, για ποιο λόγο
ρίχνει κεραυνούς; Τι του φταίξαν τα κύματα κι οι υδάτινες οι μάζες κι οι κάμποι
του νερού;».
(DRN VI, 387-405)
Έτσι, ο (υπέροχος) ύμνος προς την Αφροδίτη (DRN I, 1-49), οι επικλήσεις προς «τις Πιερίδες μούσες» και άλλες πολλές αναφορές του Λουκρήτιου προς θεότητες και τις δράσεις τους, έχουν μόνο ποιητική (μάλιστα, ιδιαίτερα υψηλή) και όχι φιλοσοφική σημασία
Αυτά που ενοχλούσαν στον Επικουρισμό,
και που γι’ αυτά αντιμετώπισε λυσσαλέες επιθέσεις, επί αιώνες, ήταν ότι:
1) Αρνείτο
την Θεία Πρόνοια, άρα, και την ωφελιμότητα των ιερατείων. Δεν πίστευε στην αθανασία της ψυχής. Πίστευε
στην ελεύθερη βούληση, που συνεπάγεται ευθύνη για την απόφαση.
2) Πίστευε
ότι τα φυσικά φαινόμενα διέπονται κυρίως από νόμους της φύσης, αλλά και από το τυχαίο γεγονός. Πίστευε στη ύπαρξη
πολλών κόσμων, που ολοένα γεννιούνται και καταστρέφονται (δηλ. δεν
αποδεχόταν την αιωνιότητα τους), χωρίς θεϊκή παρέμβαση.
3) Θεωρούσε
ύψιστο αγαθό την ηδονή και στόχο ζωής την ευδαιμονία.
Χαρακτηριστική της Επικούρειας άποψης περί
θεών (εδώ είναι απορριπτική) είναι η πιο κάτω συλλογιστική, την οποίαν παραθέτει ο σκεπτικιστής Σέξτος ο
Εμπειρικός (2ος-3ος μ.Χ. αι.) σαν
απάντηση στον Λακτάντιο:
“Αυτός
που λέει ότι υπάρχει θεός, ισχυρίζεται ότι ο θεός είτε προνοεί για τα εγκόσμια
είτε ότι δεν προνοεί, και ότι, αν προνοεί, προνοεί είτε για τα πάντα είτε για
κάποια πράγματα. Αλλά αν προνοούσε για τα πάντα, δεν θα υπήρχε το κακό και η
κακία στον κόσμο. Όμως, λένε, ότι τα πάντα είναι μεστά από κακία. Άρα δεν
μπορούμε να πούμε ότι ο θεός προνοεί για τα πάντα. Αν όμως προνοεί για κάποια
πράγματα, τότε γιατί για άλλα προνοεί και για άλλα όχι;
Δηλαδή, ο θεός και θέλει και
μπορεί να προνοεί για τα πάντα, ή θέλει αλλά δεν μπορεί, ή μπορεί αλλά δεν
θέλει ή ούτε θέλει ούτε μπορεί. Αλλά εάν ήθελε και μπορούσε θα προνοούσε για τα
πάντα, αλλά όμως δεν προνοεί για τα πάντα σύμφωνα με τα προλεγόμενα. Ωστόσο εάν
θέλει και δεν μπορεί, είναι πιο αδύναμος από την αιτία που δεν μπορεί να
προνοεί για όσα δεν προνοεί. Είναι όμως αντίθετο με την έννοια του θεού να
είναι πιο αδύναμος από κάτι άλλο.
Εάν πάλι μπορεί να προνοεί για τα πάντα
και δε θέλει, τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί κακόβουλος. Αν όμως ούτε θέλει ούτε μπορεί, είναι και
κακόβουλος και ανίσχυρος, πράγμα που αποτελεί ασέβεια να λέγεται για τον θεό.
Άρα ο θεός δεν προνοεί για τα εγκόσμια”.
ΕΠΙΜΥΘΙΟ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ – ΘΕΟΛΟΓΙΑ
1)
“Φαμέν
τον θεόν είναι ζώον αΐδιον άριστον, ώστε ζωή και αιών συνεχής και αΐδιος
υπάρχει τω θεώ, τούτο γαρ θεός” …..
“Eίς κοίρανος”. (Αριστοτέλης, “Μετά τα Φυσικά”)
2) “Άφοβον
ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος….”. (Η Επικούρεια
“Τετραφάρμακος”)
3) “Ουκ ο ων εκ της ουσίας, αλλ’ η
ουσία εκ του όντος . αυτός γαρ όλον εν εαυτώ συνείληφε το είναι”.
(Γρηγόριος ο Παλαμάς)
4) “Εις:
Ζευς, Σάραπις, Ήλιος…. Κοσμοκράτωρ – Ανίκητος”. (Ελληνιστικό-Ρωμαϊκή εποχή)
5) “…. tantum religio potuit suadere malorum….”. (Λουκρήτιος DRN I, 101)
6) “Και
τρισμακάριοι όσοι κρατούν, και δε λυγούν, απάνω στους ώμους τους, το μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό:
Και το ένα τούτο δεν υπάρχει”. (Ν. Καζαντζάκης “Ασκητική”)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο
Το Σύμπαν
«Γιατί να υπάρχει κάτι
και όχι το τίποτα»;
8.1) Το
Αριστοτελικό (θεϊκό) σύμπαν
Η κάτω από τη σελήνη περιοχή, η γη, η οποία ακίνητη ηρεμεί επί
του μέσου του σύμπαντος, συνιστά ένα πεπερασμένο χώρο που δεν είναι
άπειρος, ούτε έχει άπειρο βάρος. Όλα τα
φαινόμενα που σχετίζονται με τη γη, αποτελούν προβλήματα που ερευνούν οι ποιητικές
(μη θεωρητικές) επιστήμες.
Καθ’ ένα από τα επιστητά, αυτά δηλ. που μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος, ερευνάται
από την αρμόδια προς τούτο (επί μέρους)
επιστήμη. Οι και παραγωγικές λεγόμενες
επιστήμες, ως είδαμε, ασχολούνται με τα πράγματα που έχουν χωριστή ύπαρξη και
είναι μεταβλητά, αναζητώντας αρχές και αιτίες στην κίνηση, την μορφή, την ύλη,
καθώς και ιδιότητές τους..
Σε τέτοιου είδους
έρευνες, δεχόμαστε το (εν τινι μέτρω) τι
εστίν του αντικειμένου, είτε με την μαρτυρία των αισθήσεων, είτε
βάσει ωρισμένων υποθέσεων.
Για την ουσία και το τι
εστίν δεν χωρεί απόδειξη σε καμία επαγωγική ανάλυση.
(“Μετά τα Φυσικά” Κ 1063 b 43-45, 1064 a 1-45)
Ως προς την διαδικασία του κοσμικού γίγνεσθαι, είδαμε (κεφ. 3.1) ότι ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι τα στοιχεία
δηλ. η φωτιά, ο αέρας, η γη, το νερό, οι δομικοί λίθοι του σύμπαντος, που
με συνδυασμό μεταξύ τους φτιάχνονται όλα τ' άλλα όντα, ενεργούν (διακρίνονται), όχι από το νείκος, αλλά από την φιλία
(νείκος και φιλία προϋπάρχουν
του θεού), τα δε στοιχεία είναι θεοί και αυτά……
«Τα γε στοιχεία διακρίνει ου
το νείκος, αλλ’ η φιλία, τα φύσει πρότερα του θεού, θεοί και ταύτα».
Στον Αριστοτέλη τα θεϊκά όντα “περιχορεύει (= ορχούνται κυκλοτερώς) την οικουμένην”!
Τα πάντα ήταν, είναι και θα είναι
έτσι όπως σήμερα, δεν είναι συνεπώς αποδεκτή η Πλατωνική περί του Δημιουργού
του κόσμου διδασκαλία. Ο κόσμος υπήρχε προαιωνίως, όμως, εξέλιξη στα
όντα είναι αδιανόητη, και είναι εσφαλμένη (άτοπη) η άποψη ότι όλα τα
πράγματα στην αρχή αποτελούσαν ένα μείγμα…..
«Ατόπου γαρ όντος και άλλως του φάσκειν μεμειχθείναι
την αρχήν πάντa».
(“Μετά τα
Φυσικά” Α 989 a 38-39)
Κατά συνέπεια τέτοιων αντιλήψεων,
οι έννοιες: “Κοινή καταγωγή των ειδών (σύμφωνα με την οποία όλα τα είδη μοιράζονται εξελικτικά έναν κοινό
πρόγονο) - Φυσική επιλογή -
Εξέλιξη των ειδών”, έννοιες Δαρβινικές
που όμως εν σπέρματι διατυπώθηκαν και από προηγούμενους διανοητές (Εμπεδοκλής), δεν ερευνώνται καν
από τον Αριστοτέλη…… αν και στη βιολογία υπήρξε πρωτοπόρος.
Τη γέννηση και μετατροπή των υλικών
πραγμάτων (η ύλη θεωρείται
αιώνια) ο Σταγειρίτης εξηγεί να
συντελείται μέσω ποιοτικών (χημικών θα λέγαμε
σήμερα) μεταβολών των
στοιχείων. Και αυτό, ασφαλώς, συνιστά πρόοδο σε σχέση με τον Πλάτωνα, ο οποίος προσπάθησε σε ύστερα έργα του (“Τίμαιος”),
προσεγγίζοντας την Δημοκρίτεια περί
ατόμων αντίληψη, να τις εξηγήσει μαθηματικά, συγκεκριμένα κατ’ αντιστοιχία των
4 κανονικών στερεών, όπερ συνιστά μια πρώτη απόπειρα μαθηματικής φυσικής.
Ο “Τίμαιος” του Πλάτωνα
Μια (μυθολογική) αφήγηση της γέννησης του σύμπαντος κόσμου
Ο διάλογος “Τίμαιος” ανήκει στην τελευταία συγγραφική περίοδο του
Πλάτωνα (περί το έτος 354, όπως και οι “Νόμοι”). Είναι βιβλίο ονομαστό, μέχρι
και το μεσαίωνα είχε μεγάλη απήχηση (….. στο πίνακα του Ραφαήλ ο Πλάτων το κρατά στο
χέρι).
Αναφέρεται σε πολλά θέματα - έχει
χαρακτηριστεί συνοπτική εγκυκλοπαίδεια - όπως στη δημιουργία του σύμπαντος και
του κορυφαίου “έργου” άνθρωπος, στη ψυχή του ανθρώπου και του κόσμου, σε
ανθρωπολογικά και ιατρικά ζητήματα, κ.ά..
Είναι το μοναδικό Πλατωνικό κείμενο που έχει ως βασικό του θέμα τον υλικό κόσμο (φυσικές επιστήμες), καθώς στο τρίτο και σημαντικότερό του μέρος (στ. 27 - 92) περιέχει μια μακρά–αδιάκοπη διάλεξη περί κοσμολογίας κάποιου Πυθαγόρειου επιστήμονα – ιατρού, άγνωστου από άλλες πηγές, του Λοκρού από τη Κάτω Ιταλία, του Τίμαιου.
Η όλη διήγηση του Τίμαιου είναι
μυθολογικού χαρακτήρα - δυσκολοερμήνευτη - όμως είναι ενδιαφέρουσα και για τον
λόγο ότι η κοσμογονική θεωρία που προβάλλεται στο κείμενο έχει υπόβαση
μαθηματική (γεωμετρική και αριθμητική).
…… Πάντως, παρ’ όλο που η αφήγηση, όπως
είπαμε, είναι παρα-λογική και κάπου κι ο ίδιος ο Τίμαιος τ’
ομολογεί, εν τούτοις επικαλείται το
θεό….. να μας φυλάξει από παραλογισμούς και παραδοξολογίες και να μας
κατευθύνει προς λογικές σκέψεις!
«Θεόν δη και νυν επ’ αρχήν των λεγομένων σωτήρα
εξ ατόπου και αήθους διηγήσεως προς το των εικότων δόγμα διασώζειν ημάς
επικαλεσάμενοι πάλιν αρχόμεθα λέγειν». (48Ε)
Ο Τίμαιος
ξεκινά από δύο θεμελιακές θέσεις: Ο αισθητός κόσμος (και είναι μόνον ένας) είναι
κάτι το «γιγνόμενον», είναι αυτός όπου συμβαίνουν γεγονότα, και ό,τι
συμβαίνει προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας αιτίας…..
…. «παν το γιγνόμενον υπ’ αιτίου τινός
εξ ανάγκης γίνεσθαι»
Και ιδανική αιτία είναι η ύπαρξη του Δημιουργού, ο οποίος, μάλιστα, λειτουργεί σαν να είναι ένας
τεχνίτης.
Ο δημιουργός θεός είναι αγαθός, δεν έχει ποτέ μέσα του κανένα φθόνο……
Η αρετή του Δημιουργού αποτελεί τον
μόνο αποχρώντα λόγο της ύπαρξης του υλικού κόσμου
Επειδή δε η αγαθότητα του έχει την ιδιότητα να ακτινοβολεί τον εαυτό της, έχει καταστήσει τα πάντα αγαθά. Είναι εις (ένας), οι θεοί είναι δημιουργήματά του, συνιστά την άριστη αιτία. Ό,τι αυτός δημιουργεί είναι το άριστο επίτευγμα.
Ο Δημιουργός αποφάσισε την κατασκευή του αισθητού κόσμου, ορατού, απτού, μονογενούς (μοναδικού), από πρότυπο νοητό – πλήρες – τέλειο - ζωντανό, κάτι που του προσομοιάζει, διότι δεν επιθυμούσε να κρατήσει την απόλυτη καλοσύνη για τον εαυτό του. Κόσμος και χρόνος άρχισαν μαζί. Όλα τα ορατά, από προϋπάρχουσα ύλη, τα οποία βρίσκονταν σε κατάσταση χαοτικής αταξίας εντός του σύμπαντος, ο Δημιουργός - ποιητικό αίτιο του κόσμου τα ενέταξε σ’ ένα σύστημα κίνησης, με τάξη, αρμονία και ρυθμό. Ο αρμονικός κόσμος μας, άρα, δεν είναι αΐδιος (αιώνιος), αλλά γεγονός (συμβάν) και εξελίσσεται.
Ως αρχικά συστατικά του (στερεού σώματος
του) σύμπαντος ο Τίμαιος προβάλλει τα (τρισδιάστατα) υλικά φωτιά και γη, με ενδιάμεσα τα (επίπεδα) υλικά νερό
και αέρα, όλα να βρίσκονται σε καθορισμένες ίσες αριθμητικές
αναλογίες μεταξύ τους, τέτοιες που
εξασφαλίζουν τη σταθερότητά του από κάθε εξωτερική κακή επίδραση.
Κατασκευάστηκε, έτσι, ένα ενιαίο σύνολο, τέλειο,
αγήραστο, άνοσο (χωρίς ασθένεια).
Σ’ αυτόν, τον κόσμο, τον ορατό, ο δημιουργός έδωσε το σφαιρικό σχήμα, το τελειότερο από όλα τα σχήματα, που το κέντρο του απέχει εξ ίσου από όλα τα σημεία της περιφέρειάς του. Δεν χρειαζόταν, ούτε έχει, βέβαια, αυτός ο κόσμος χέρια-πόδια-αισθητήρια όργανα-όργανα θρέψεως, κλπ..…
Κίνηση μόνον έδωσε σ’ αυτόν
ο δημιουργός, όντας απαραίτητος γι’ αυτή τη ενέργεια…..
«Το γαρ κινησόμενον άνευ του κινήσαντος, ή το
κινήσον άνευ του κινησομένου χαλεπόν, μάλλον δε αδύνατον είναι». (56Ε)
Μάλιστα, από τα 7 είδη κίνησης μία μόνο (κίνηση) παραχώρησε,
αυτή που αρμόζει στο σώμα του, το νου και τη φρόνηση, δηλ. την περί τον άξονά
του ομοιόμορφη – περιστροφική.
Τα
7 είδη κίνησης είναι: Εμπρός – πίσω / πάνω – κάτω / δεξιά – αριστερά και τα
αντίθετά τους, και η κυκλική.
Στα
θεία όντα (δηλ. στους αστέρες, βλ. πιο κάτω), θα δώσει ακόμα άλλη μία κίνηση,
εκτός από την πιο πάνω που έδωσε στον (αισθητό) κόσμο, αυτήν την προς τα
εμπρός.
Στο σύμπαν εμφύσησε νόηση και ψυχή
ως έδρα της νόησης, διότι νους χωρίς ψυχή είναι αδύνατον να υπάρξει για τίποτα.
Έτσι ο κόσμος, λογικά (“κατά λόγον τον εικότα”), είναι νουνεχής (“έννους”), ζωντανός οργανισμός, καθότι εμψυχώνεται, εξ ολοκλήρου διαποτίζεται, από την «ψυχή του κόσμου», πλάσμα της “θείας πρόνοιας” («του θεού γενέσθαι πρόνοιαν»). (30C)
Από τρεις ουσίες: α) Την “αμέριστον
και αεί κατά ταύτα έχουσα”, β) την “μεριστήν” ή “θάτερον”
και γ) ένα (τρίτο), μίγμα των προηγούμενων δύο ουσιών, ο δημιουργός
απάρτισε ένα νέο (τέταρτο) μίγμα, που μ’ αυτό έφτιαξε την «ψυχή του κόσμου».
…. Tην «ψυχή του κόσμου» ο θεός είχε δημιουργήσει
προγενέστερα του σώματος…. διότι δεν θα επέτρεπε να κυβερνάται νεώτερη
δημιουργία του από πρεσβύτερη!
Το τελικό αυτό μείγμα του υλικού της
ψυχής, αφού το έσχισε στη μέση κατά μήκος και ένωσε ακριβώς στο μέσον τα δύο
σκέλη ώστε να αποτελέσουν ένα Χ, λύγισε τα άκρα κάθε σκέλους και τα ένωσε στο
αντίθετο της διασταύρωσής τους σημείο, σχηματίζοντας έτσι δύο κύκλους, που
τοποθέτησε τον ένα μέσα στον άλλο, και στους οποίους έδωσε κίνηση.
“και
την μεν έξω φοράν επεφήμισεν (=συναίνεσε) είναι της ταυτού φύσεως, την δ’ εντός
της θατέρου”
Κατόπιν, το μείγμα χώρισε σε 7 μέρη («μοίρες»)
με συνεχείς αναλογίες (ένα σύστημα αριθμητικών και αρμονικών μεσοτήτων), οι οποίες προσδιορίζουν 36 όρους με τους
οποίους καθορίζονται οι σχέσεις των τόνων της μουσικής κλίμακας, οι αποστάσεις
των
πλανητών από της Γης, όπως και όλες οι επισυμβαίνουσες στο ορατό σύμπαν
κινήσεις, ασφαλώς και οι περίπλοκες τροχιές των πλανητών…..
……
Ο Πλάτων έτσι “θεωρητικοποίησε” (ούτως ειπείν) τις περί ουράνιας
αρμονίας και τις υπό μελωδικών ήχων κινήσεις των πλανητών Πυθαγόρειες
αντιλήψεις.
Εκφρασμένες, λοιπόν, με αριθμητικές
σχέσεις και μάλιστα αρμονικές είναι οι κινήσεις στον κόσμο.
…… Συνεπώς:Η «ψυχή του κόσμου» ενέχει την πάσα αρμονία. Ουσία της κοσμικής (και της ανθρώπινης, ως μέρος αυτής) ψυχής αποτελεί ο αριθμός.
Στη συνέχεια, στο σύμπαν δημιουργήθηκαν τέσσερα είδη ζώων: Οι στον ουρανό κατοικούντες
θεοί (οι αστέρες), τα πτερωτά, τα ένυδρα και τα χερσαία ζώα. Ο Δημιουργός τη δημιουργία των τριών
τελευταίων ειδών ζώων ανέθεσε στο πρώτο είδος, δηλ. στους ουράνιους θεούς……. διότι αν αυτά γινόντουσαν από αυτόν τον ίδιο,
θα εξομοιώνονταν προς τους θεούς.
Και ο Τίμαιος αφηγείται το πως αυτά προικίσθηκαν με ψυχή, σώματα, αισθήσεις κλπ… Η κατασκευή των μελών του ανθρωπίνου σώματος περιγράφεται να δομείται σταδιακά. Η αρχή γίνεται από την έδρα της αθάνατης ψυχής, το κεφάλι..….. “ο θειότατόν τ’ εστί και των εν ημίν πάντων δεσποτούν”..… που είναι σφαιρικό, όπως σφαιρικό είναι το σώμα του κόσμου.
….. Στο “Συμπόσιο (189d- 193d)”
ο Πλάτων, αυτός ο μέγας δραματουργός (….. χαρακτηρισμός του Α. Ε. TAYLOR), εξιστορεί έναν ακόμα μύθο, σχετικό με την δημιουργία του ανθρώπου. (“Ο μύθος του ανδρόγυνου”, βλ. την 3η Σημείωση
μας)
…… Τρία είδη ανθρώπινων όντων ο Δημιουργός κατασκεύασε αρχικά, όμως εξαιτίας της
αλαζονείας τους τα χώρισε στα δύο, όπως είμαστε σήμερα, με επακόλουθο να
γεννηθεί ο «Έρως», ως ο πόθος της συνένωσης με το έτερον
ήμισυ!
Για τη δημιουργία των ανθρώπινων ψυχών,
ο δημιουργός, από ένα μείγμα που έφτιαξε μέσα σε κρατήρα, έπλασε τόσες
ψυχές όσα τα άστρα τ' ουρανού (“διείλε ψυχάς ισαρίθμους τοις
άστροις”) και τοποθέτησε από μία (ψυχή) σε κάθε άστρο.
Όρισε δε ότι:
“ Όποιος ζήσει καλά τον χρόνο που του όρισε η
μοίρα, επανερχόμενος μετά τον θάνατόν του στην κατοικία του άστρου από το
οποίον προήλθε, θα ζήσει του λοιπού ζωή ευτυχισμένη, όμοια μ’ αυτήν του άστρου
του. Αν όμως αποτύχει σ’ αυτό, κατά τη δεύτερή του γέννηση, θα μεταβληθεί σε
γυναίκα.
Και αν στη νέα του αυτή μορφή δεν απόσχει απ’ τη κακία, θα μεταβάλλεται πάντοτε σε κάποιο άγριο θηρίο, αναλόγως προς τον τρόπο που έζησε σαν κακός και σύμφωνα με τον κακό χαρακτήρα που επέδειξε… ” (41E - 42D)
Και ο Δημιουργός σαν τακτοποίησε όλα αυτά,
έμεινε αυτοσυγκεντρωμένος, σύμφωνα με τη φύση του.
“έμενεν εν τω εαυτώ κατά τρόπον ήθει”
Το κοσμικό δημιούργημα
αποτελεί ένα μεικτό προϊόν, γεννημένο από την Νόηση
(Νου) και την Ανάγκη (ως
«πλανωμένη =περιπλανώμενη αιτία»). Είναι μια απροσδιόριστη και χωρίς
κανόνες αλληλεξάρτηση, όπου η Ανάγκη πρόθυμα υπηρετεί τη Νόηση. Ο Νους, όντας άρχων,
πείθει την Ανάγκη να συμμορφώνεται στις υποδείξεις του.
Κάθε οργανισμός εμφανίζεται ως περίτεχνο
κινητικό σύστημα, που ελέγχει ο Νους και η υποταγμένη στον Νου Ανάγκη.
Η τάξη και η δομή του σύμπαντος αποτελούν διανόημα του θεού.
Ο Τίμαιος δέχεται ότι υπάρχουν τρία “γένη”
(«χρη γένη διανοηθήναι τριττά»), μάλιστα προϋπήρχαν και
του ουρανού.
“είναι τρία
τριχή και πριν ουρανόν γενέσθαι”
Και αυτά τα τρία είδη είναι:
1ο) Το ένα αμετάβλητο - αγέννητο - ανώλεθρο (=άφθαρτο)
είδος {ταυτίζεται με το ον}, που δεν δέχεται μέσα του τίποτα και
από πουθενά, ούτε το ίδιο μεταμορφώνεται σε ο,τιδήποτε άλλο, είναι αόρατο, αδυνατούμε
να το αισθανθούμε με τις αισθήσεις, είναι αντιληπτό μόνον με τη νόηση.
2ο) Ο κόσμος των γεννητών - αισθητών αντικειμένων
(ομώνυμος και όμοιος του 1ου είδους) που βρίσκεται αιωνίως σε κίνηση, και τον
αντιλαμβανόμαστε δια της γνώμης (δόξας) με τη συνέργεια των
αισθήσεων.
3ο) Η χώρα (εκμαγείο,
υποδοχέας, μήτρα), που
είναι αιώνια, δεν επιδέχεται φθορά, τόπος διαμονής όλων των γεννητών όντων,
συνιστά δε αίτιο βοηθητικό (συναίτιο). Μέσα στη χώρα τα σώματα
αναφύονται και εξαφανίζονται. Στο εκμαγείο αυτό μορφοποιείται η γένεση,
με βάση τα 4 υλικά που παράγονται και από
τα οποία συντίθεται ο αισθητός κόσμος.
Και αυτά είναι, ασφαλώς, τα γνωστά από παλαιότερα:
πυρ – γη – ύδωρ – αήρ.
Πρόκειται για τα
“τέσσερα ριζώματα (ή ρίζες) του Εμπεδοκλή”, αργότερα κλήθηκαν στοιχεία, τα οποία η
Εμπεδόκλεια βιολογία εσφαλμένα (κατά τον
Πλάτωνα) θεωρεί ανάγωγα θεμελιακά συστατικά.
Tα 4 στοιχεία, ως τα βασικά του υλικού
κόσμου, αποδεχόντουσαν και οι προηγούμενοι φυσικοί φιλόσοφοι (Θαλής,
Αναξίμανδρος, Αναξιμένης). Ο Αναξίμανδρος τα εξελάμβανε ως μορφές του «άπειρου».
Αυτά τα 4 πρωτογενή στοιχεία (φωτιά – γη – νερό – αέρα), σε
ακαταστασία ευρισκόμενα προ της Δημιουργίας, ο θεός, αφού πρώτα τα σχηματοποίησε με τις Ιδέες και τους αριθμούς («ταύτα πρώτον διεσχηματίσατο είδεσί τε και αριθμοίς»), στη Δημιουργία
κατόπιν τα χρησιμοποίησε ως δομικά συστατικά των αισθητών, δίδοντάς τους έσχατα μορφοποιημένα στοιχεία με καθαρά γεωμετρικά χαρακτηριστικά….
Βέβαια, πρέπει να δοθούν
εξηγήσεις…. “Πῶς Πλάτων ἔλεγε τόν θεόν ἀεί γεωμετρεῖν;”
Πλούταρχου: “Ερωτήσεις”(“Προβλήματα”,
718d)
… και ο Τίμαιος μας τις παρέχει μέσω της πιο κάτω θεωρίας:
Τα 4 «ριζώματα» συσχετίζονται
με το
Πυθαγόρειο “δόγμα των 5 κανονικών πολύεδρων”, σύμφωνα με το οποίον υπάρχουν
πέντε -μόνο- τέτοια (δηλ. κανονικά)
πολύεδρα, και είναι τα μόνα στερεά που εγγράφονται στη σφαίρα.
Και αυτά είναι τα: Τετράεδρο - Εξάεδρο
(Κύβος) - Οκτάεδρο - Δωδεκάεδρο – Εικοσάεδρο.
Τα 4, από τα πιο πάνω 5 κανονικά πολύεδρα, και συγκεκριμένα τα: 4εδρο - 6εδρο - 8εδρο - 20εδρο, κατασκευάζονται αποκλειστικά με, όπως τα θεωρεί ο Πλάτωνας, “τέλεια τρίγωνα”.
Και “τέλεια τρίγωνα”, απλά και θεμελιακά, γεωμετρικά τρίγωνα, απειροελάχιστου μεγέθους, ιδεώδη, τα
ωραιότερα, άρα, και καταλληλότερα, είναι δύο:
α) Το ισοσκελές ορθογώνιο τρίγωνο (Οι δύο οξείες γωνίες του είναι 45ο), που οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν “μισό τετράγωνο”.
Κάθε έδρα του
6εδρου (κύβου) που είναι ένα τετράγωνο, συντίθεται από 2 τέτοια (ισοσκελή
ορθογώνια τρίγωνα, δηλ. με γωνίες
90°, 45°, 45°).
β) Το σκαληνό ορθογώνιο τρίγωνο με την μια οξεία γωνία 30ο, την άλλη 60ο, που οι
Πυθαγόρειοι ονόμαζαν “μισό τρίγωνο”.
Η υποτείνουσα αυτού του τριγώνου (δηλ. του σκαληνού με γωνίες 90°, 60°, 30°) είναι διπλάσια της
μικρότερης πλευράς του.
Σε κάθε ισόπλευρο τρίγωνο, φέροντας από μία των γωνιών
του μεσοκάθετο στην απέναντι πλευρά, δημιουργούνται 2 σκαληνά ορθογώνια τρίγωνα με γωνίες 90°, 60°, 30°. Άρα, οι από τις τρεις γωνίες μεσοκάθετοι
δημιουργούν στο κάθε ισόπλευρο τρίγωνο 6 συνολικά σκαληνά ορθογώνια
τρίγωνα με γωνίες 90°, 60°, 30°.
Το 4εδρο, το 8εδρο και το 20εδρο έχουν έδρες (αντιστ.) 4, 8, 20 ισόπλευρα τρίγωνα. Άρα η κάθε έδρα αυτών των πολύεδρων περιέχει
(αντιστ.) 24, 48, 120 τέλεια ορθογώνια σκαληνά τρίγωνα καθεμία.
Κατά τον Τίμαιο, τα πιο πάνω απλά γεωμετρικά τρίγωνα (“μισό τετράγωνο” και “μισό τρίγωνο” των
Πυθαγορείων), που ενυπάρχουν στις έδρες των παραπάνω τεσσάρων (εκ των πέντε)
κανονικών πολυγώνων είναι τα θεμελιακά ανάγωγα στοιχεία
όλων των ορατών πραγμάτων.
Αποτελούν τα έσχατα μορφοποιημένα στοιχεία της
ύλης, τα οποία
συνενωμένα, σύμφωνα με ορισμένους συνδυασμούς, διαμορφώνουν
τα τέσσερα «ριζώματα». Και σύμφωνα με το πως τα σωματίδια των ριζωμάτων
ταιριάζουν περισσότερο στις μορφές των πολυέδρων (“υλικοί λόγοι”),
θεωρούμε ότι παράγουν:
Το 4εδρο το πυρ
- το 8εδρο τον αέρα - το 20εδρο το νερό - το 6εδρο (ο κύβος ως σταθερότερος) τη γη.
Κανονικό, όμως, πολύεδρο είναι - επίσης - και το 12έδρο, οι έδρες του οποίου είναι δώδεκα κανονικά πεντάγωνα, που όμως δεν μπορούν να κατασκευαστούν από κανένα από τα πιο πάνω στοιχειώδη τρίγωνα…… Αυτό, το 12έδρο πολύγωνο, ο θεός το χρησιμοποίησε για τον στολισμό του σύμπαντος «….. επί το παν ο θεός αυτή κατεχρήσατο εκείνο διαζωγραφών». (55C)
Το απροσδιόριστο και άλογο στοιχείο που εμφανίζονται παντού στον κόσμο, όπως η λόξωση της εκλειπτικής στον ουρανό, η αδικία και η κακία στον αισθητό κόσμο, αποδίδονται στην ασυμμετρία της μιας των πλευρών των πρωταρχικών τριγώνων….
Η Πλατωνική, γεωμετρική θεωρία, με την οποίαν τα πιο πάνω δύο τέλεια τρίγωνα συνιστούν τα θεμελιακά συστατικά των 4
στοιχείων του υλικού (ορατού) κόσμου, είναι από τα σημαντικότερα και
χαρακτηριστικότερα μέρη της ύστερης Πλατωνικής σκέψης, προδρομική πολλών
νεότερων διανοητών….. όμως, όπως ομολογεί κι’ ο ίδιος ο Πλάτων είναι εκτός της
φυσικής πραγματικότητας……
Την ιδεαλιστική προσέγγιση των φυσικών
φαινομένων στον Πλάτωνα, δείχνει και η εξής άποψη του Τίμαιου…..
1) Οι
προτάσεις της μεταφυσικής και των μαθηματικών, που ερμηνεύουν τα
γεγονότα της Δημιουργίας, επειδή ανάγονται εις την ιδεώδη αλήθεια
(δηλ. την σύμφωνη με τις Ιδέες), είναι απόλυτα αληθείς και σταθερές,
παρέχουν δηλ. οριστική βεβαιότητα.
2)
Από τις φυσικές επιστήμες αξιώνουμε «πιθανοφανείς μύθους», ενώ,
αν υπήρχαν μόνο αισθητά αντικείμενα, η επιστήμη θα ταυτιζόταν με τη σωστή
γνώμη. Κάθε πρόταση της φυσικής, ο Τίμαιος τονίζει επανειλημμένα, είναι
προσεγγιστική, πρέπει να συνοδεύεται από δήλωση του “πιθανού σφάλματος”,
συνεπώς, επιδέχεται και διόρθωση.
Εμφανές, βέβαια, και ότι Πυθαγόρειες
αντιλήψεις είναι αυτές που αποτελούν την υπόβαση και της μαθηματικής
(γεωμετρικής και αριθμητικής) κοσμογονικής θεωρίας του Πλάτωνα (πέραν της περί Ιδεών θεωρίας του).
«Μετά δε τας ειρημένας φιλοσοφίας η Πλάτωνος επεγένετο πραγματεία, τα
μεν πολλά τούτοις ακολουθούσα, τα δε και ίδια παρά την των Ιταλικών έχουσα
φιλοσοφίαν». (“Μετά τα Φυσικά” Α 987a 29-37)
Παρένθεση
για την Πυθαγόρεια αριθμολογία
Για τους Πυθαγόρειους, ο αριθμός είναι η ουσία των όντων. Οι
αριθμοί ενυπάρχουν όχι μόνον στα πράγματα, αλλά και στις ιδιότητες τους, στην
κίνηση τους, παντού.
«Εν δε τούτοις και προ τούτων οι καλούμενοι Πυθαγόρειοι των μαθημάτων
αψάμενοι πρώτοι πρώτον ταύτα προήγαγον, και εντραφέντες εν αυτοίς τας
τούτων αρχάς ωήθησαν είναι πάντων».
(“Μετά
τα Φυσικά” Α 987b 25-28)
Ο
Πυθαγόρας, με φαντασία χωρίς όρια, συσχέτιζε τους αριθμούς με διάφορες έννοιες
ή φυσικά αντικείμενα και φαινόμενα.
Μυστηριώδεις κι’ αινιγματικοί ήταν και οι
συμβολισμοί που έδιναν σε γεωμετρικά σχήματα…..
Από
τα «θεολογικοποιημένα μαθηματικά» των Πυθαγορείων, ενδεικτικά, τα πιο
κάτω:
-
Η Μονάδα είναι η πρώτη αρχή “ης ουκ εστί γέννεσις”, το
πνεύμα, ο αιθέρας, η ενέργεια, η δύναμη, ο Θεός
του Πυθαγόρα. Η αιτία
της τάξης, της συμμετρίας και αρμονίας που επικρατεί στον κόσμο (= στολίδι).
-
Η δυάς
είναι η ύλη (ύδωρ και γη).
-
Η τριάς
είναι ο χρόνος (παρελθόν – παρόν – μέλλον), η αρχή-μέσον-τέλος, η
γέννηση-ζωή-θάνατος.
-
Η τετράς
είναι ο χώρος.
-
Ο αριθμός
πέντε τα 5 στοιχεία εκ των οποίων σύγκειται ο κόσμος (γη – νερό – αέρας
– πυρ - αιθέρας) καθώς και τα 5 αντίστοιχα (κανονικά) πολύεδρα (6εδρο/κύβος -
20εδρο - 8εδρο - 4εδρο - 12εδρο).
-
Ο έξι,
συμβολίζει τα 6 είδη των έμψυχων όντων, ήτοι: θεούς, δαίμονες, ήρωες,
ανθρώπους, ζώα, φυτά.
-
Η ορθή
γωνία συμβολίζει την αρετή, ενώ η αμβλεία και η οξεία την κακία, την ένδεια
και την υπερβολή.
-
Η ευθεία
γραμμή, ως δυναμένη να επεκτείνεται απεριορίστως, είναι σύμβολο της γνώσης
του Συνόλου, αλλά και της….. απαρεγκλίτου και αδιαστρόφου και
αχράντου και ανεκλείπτου και παντοδυνάμου και πανταχού παρούσης Προνοίας!
-
Ο κύκλος
είναι εικόνα του νοουμένου όντος.
-
Tο ισόπλευρο
τρίγωνο της πρώτης ψυχής, πριν αυτή αρχίσει να μετεμψυχούται σε άλλους
ανθρώπους ή οργανισμούς.
-
Το τετράγωνο,
ως έχον όλες τις πλευρές του ίσες και όλες τις γωνίες του ορθές, όθεν και τιμιώτερον
λέγεται, εκφράζει τη δικαιοσύνη. Το παρομοίαζαν με το “θείον”, τον
οποίον έχει άχραντον τάξιν, ισότητα, ορθότητα.
κλπ. κλπ..…...… (Βλ. και Εγκυκλ. λεξικό «ΗΛΙΟΣ», Ευάγγελος Σταμάτης)
Ο Τίμαιος, στη κοσμολογική του
εξήγηση, συνυπολογίζει επίσης:
α) Τα τρία άλυτα (με κανόνα και διαβήτη) γεωμετρικά
προβλήματα….Άλλωστε, αυτός ο γεωμετρικός “κορσές” ήταν απαράβατο
δόγμα στην Ακαδημία….. Και αυτά, τα 3 άλυτα με κανόνα και διαβήτη
γεωμετρικά προβλήματα είναι:
1) Ο
τετραγωνισμός του κύκλου,
2) Ο
διπλασιασμός του (όγκου του) κύβου, και
3) Η
τριχοτόμηση τυχαίας γωνίας, ….. διότι οι γωνίες που είναι πολλαπλάσιες των 30ο,
δηλ. οι γωνίες των 60ο, 90ο, κλπ. εύκολα τριχοτομούνται
με χρήση -μόνο- κανόνα και διαβήτη.
β) Τις «Πυθαγόρειες τριάδες». Μια πυθαγόρεια τριάδα αποτελείται από
τρεις θετικούς ακέραιους αριθμούς: α, β, και γ, τέτοιους ώστε να ισχύει η
σχέση: α2 + β2 = γ2, το γνωστό πυθαγόρειο
θεώρημα.
Ο Πλάτων στον Τίμαιο ανάγει τα στοιχεία της ύλης στη
γεωμετρία, καθορίζοντας έτσι μια τάξη στο σύμπαν που συνδέεται με τη
δημιουργία σωμάτων με συγκεκριμένη γεωμετρική δομή. Θεμελιώνει την επιστήμη της
φύσης πάνω σε βάση αριθμητικο – γεωμετρική, διότι:
α) Θεωρεί ουσία της κοσμικής
κίνησης και της ψυχής
(κοσμικής και ανθρώπινης ως μέρος της) αριθμούς και αναλογίες.
β) Ανάγει τα στοιχεία της ύλης στη γεωμετρία, καθορίζοντας έτσι μια τάξη στο σύμπαν που συνδέεται με τη δημιουργία σωμάτων με συγκεκριμένη γεωμετρική δομή.
Η για υλικά πράγματα ομιλία του Τίμαιου συνεχίζεται, μακρά, στρυφνή και περίπλοκη,
με ευρεία επισκόπηση της πολυμορφίας τους, η οποία προέρχεται από την ποικιλία
συνδυασμών - επιμιξιών - εναλλαγών μεταξύ των θεμελιωδών στοιχείων, καθώς και των αιτιών των
ιδιοτήτων των σωμάτων και των (αισθητών ή μη) εντυπώσεων.
Δίδονται και ερμηνείες μετεωρολογικών
φαινομένων, εξηγήσεις για το πως προκύπτουν οι αισθήσεις, πως δημιουργούνται τα
αισθήματα, η ηδονή, η λύπη κ.ά. (58C – 68D)
Διακρίνονται
δε δύο είδη αιτίων: Το μεν αναγκαίον, το δε θείον.
Το θεϊκό αίτιο πρέπει παντού να το
αναζητούμε “ένεκα ευδαίμονος βίου, καθ’ όσον ημών η φύσις ενδέχεται”.
(68E - 69A)
Ο Τίμαιος
είπε, γράψαμε πιο πάνω, ότι ο δημιουργός-θεός μόνον τα θεία
όντα δημιούργησε μόνος του, την δημιουργία δε των θνητών ανέθεσε στους από
αυτόν γεννηθέντες θεούς……
Λοιπόν,
οι (γεννηθέντες) θεοί αυτοί, μιμούμενοι τον πατέρα τους, “παραλαβόντες ψυχήν αθάνατον, θνητόν σώμα αυτήι
περιετόρνευσαν (=σμίλεψαν)”, ως όχημα
της αθάνατης ψυχής.
Προσθέτως
της, μέσα στο σώμα ενέταξαν και ένα άλλο
είδος ψυχής, θνητό, που έχει
μέσα του ένα σωρό φοβερά αλλά αναγκαία πάθη….. με πρώτο την ηδονή,
το μεγαλύτερο δόλωμα του κακού (“μέγιστον κακού δόλωμα”).
Οι θεοί, πάντως, δημιούργησαν τον αυχένα σαν ισθμό και όρον (=όριο) μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων, ο οποίος αυχήν διαχωρίζει το κεφάλι, έδρα της αθάνατης ψυχής (νόησης), από το κυρίως σώμα, έδρα της θνητής ψυχής. Από τα μέρη της (θνητής) ψυχής το θυμοειδές φιλοξενείται στο θώρακα (στήθος), το επιθυμητικό πιο κάτω, ενώ στο ήπαρ, που κάνει ήρεμο και πράο τον άνθρωπο, εδρεύει η μαντική ικανότητα στον ύπνο επειδή δεν μετέχει στη λογική και τη φρόνηση……. (69C – 69D)
Το σώμα, άρα, είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε να
εξυπηρετεί τη ψυχή, ωστόσο δεν επιτρέπεται η μονομερής άσκηση του
σώματος ή της ψυχής. Ακόμα, είναι δε προτιμώτερος βραχυχρόνιος και
καλύτερος βίος, παρά μακροχρόνιος και χειρότερος…
….. Όσο για τον εγκέφαλο, ως κεντρικό όργανο του αισθητικοκινητικού μας συστήματος, πρώτος είχε κάνει λόγο ο Αλκμέων ο Κροτωνιάτης.
Στον Τίμαιο διατυπώνονται και ζητήματα
περί ανατομίας, ιατρικής, παθολογίας, νοσημάτων, ψυχολογίας, ηθικής κλπ.…..
Ο Τίμαιος, θεωρώντας αληθές ότι η
ακολασία ως προς τις αφροδίσιες ηδονές είναι μια ψυχική ασθένεια, δεν αποδέχεται
ότι οι ακόλαστοι θέλουν και είναι κακοί….
“διότι κανείς δεν είναι με τη θέλησή του κακός. Κακός γίνεται από μια κακή κατάσταση του
σώματός του και για λόγους κακής ανατροφής, και αυτά σε όλους έρχονται εχθρικά και άθελα”.
«Κακός μεν γαρ εκών ουδείς, δια δε πονηράν έξιν τινά του σώματος και απαίδευτον τροφήν ο κακός γίνεται κακός, παντί δε ταύτα εχθρά και άκοντι προσγίγνεται». (86D-E)
Και οι αφηγήσεις - μυθεύματα του έργου «Τίμαιος»
κλείνουν με τη παράξενη
θεωρία του περί “εξελίξεως του ανθρώπου” , σύμφωνα με την
οποίαν στον κόσμο ο άνθρωπος βαδίζει από το τελειότερο προς το χειρότερο, κι’ αυτό οφείλεται στην έκπτωση
της ψυχής
του, μια συνεχής κι αδιάκοπη μέχρι των ημερών μας γενετική διαδικασία…..
Η έκπτωση της ανθρώπινης ψυχής (ξεκινώντας από την ανδρική) δημιούργησε όλες τις ιεραρχικές βαθμίδες των
ζωικών ειδών, συντελείται
δε με τον
πιο κάτω τρόπο:
Μετά την άριστη πρώτη γενιά ανθρώπων,
όσοι εκ των ανδρών αποδείχτηκαν άνανδροι-δειλοί, στη δεύτερη γένεση τους μετεμψυχώνονται
σε γυναίκες, όσοι κούφοι (κενοί, ελαφρόμυαλοι, μηδαμινοί) όμως άκακοι μεταμορφώνονται
σε ήμερα όρνια, όσοι άφρονες και ανόητοι σε ερπετά και ιχθύς, όσοι είχαν
θηριώδη ψυχή σε άγρια ζώα ή αρπακτικά πτηνά!
Πρβλ. τον “Μύθο του Ηρός” (Πλάτωνος “Πολιτεία” Ι΄,
614-621)
Μετά
από τα παραπάνω…..
Χρέος του ανθρώπου είναι να εξομοιώσει
την ύπαρξη του προς τις αρμονίες και περιφορές του σύμπαντος, το κατανοούν με
το κατανοούμενον σύμφωνα με την αρχική του φύση, κι’ έτσι να φθάσει στον τελικό
σκοπό της άριστης ζωής που προκαθώρισαν οι θεοί και για το παρόν και για
το μέλλον. (90D)
«Και τώρα, λοιπόν, ολοκληρώθηκε
μπορούμε να πούμε η “περί του παντός” εξιστόρησή μας: Διότι αυτός ο
κόσμος, θνητά και αθάνατα έμβια όντα αφού δέχθηκε και συμπληρώθηκε έτσι όπως αφηγηθήκαμε,
κατέστη ένας ορατός ζωντανός οργανισμός που περιέχει τα αντιληπτά, θεός
αισθητός ως εικόνα του νοητού, “μέγιστος καὶ ἄριστος, κάλλιστός
τε καὶ τελεώτατος”, ένας ουρανός, αυτός εδώ που είναι μοναδικός».
«Καὶ δὴ
καὶ τέλος περὶ του̂ παντὸς νυ̂ν ἤδη τὸν λόγον ἡμι̂ν φω̂μεν ἔχειν: θνητὰ γὰρ καὶ
ἀθάνατα ζῳ̂α λαβὼν καὶ συμπληρωθεὶς ὅδε ὁ κόσμος οὕτω, ζῳ̂ον ὁρατὸν τὰ
ὁρατὰ περιέχον, εἰκὼν του̂ νοητου̂ θεὸς αἰσθητός, μέγιστος καὶ
ἄριστος κάλλιστός τε καὶ τελεώτατος γέγονεν εἱ̂ς οὐρανὸς ὅδε μονογενὴς ὤν».
(Πλάτωνος, «Τίμαιος», 92C)
Επανερχόμενοι στον Αριστοτέλη…….
Καμία κίνηση - μεταβολή,
γένεση - φθορά, υλικών πραγμάτων η φύση (Είδαμε
στο κεφ. 3.1, ότι ο Σταγειρίτης λέγοντας φύση, εννοεί
το σύνολο των όντων που υπόκεινται σε κίνηση…..) δεν
δημιουργεί νέα είδη, ούτε μεταλλάζει -εξελικτικά- τα υπάρχοντα. Όλα τα είδη των φθαρτών όντων ήταν, είναι και θα μείνουν
άφθαρτα-αμετάβλητα, όπως δημιουργήθηκαν εξ αρχής, κατά την Δημιουργία.
Η διαιώνιση (αθανασία) των ειδών
επιτελείται με τον κυκλικά εναλλασσόμενο ρυθμό γενέσεως και φθοράς, με την
αλληλοδιαδοχή των περιόδων και των γενών.
Ο πάνω από
τη σελήνη χώρος (συμπεριλαμβάνει τη σελήνη
και τον ήλιο), ο σφαιροειδούς σχήματος Ουρανός
κινείται κυκλοτερώς (η ιδανική κίνηση)
με τρόπο θεϊκό, τα δε, επίσης σφαιροειδή,
αστέρια, που ούτε πύρινα είναι ούτε μέσα σε φωτιά, είναι ακίνητα καρφωμένα πάνω
του… (“Περί Ουρανού”, κ.ά.)
Στον Ουρανό, που ταυτίζεται με τον Κόσμο,
ο οποίος είναι ένας, μόνον ένας και πεπερασμένος (ο
Δημόκριτος είχε διδάξει ότι υπάρχουν άπειροι και ανεξάρτητοι αλλήλων κόσμοι) όλα τα
πράγματα (δηλ. οι ουράνιες σφαίρες και οι αστέρες,
απλανείς και πλανήτες) είναι τελείως διαφορετικά, διότι όλα τα εκεί
όντα είναι αιώνια και αμετάβλητα, έχουν κατασκευαστεί από αιθέρα (την πεμπτουσία), έχουν δηλ. σύσταση ανώτερη από την ανθρώπινη,
φύση απόλυτα θεϊκή.
«….. γιατί υπάρχουν άλλα όντα, που η
φύση τους είναι πολύ πιο θεϊκή από τη φύση του ανθρώπου, όπως, καταφανέστατα
βεβαίως, αυτά από τα οποία έχει συσταθεί ο κόσμος».
«….. καὶ γὰρ ἀνθρώπου ἄλλα πολὺ θειότερα τὴν
φύσιν, οἷον φανερώτατά γε ἐξ ὧν ὁ κόσμος συνέστηκεν».
(“Ηθικὰ
Νικομάχεια” Ζ 1140 a 39, 1141 b 1-2),
Ο Αριστοτέλης, στα “Πολιτικά”, αναφέρει:
«……Το
σύμπαν είναι έργον θείας δυνάμεως, η οποία και το συνέχει…..»
«Είναι λογικά αποδεδειγμένο ότι ο νόμος τάξις τις εστι,
και την ευνομίαν αναγκαίον ευταξίαν είναι. Ο λίαν υπερβάλλων αριθμός
κατοίκων μιας πολιτείας ου δύναται μετέχειν τάξεως, θείας
γαρ δη τούτο δυνάμεως, ήτις και τόδε συνέχει το παν». (“Πολιτικά” Η,
1326 a 30-37)
Στο προηγούμενο (αρ. 7) κεφάλαιο
μας, παρουσιάσαμε τον Αριστοτέλη να συμπεραίνει την ύπαρξη ενός «ακινήτου
κινούντος», μακάριου και αΐδιου Όντος, του Θεού, το οποίον παράγει
κίνηση, ως αντικείμενο επιθυμίας. Ο Θεός, στη συνέχεια της ίδιας
θεωρίας, κινεί άμεσα τον πρώτο ουρανό,
προκαλώντας αλυσιδωτά την καθημερινή περιστροφική κίνηση όλων των αστέρων γύρω
από την γη.
Μάλιστα,
η παρατηρούμενη τάξη στο σύμπαν εκλαμβάνεται ως απόδειξη της υπάρξεως θεού
διότι…. «Πως γαρ έσται τάξις μη
τινός όντος αϊδίου και χωριστού και μένοντος;»
(“Μετὰ τα Φυσικά”, Κ 1060 a 30-31)
Αλλ’ εφόσον η κίνηση προέρχεται, όχι από φυσικό λόγο, αλλά από αγάπη και επιθυμία, εξυπακούεται ότι ο πρώτος ουρανός έχει ψυχή, άλλωστε και σε άλλα χωρία έργων του ο Σταγειρίτης δηλώνει ότι τα ουράνια σώματα είναι έμψυχα όντα.
Οι κινήσεις - τροχιές κάθε πλανήτη (του
ήλιου, της σελήνης και των άλλων) εξηγούνται με βάση την υπόθεση μιας σειράς
ομόκεντρων σφαιρών, όπου οι πόλοι κάθε σφαίρας είναι στερεωμένοι στο φλοιό της
επόμενης εξωτερικής της σφαίρας. Έτσι, καθώς το πρώτο κινούν κινεί τον
πρώτο ουρανό, που είναι η εξώτατη σφαίρα, η κίνηση μεταδίδεται σε όλες τις
ουράνιες αυτές σφαίρες.
Οι επί μέρους, ιδιαίτερες, κινήσεις των
ουρανίων σωμάτων, όπως περιστροφές πέριξ της γης του ήλιου, της σελήνης,
των λοιπών πλανητών, πραγματοποιούνται από κάποιες
θεϊκές οντότητες, καμιά 50-αριά εις
αριθμόν (47 ή 55), που ο Αριστοτέλης ονόμασε Νόες.
Οι
Νόες κινούν, ως τέλος (δηλ. αυτός είναι ο ρόλος – σκοπός τους),
σύστημα «ανελιττουσών»
σφαιρών, σύστημα που επαναφέρει τις ουράνιες σφαίρες στην αρχική τους αφετηρία.
Θεωρία, ασαφής, δεν δίδονται λεπτομέρειες του μοντέλου, που ξεφεύγει και από
τον (Πλατωνικό) μονοθεϊσμό προς πολυθεϊστικές αντιλήψεις, αφού γίνεται λόγος
περί πολλών θείων όντων……. Θεολόγοι
του Μεσαίωνα αντιστοίχισαν τους Νόες με τους αγγέλους!
Κατά τους σχολιαστές, η θεωρία για τους Νόες
είναι επιρροή από αστρονομικές παρατηρήσεις του αστρονόμου Κάλλιππου, ο οποίος
είχε θητεύσει κάποτε και στο Λύκειο του Αριστοτέλη.……
Ο Κάλλιππος
γεννήθηκε στην Κύζικο της Μικράς Ασίας, είχε δάσκαλο τον Εύδοξο τον Κνίδιο, στην Ακαδημία.
Στην απορία, γιατί και
πως η αγάπη και η επιθυμία ενός πνευματικού όντος
προκαλεί φυσικές (κατά τόπον
κυκλοτερείς) κινήσεις,
ο Αριστοτέλης δίνει την εξήγηση ότι κάθε σφαίρα (Οι σφαίρες
και οι πλανήτες, είδαμε, είναι έμψυχες) επιθυμεί να μεταδώσει μια ζωή, όσο το δυνατόν
όμοια με τη ζωή της κινητήριας αρχής της, που είναι βέβαια η πνευματική.
Κίνηση όμως προς αυτό τον σκοπό, δεν νοείται άλλη παρά η κυκλική, άλλωστε μια ευθύγραμμη συνεχής κίνηση προϋποθέτει άπειρο χώρο, στον οποίον ο Σταγειρίτης δεν πίστευε.
Το Αριστοτελικό
κοσμολογικό πρότυπο, σε συνδυασμό και με πολλές άλλες Πλατωνικές και
Αριστοτελικές αντιλήψεις -και είναι άποψη πολλών προοδευτικών διανοητών-
απετέλεσαν τροχοπέδη της επιστημονικής σκέψης για πολλούς αιώνες…..
- Άρθουρ
Καίσλερ: «Η φυσική
του Αριστοτέλη είναι στη πραγματικότητα μια ψευδο-φυσική που δεν γέννησε
ούτε μία ανακάλυψη μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια, ούτε μία εφεύρεση, ούτε μία νέα
αντίληψη…. Ήταν ένα στατικό σύστημα που περιέγραφε ένα στατικό σύμπαν….».
-
A. Whitehead:
«Το 1500, η Ευρώπη γνώριζε πιο λίγα απ’ όσα γνώριζε ο Αρχιμήδης που πέθανε το
212 π.Χ.» (“Science
and the Modern World”, p.7). (Άρθουρ Καίσλερ “Οι Υπνοβάτες”, σελ. 81, 83)
E.T. BELL: «Αν οι Έλληνες μαθηματικοί
και επιστήμονες είχαν ακολουθήσει τον Αρχιμήδη και όχι τον Ευκλείδη, τον
Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη, θα είχαν προλάβει, κατά 2.000 χρόνια νωρίτερα, την
περίοδο των σύγχρονων μαθηματικών που άρχισε με τον Καρτέσιο και τον Νεύτωνα
τον 17ο αι., καθώς και την περίοδο της σύγχρονης Φυσικής επιστήμης που άνοιξε
με τον Γαλιλαίο στον ίδιο αιώνα». (E.T. BELL «ΟΙ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΙ» σελ.28)
Την αντίληψη της ιδανικής τελειότητας των
γεωμετρικών στοιχείων κύκλου και σφαίρας, συνδεμένων με την “ουράνια
αρμονία”, έχει πληρώσει η ανθρωπότητα ακριβά. Το τελευταίο “οχυρό” της
ανθρώπινης προκατάληψης, που πεισματικά αντιστέκονταν, παρά τα συντριπτικά σε
βάρος του στοιχεία από τις παρατηρήσεις του Τύχο Μπράχε και τις μελέτες του
Γιοχάνες Κέπλερ, ήταν αυτό της σφαιρικότητας του σύμπαντος, της κίνησης των
πλανητών “κατά τέλειους κύκλους”.
Γιατί, όλα με το καιρό είχαν αναγκαστεί οι
ιδεαλιστές να παραδεχτούν (ακόμα και ότι η γη δεν είναι το κέντρο του κόσμου),
εκτός από το να μη περιστρέφονται τα “θεϊκά” ουράνια σώματα σε τέλεια κυκλική
τροχιά. Και όμως! Όταν ο Κέπλερ ξέφυγε
από το “Mysterium Cosmographicum”
(1596) και έφθασε στο “Astronomia Nova ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΤΟΣ” (1609) η ανθρωπότητα είχε κάνει ένα άλμα δυο χιλιετηρίδων!
8.2) Το Επικούρειο (υλικό)
σύμπαν
Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης……
Οι εισηγητές της λογικής, αμυθολόγητης, κοσμοερμηνείας
«…. καὶ τὸ πᾶν ἐστι <σώματα καὶ τόπος>….» (Προς Ηρόδοτο 39)
«… μη σου φορέσει χαλινάρι η θρησκεία και πεις πως η γη κι ο ήλιος κι ο ουρανός, ο ωκεανός και τ’ άστρα κι η σελήνη έχουνε σώμα θεϊκό και πρέπει να υπάρχουνε στον αιώνα τον άπαντα….». (Λουκρήτιος, “De Rerum Natura”, V, 14-16)
Από την Επιστολή προς
Ηρόδοτο:
1.
«Επιπλέον το σύμπαν είναι άπειρο. Επειδή κάθε τι
που είναι περιορισμένο, έχει κάποιο άκρο και αυτό εδώ το άκρο γίνεται αντιληπτό
σε σχέση με κάτι άλλο. Έτσι ώστε καθώς δεν έχει άκρο δεν έχει πέρας, αλλά εάν
δεν έχει πέρας, είναι άπειρο και δεν είναι περιορισμένο. Το σύμπαν είναι επίσης άπειρο σε σχέση με
το πλήθος των σωμάτων και την έκταση του κενού».
«Ἀλλὰ μὴν καὶ τὸ πᾶν ἄπειρόν ἐστι.
Τὸ γὰρ πεπερασμένον ἄκρον ἔχει τὸ δὲ ἄκρον παρ' ἕτερόν τι θεωρεῖται. Ὥστε οὐκ
ἔχον ἄκρον πέρας οὐκ ἔχει· πέρας δὲ οὐκ ἔχον ἄπειρον ἂν εἴη καὶ οὐ πεπερασμένον.
Καὶ μὴν καὶ τῷ πλήθει τῶν σωμάτων ἄπειρόν ἐστι τὸ πᾶν καὶ τῷ μεγέθει τοῦ
κενοῦ».
(Επ. Ηρ., 41)
2. «Και πάλι, αν αυτό που εξαφανίζεται καταστρεφόταν στο μη ον, όλα τα πράγματα θα είχαν ήδη χαθεί, δεδομένου ότι αυτά στα οποία θα διαλύονταν δεν θα υπήρχαν. Και όμως το σύμπαν ήταν πάντοτε το ίδιο που είναι τώρα και θα είναι το ίδιο πάντοτε. Πράγματι δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο θα μπορεί να μεταβληθεί, επειδή.....
δεν
υπάρχει τίποτα έξω από το σύμπαν που θα μπορούσε να εισδύσει και να προκαλέσει
την αλλαγή».
«Καὶ εἰ ἐφθείρετο δὲ τὸ ἀφανιζόμενον
εἰς τὸ μὴ ὄν, πάντα ἂν ἀπωλώλει τὰ πράγματα, οὐκ ὄντων εἰς ἃ διελύετο. Καὶ μὴν
καὶ τὸ πᾶν ἀεὶ τοιοῦτον ἦν οἷον νῦν ἐστι, καὶ ἀεὶ τοιοῦτον ἔσται. Οὐθὲν γάρ
ἐστιν εἰς ὃ μεταβάλλει. Παρὰ γὰρ τὸ πᾶν οὐθέν ἐστιν, ὃ ἂν εἰσελθὸν εἰς αὐτὸ τὴν
μεταβολὴν ποιήσαιτο». (Επ.Ηρ, 39)
3. «Ομοίως, υπάρχουν άπειροι
κόσμοι, άλλοι μεν όμοιοι με τον δικό μας και άλλοι που διαφέρουν από
αυτόν. Επειδή καθώς τα άτομα είναι άπειρα σε αριθμό, όπως έχει ήδη
αποδειχθεί, μεταφέρονται στις πιο μακρινές αποστάσεις στο διάστημα»
«Ἀλλὰ μὴν καὶ κόσμοι ἄπειροί εἰσιν,
οἵ θ' ὅμοιοι τούτῳ καὶ ἀνόμοιοι. Αἵ τε γὰρ ἄτομοι ἄπειροι οὖσαι, ὡς ἄρτι ἀπεδείχθη,
φέρονται καὶ πορρωτάτω». (Επ..Ηρ.,
45)
4. «……ούτε
πρέπει πάλι να νομίζουμε ότι τα ουράνια σώματα, που δεν είναι παρά φωτιά
συσσωρευμένη σε μάζα, κατέχουν την μακαριότητα και ότι εκτελούν όλες αυτές τις
κινήσεις από δική τους ελεύθερη βούληση……Συνεπώς πρέπει να θεωρούμε ότι εξαιτίας
του αρχικού σχηματισμού της ύλης σε τέτοιες συσσωρεύσεις στη φάση της γέννησης
του κόσμου, προκαλείται και αυτός ο νόμος της περιοδικότητας στην κίνησή τους».
«……μήτε αὖ πῦρ ἅμα ὄντα συνεστραμμένον
τὴν μακαριότητα κεκτημένα κατὰ βούλησιν τὰς κινήσεις ταύτας λαμβάνειν·………Ὅθεν
δὴ κατὰ τὰς ἐξ ἀρχῆς ἐναπολήψεις τῶν συστροφῶν τούτων ἐν τῇ τοῦ κόσμου γενέσει
δεῖ δοξάζειν καὶ τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ περίοδον συντελεῖσθαι».
(Επ. Ηρ., 77)
Από
την Επιστολή προς Πυθοκλή:
5. «Είναι δε δυνατόν να κατανοήσουμε ότι υπάρχουν
απειράριθμοι κόσμοι τέτοιου είδους, και ότι ένας κόσμος αυτού του είδους
μπορεί να γεννηθεί είτε μέσα σε άλλο κόσμο είτε στο μετακόσμιο, όπως ονομάζουμε
το διάστημα ανάμεσα στους κόσμους, σε χώρο που περιέχει πολύ κενό, αλλά όχι σε
χώρο μεγάλο, καθαρό και κενό, όπως λένε μερικοί.
Η γέννηση
της κόσμου συμβαίνει όταν κάποια κατάλληλα σπέρματα ξεχύνονται από έναν κόσμο ή
μετακόσμιο, ή ακόμη από περισσότερους κόσμους, τα οποία λίγο - λίγο δημιουργούν
ενώσεις τα μεν με τα δε και διαρθρώσεις και μετατοπίσεις προς άλλο χώρο, εάν
τύχει, και δέχονται εμποτισμό από τα κατάλληλα άτομα, μέχρι να καταλήξουν σε
κατάσταση ολοκλήρωσης και σταθεροποίησης, η οποία διαρκεί για όσο χρόνο τα
θεμέλια, που έχουν τεθεί, είναι ικανά να τα δεχθούν».
«Ὅτι δὲ καὶ τοιοῦτοι κόσμοι εἰσὶν ἄπειροι τὸ πλῆθος ἔστι
καταλαβεῖν, καὶ ὅτι καὶ ὁ τοιοῦτος δύναται κόσμος γίνεσθαι καὶ ἐν κόσμῳ καὶ
< ἐν > μετακοσμίῳ ὃ λέγομεν μεταξὺ κόσμων διάστημα, ἐν πολυκένῳ τόπῳ καὶ
οὐκ ἐν μεγάλῳ εἰλικρινεῖ καὶ κενῷ, καθάπερ τινές φασιν, ἐπιτηδείων τινῶν σπερμάτων
ῥυέντων ἀφ' ἑνὸς κόσμου ἢ μετακοσμίου ἢ καὶ ἀπὸ πλειόνων κατὰ μικρὸν προσθέσεις
τε καὶ διαρθρώσεις καὶ μεταστάσεις ποιούντων ἐπ' ἄλλον τόπον, ἐὰν οὕτω τύχῃ, καὶ
ἐπαρδεύσεις ἐκ τῶν ἐχόντων ἐπιτηδείως ἕως τελειώσεως καὶ διαμονῆς ἐφ' ὅσον τὰ ὑποβληθέντα
θεμέλια τὴν προσδοχὴν δύναται ποιεῖσθαι».
(Επ. Π., 89)
6. «Ο ήλιος
και η σελήνη και τ’ άλλα άστρα δεν δημιουργήθηκαν ανεξάρτητα και στη συνέχεια
συμπεριλήφθηκαν στον κόσμο, αλλά από την αρχή σχηματίστηκαν και σιγά - σιγά
αυξήθηκαν σε μέγεθος με τις προσθέσεις και τις περιστροφές σωμάτων με λεπτότατα
μέρη, που η φύση τους είναι αέρας ή φωτιά ή και τα δύο, επειδή αυτά μας
παρουσιάζουν οι αισθήσεις».
«Ἥλιός τε καὶ σελήνη καὶ τὰ λοιπὰ ἄστρα
<οὐ> καθ' ἑαυτὰ γενόμενα ὕστερον ἐμπεριελαμβάνετο ὑπὸ τοῦ κόσμου, ἀλλ' εὐθὺς
διεπλάττετο καὶ αὔξησιν ἐλάμβανεν κατὰ προσκρίσεις καὶ δινήσεις λεπτομερῶν
τινων φύσεων, ἤτοι πνευματικῶν ἢ πυροειδῶν ἢ τὸ συναμφότερον· καὶ γὰρ ταῦτα οὕτως
ἡ αἴσθησις ὑποβάλλει».
(Επ. Π., 90)
7. «…… Και πρέπει να μην
αφήνουμε την θεϊκή φύση να εισέρχεται καθόλου σε τέτοιες εξηγήσεις, αλλά να την
αφήνουμε ανενόχλητη και στην πλήρη της μακαριότητα».
«….. καὶ ἡ θεία φύσις πρὸς ταῦτα
μηδαμῇ προσαγέσθω, ἀλλ' ἀλειτούργητος διατηρείσθω καὶ ἐν τῇ πάσῃ μακαριότητι». (Επ. Π., 97)
Ο Επίκουρος
είχε στοχαστεί πάνω σε 4 δυνατές περιπτώσεις για τον κόσμο:
1) απειρομεγέθες σύμπαν – άπειρος
αριθμός ατόμων
2) απειρομεγέθες σύμπαν – πεπερασμένος αριθμός ατόμων
3) πεπερασμένο σύμπαν – άπειρος
αριθμός ατόμων
4) πεπερασμένο σύμπαν –
πεπερασμένος αριθμός ατόμων
Από τις 4 αυτές δυνατότητες ο
Επίκουρος δέχεται την πρώτη, με το εξής σκεπτικό….
…… Αν το σύμπαν είναι απειρομεγέθες, θα
πρέπει και ο αριθμός των ατόμων να είναι άπειρος, επειδή, αν ο αριθμός των
ατόμων ήταν πεπερασμένος μέσα στο άπειρο σύμπαν, αυτά θα μπορούσαν, με μια
άπειρη αραίωση, να απέχουν άπειρες αποστάσεις μεταξύ τους, και τότε δεν θα
είχαμε συγκροτημένο σύμπαν με αλληλεπιδρώντα μέρη, αλλά επί μέρους απομονωμένα
άτομα. Άλλωστε, σ’ ένα σύμπαν πεπερασμένο με αριθμό ατόμων άπειρο, θα είχαμε
φαινόμενα γειτνίασης ατόμων, χωρίς κενό μεταξύ τους, κάτι που απαγορεύει κάθε
κίνηση.
Δεν υπάρχει,
λοιπόν, διακριτή στιγμή γένεσης του κόσμου. Η φύση, η οποία υπάρχει ανέκαθεν,
πειραματίζεται αενάως. Όλα τα όντα, από τα φυτά ως τον άνθρωπο, έχουν
δημιουργηθεί κατά τύχη, κατόπιν μακράς σειράς συνδυασμών και δοκιμών
συνενώσεων, επιτυχημένων ή εσφαλμένων.
Όλα
τροποποιούνται, εξελίσσονται, βελτιώνονται ή χειροτερεύουν, κατόπιν
μακρόσυρτων, σύνθετων και πολύπλοκων διαδικασιών ελέγχων,
που επιτελεί η φύση.
Ο Κικέρων, γι’ αυτές, τις περί των τυχαίων
συνδυασμών στη φύση, απόψεις των Επικουρείων λέγει ότι αυτό ισοδυναμεί με τον
ισχυρισμό πως με τυχαία ανάμειξη των γραμμάτων του αλφάβητου, θα μπορούσε, μετά
από άπειρου πλήθους δοκιμές, να γραφούν τα “Χρονικά” του Εννίου. (“Περί της
φύσεως των θεών”, 2, 37, 93)
Η παρέγκλιση – δημιουργός, ως είδαμε, δεν ενεργεί αντίθετα με την κατεύθυνση της φύσης, ούτε πραγματικά αντιβαίνει, ή παρεμποδίζει τους νόμους της. Και η “τάξη του σύμπαντος” δεν διασαλεύεται από την αποδοχή της τυχαιότητας στη φυσιολογία.
Λουκρήτιου DRN (V) Κοσμογονία & Εξέλιξη των ειδών
Η αντίληψη
ότι: «Τα πάντα ρει»,
όπως επιγραμματικά εκφράστηκε από τον Ηράκλειτο, ήταν διαδεδομένη. Δεν έλειπαν εντούτοις
κι’ αυτοί που, όπως ο Παρμενίδης (Ελεατική σχολή), πίστευαν ότι κάθε αλλαγή,
εξέλιξη ή φθορά είναι φαινομενική, ούτε λίγο - ούτε πολύ, δεν είναι παρά μια
ψευδαίσθηση.
Τα ζητήματα της χωρίς θεό-δημιουργό
κοσμογονίας, της εξέλιξης των ειδών και της φυσικής επιλογής, ήταν απόψεις
πρωτοποριακές, για ‘κείνη την εποχή. Ειδικά, για την εξέλιξη των όντων, έννοια
αυτονόητη στην εποχή μας, ας αναλογιστούμε πόσα εκατομμύρια άνθρωποι στον
πλανήτη -ακόμα σήμερα- είναι προσκολλημένοι στο θρησκευτικό δόγμα της
σταθερότητας των ειδών…… Ας θυμηθούμε
και την περίφημη «Δίκη των πιθήκων»,
μια δίκη του «Δαρβινισμού» και των οπαδών του, το έτος 1925, στην Πολιτεία
Τενεσί των ΗΠΑ.
Από τα αποσπάσματα των επιστολών του
Επίκουρου που παραθέσαμε, καθαρά διατυπώνεται η Επικούρεια άποψη. Δεν
διασώθηκαν από τον ίδιο τον Επίκουρο περισσότερα όπως ξέρουμε, όμως το έργο του
Λουκρήτιου κάλυψε τα κενά και διευκρίνισε όλα τα σημεία της Επικούρειας
φυσιογνωσίας.
Στο βιβλίο V του De Rerum Natura -κυρίως- περιγράφονται τα
κοσμογονικά γεγονότα, οι αλλαγές και εξελίξεις των όντων και εξιστορούνται οι διαδοχικές
μεταβολές προς μια καλύτερη και συνθετότερη ζωή του γένους των ανθρώπων, δηλ. η
πορεία του ανθρώπινου γένους προς τον πολιτισμό. Από τον καταιγιστικό ποιητικό
χείμαρρο του Λουκρήτιου στο βιβλίο αυτό (V-1.457 στίχοι), “πανόραμα” της
πορείας προόδου της ανθρωπότητας (υλικής και πνευματικής)» ξεχώρισα μέσα από μέγα
πλήθος χαρακτηριστικά αποσπάσματα, που κατέταξα στα πιο κάτω 10 στάδια……
1ο) Στίχοι: 1 - 782: Στο ξεκίνημα: «Το βέβαιο
είναι πως τα άτομα δεν έχουν πάρει τις θέσεις που κατέχουν σύμφωνα με κάποιο
σχέδιο και κάποιο σοφό νου. Κι’ ούτε συμφωνήθηκαν αναμεταξύ τους τι
κινήσεις θα κάνει το καθένα». (Στ.
418-421)
Η Κοσμογονία! ……«Στην αρχή δεν ξεχώριζε ακόμα ο δίσκος του ήλιου να
πετά στα ύψη σκορπώντας άπλετο φως, μήτε αστέρια στο μέγα στερέωμα, μήτε
θάλασσα, μήτε ουρανός και γη και αέρας – τίποτα που να μοιάζει με το δικό μας
κόσμο. Δεν υπήρχε παρά μια καινοφανής καταιγίδα, μια μάζα από αρχικά στοιχεία
κάθε λογής που βρίσκονταν σε σύγκρουση κι οι διαδρομές κι οι αποστάσεις τους,
οι συνδέσεις, οι κινήσεις κι οι συνενώσεις τους, τα βάρη, οι προσκρούσεις,
βρίσκονταν σε ταραχή από τον μεταξύ τους πόλεμο, εξ αιτίας της ανομοιότητας και
ποικιλομορφίας τους, κι έτσι δεν μπορούσαν να σχηματίσουν ανθεκτικές ενώσεις
και να επιτύχουν μεταξύ τους κατάλληλες κινήσεις.
Κατόπιν διαχωρίστηκαν από την μάζα αυτή
διάφορα μέρη, κι άρχισαν να συνταιριάζουν τα όμοια με τα όμοια και να
ξεχωρίζουν τον κόσμο, να διαμοιράζουν τα κύρια μέλη του και να βάζουν σε τάξη –
ξέχωρα δηλαδή τη γη απ’ τον ουράνιο θόλο, ξεχωριστά και τα νερά της θάλασσας,
ξέχωρες και τις φωνές του αέρα». (Στ. 432-448)
«Ύστερα
ακολούθησε η γέννηση του ήλιου και της σελήνης, που οι σφαίρες τους
περιστρέφονται στον αέρα, ανάμεσα στη γη και τον αιθέρα». (Στ. 471-473)
Ακολουθεί η δημιουργία των άστρων που κινούνται μέσα «στην τεράστια περιστρεφόμενη σφαίρα τα’ ουρανού» -και- «η γη καταμεσής του κόσμου» (Στ.
509-535)
2ο) Στ. 783- 836: Οι απαρχές της ζωής: Τα πρώτα βοτάνια, χλόη
κλπ. κι’ ύστερα πλήθος τα είδη θνητών πλασμάτων. Η Μάνα Γη. Αλλαγή- Εξέλιξη- Μεταμόρφωση.
«Γιατί
με το πέρασμα του χρόνου αλλάζει η φύση ολάκερου του κόσμου, όλα
αναγκαστικά περνούν από τη μια κατάσταση στην άλλη και τίποτα δεν μένει
απαράλλαχτο. Όλα εξελίσσονται, όλα τ’ αλλάζει η φύση και τ’ αναγκάζει να
μεταμορφώνονται. Τη στιγμή που ένα πράγμα σαπίζει με τον καιρό και
καταρρέει, κάποιο άλλο βγαίνει απ’ την αφάνεια κι αναπτύσσεται στη θέση του. Έτσι λοιπόν ο χρόνος αλλάζει τη φύση του
κόσμου ολάκερου και η γη περνά από το ένα στάδιο στο άλλο, με αποτέλεσμα να μην
μπορεί πια να παράγει ό,τι μπορούσε πριν, αλλά εκείνα που μέχρι τότε αδυνατούσε
να παράγει».
3ο) Στ. 837- 924 : Φυσική
επιλογή δια πειραματισμών της φύσης, προϋποθέσεις για την διαιώνιση
των ειδών. «Γιατί το βλέπουμε πως χρειάζεται να συντρέξουν πολλά
πράγματα για να μπορέσει ένα είδος να διαιωνισθεί». (Στ. 848-850)
Εξαφάνιση ειδών. Αγώνας επιβίωσης.
«Γιατί όποια πλάσματα βλέπεις τώρα ν’ ανασαίνουν τις
ζωογόνες αύρες του αέρα, μόνα τους εξασφάλισαν την επιβίωση τους, από την αρχή
ακόμα, θες με τη πονηριά, θες με τη γενναιότητα ή και με τη σβελτάδα τους».
Δίδονται παραδείγματα. Αναφέρονται μυθικά όντα που δεν υπήρξαν
(Κένταυροι, σκύλλες, χίμαιρες). Η φύση απορρίπτει τις νόθες-μπασταρδεμένες
διασταυρώσεις.
4ο) Στ. 925- 1090: Οι πρώτοι άνθρωποι.
Η μακρόχρονη εξέλιξη των πρωτόγονων ανθρώπων.
«Τροχιές αμέτρητες διέγραφε στον ουρανό ο ήλιος, κι
εκείνοι περνούσαν τη ζωή τους περιπλανώμενοι σαν τα’ αγρίμια» (Στ. 930-932)…. «Κι ούτε τη χρήση της φωτιάς δεν γνώριζαν ακόμη, ούτε να ντύνουν το
κορμί τους με τομάρια ζώων. Ζούσαν σε
δάση, σε σπήλαια των βουνών και σε λόγγους».
Το ‘ημέρεμα’ του ανθρώπινου γένους, η δημιουργία οικογένειας θεσμών και
κοινωνιών.
«Τότε άρχισαν οι γείτονες να ενώνονται με φιλικούς
δεσμούς, γιατί δεν ήθελαν μήτε να βλάπτονται μήτε να βλάπτουν…….. και το έλεος
για τους αδύναμους ήταν δίκαιο για όλους».
Η δημιουργία της γλώσσας ως φυσική αναγκαιότητα, η δημιουργία φθόγγων κλπ.
«Η φύση ανάγκασε τους ανθρώπους να προφέρουν τους
διάφορους φθόγγους της γλώσσας και η ανάγκη και χρησιμότητα των πραγμάτων έκανε
να σχηματιστούν τα ονόματα τους…. Το ανθρώπινο γένος σημάδεψε τα πράγματα με
λέξεις ανάλογα με την αίσθηση που προκαλούσαν».
Στη Βίβλο, ο Αδάμ, και προ της δημιουργίας της Εύας, έδωσε
ονόματα σε όλα τα όντα! «….. καὶ ἐκάλεσεν
Ἀδὰμ ὀνόματα πᾶσι τοῖς κτήνεσι καὶ πᾶσι τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ πᾶσι τοῖς
θηρίοις τοῦ ἀγροῦ· (Γένεσις. 2,20)
5ο) Στ. 1091- 1116: Ο πολιτισμός: «Ο κεραυνός ήταν αυτός που κατέβασε πρώτος τη φωτιά στη
γη για τους θνητούς»
(Κανένας
Προμηθέας, από κανένα εργαστήρι του Ηφαίστου!)
Η
φωτιά αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων ‘μέρα με τη
μέρα’. Όσοι ξεχωρίζουν στη εξυπνάδα τραβούν
το κάρο της προόδου και για τους άλλους. Εγκαθίδρυση και επιβολή βασιλικών δυναστειών. …. Η σταδιακή επέκταση
οικισμών το κτίσιμο πόλεων και φρουρίων. Ομορφιά-δύναμη-εξυπνάδα, αργότερα και
ο πλούτος κάνει κάποιους ανθρώπους να διακρίνονται.
6ο) Στ. 1117- 1160: Η αξία του «ορθού λόγου». «Πραγματικός πλούτος είναι το να ζούμε με λίγα και με
ατάραχο το νου».
Οι ματαιόδοξες επιδιώξεις των ανθρώπων και οι κίνδυνοι που
δημιουργούνται εξ αυτών. Η δημιουργία
κυβερνήσεων και η θέσπιση δίκαιων νόμων στις κοινωνίες του ανθρώπινου γένους,
μετά από εποχή έχθρας και βίας/βαρβαρότητας. «Βρέθηκαν
κάποιοι που δίδαξαν να οριστούν εξουσίες και θεμελίωσαν κανόνες, για να θέλουν
οι άνθρωποι να ζουν με το νόμο».
7ο) Στ. 1161- 1240:
Οι αιτίες της διάδοσης των θρησκειών στις κοινωνίες. Η άγνοια και ο
τρόμος των ανθρώπων. Η εξιδανίκευση των θεών. «Κι
έπειτα, παρατηρούσαν τα ουράνια σώματα να περιφέρονται με τάξη, και τις εποχές
του έτους να κυλούν περιοδικά, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τις αιτίες που
τα προκαλούσαν όλα ετούτα. Και βρήκαν καταφύγιο στο να τα αποδίδουν στους θεούς
και να φαντάζονται πως όλα γίνονται με την θέληση εκείνων».
Στ.
1194-1197: «Ω, κακόμοιρο γένος των ανθρώπων!.....
πόσα δάκρυα στους απογόνους μας!» …….. «Ευσέβεια είναι να μπορείς
τα πάντα ν’ αντικρίζεις με λογισμό…. «Η άγνοια των αιτίων βασανίζει το μυαλό».
8ο) Στ. 1241- 1360: Διάφορες εφευρέσεις. Η ανακάλυψη των μετάλλων. Πως οι άνθρωποι από
τη φωτιά ανακάλυψαν και - με την πάροδο του χρόνου - μορφοποίησαν όλα τα
μέταλλα, και έτσι, σιγά-σιγά, τα χρησιμοποίησαν στη αγροτική ζωή και στον πόλεμο,
ενώ τα πρωτόγονα εργαλεία εγκαταλείφθηκαν. Τα ζώα τιθασεύονται και
χρησιμοποιούνται σε πολεμικές συρράξεις.
Οι άνθρωποι φτιάχνουν ρούχα, πρώτα πλεκτά και μετά υφαντά.
Κατασκευάζουν-τελειοποιούν αργαλειούς και άλλα εργαλεία.
9ο) Στ. 1361- 1407: Οι άνθρωποι
παρατηρούν τη φύση, μαθαίνουν να καλλιεργούν τη γη. Βελτιώνουν-μπολιάζουν τα
δέντρα. Βρίσκουν καινούργιους τρόπους να αυξάνουν τη παραγωγή τους.
«Και συνέχισαν κατόπι να
δοκιμάζουν καινούργιους τρόπους να καλλιεργούν τα χωραφάκια τους, κι’ είδαν
πως με την περιποίηση και την τρυφερή φροντίδα, ημέρευε η γη τους άγριους
καρπούς της.
Μέρα με
τη μέρα ανάγκαζαν τα δάση να υποχωρούν όλο και πιο ψηλά στα βουνά, αφήνοντας
στα χαμηλά τόπο για τις καλλιέργειες, για να ‘χουν λιβάδια, λίμνες, ποταμούς,
σοδειές και χαρούμενα αμπέλια σε κάμπους και ραχούλες, κι ανάμεσά τους
λιόδεντρα γκριζοπράσινα να τρέχουν σε λαγκαδιές και λόφους και πεδιάδες.
Και τότε
όπως και σήμερα μπορούσες να δεις τη μαγευτική ποικιλία τοπίων που οι άνθρωποι
κόσμησαν με γλυκά οπωροφόρα δέντρα και τα περιτριγύρισαν με εύφορους
μπαξέδες».
Οι άνθρωποι από τους ήχους της φύσης και…. «το
κελαρυστό κελάηδημα των πουλιών»….. μαθαίνουν
τη μουσική, ομορφαίνουν τη ζωή τους……..
«Συχνά σε συντροφιές, ξαπλωμένοι στο μαλακό χορτάρι
πλάι σ’ ένα ρυάκι κάτω από τα κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου, ευφραίνονταν με
ελάχιστα μέσα, προπάντων όταν τους χαμογελούσε ο καιρός κι η εποχή κεντούσε την
πράσινη χλόη με λουλούδια. Το
‘ριχναν τότε σε παιγνίδια και σε κουβέντες και γέλια φιλικά, γιατί τότε είχε
τις δόξες της η μούσα της υπαίθρου κι’ όλο χαρά και κέφι στεφάνωναν τα κεφάλια
και του ώμους με άνθη και με φύλλα, και παρακινούνταν σ’ αδέξιους χορούς δίχως
ρυθμό, βροντοχτυπώντας άτσαλα τη μάνα γη με τα βαριά τους πόδια.
Κι’
αυτό τους έδινε αφορμή για χαμόγελα και
γέλια ασυγκράτητα – γιατί καινούργια ήταν όλα τότε και τους φαίνονταν
θαυμαστά…..».
10ο) Στ. 1408- 1456: Η
ανθρωπότητα προχωρά από το καλό στο καλλίτερο. «……
ως τη στιγμή θα βρεθεί κάτι ακόμη καλύτερο, που αμέσως κάνει το παλιό να χάνει
την αξία του κι ό,τι νιώθαμε γι’ αυτό αλλάζει».
Όμως, μάταιες επιδιώξεις,
τυραννούν με έγνοιες τη ζωή των ανθρώπων και τους ταλαιπωρούν με πολέμους…..
«Έτσι, το
ανθρώπινο γένος μοχθεί πάντα μάταια και άσκοπα, ξοδεύει τα χρήματα του σε
ανώφελες έγνοιες. Γιατί οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν πως η ιδιοκτησία έχει το
όριο της κι’ η απόλαυση της φθάνει μέχρις ενός σημείου»…..
«Μα οι άγρυπνοι φύλακες ο ήλιος
κι η σελήνη, που ταξιδεύοντας στον αχανή περιστρεφόμενο θόλο λούζουν με φως τον
κόσμο, δίδαξαν τους ανθρώπους πως κάνουν κύκλο οι εποχές του χρόνου»……. «Τα
πάντα υπακούουν σε νόμους και γίνονται με τάξη καθορισμένη».
Και τελειώνοντας το βιβλίο V ο Λουκρήτιος….
«Όλα χωρίς εξαίρεση τα δίδαξε βήμα-βήμα η εμπειρία και η
άσκηση του μυαλού των ανθρώπων.
Έτσι, σιγά-σιγά, ο χρόνος αναδεικνύει το κάθε τι κι’ ακόλουθα ο λογισμός
το ανυψώνει στο φως. Γιατί οι άνθρωποι βλέπανε τα πράγματα το ένα μετά το άλλο
να φωτίζονται στη σκέψη τους, ώσπου να φτάσουν οι τέχνες τους στην κορυφή
της τελειότητας»!
Οι διαφορετικές και απειράριθμες
συνθέσεις δεν παραμένουν, ως ήσαν όταν δημιουργήθηκαν παλιά, ίδιες αμετάβλητες
ως σήμερα. Από τα αρχικά σπέρματα, χρειάστηκαν φυσικές διαδικασίες αιώνων και
σκληροί αγώνες για επιβίωση και ανάδειξη προκειμένου να φθάσουμε στη σημερινή
κατάσταση. Όλα τα όντα, υφίστανται πολλές, ποικίλες και μακροχρόνιες
διεργασίες, μεταβολές, διακλαδώσεις και μεταλλάξεις, μέσα από τις οποίες τα πιο
δυνατά, τα πιο έξυπνα και προσαρμοστικά, επιβιώνουν και συνεχίζουν. Όλα αυτά
απαιτούν το χρόνο τους…...
Τα
πάντα εξακριβώνονται με την επισταμένη παρατήρηση της φύσης, η οποία, ασφαλώς, γίνεται με τις αισθήσεις.
«Η
έννοια της αλήθειας γεννήθηκε μέσα από τις αισθήσεις, και οι αισθήσεις δε
γίνεται να βγουν ψεύτικες».
(ΙΙΙ, 478-479)
«Ποιό
άλλο κριτήριο μπορούμε να επικαλεστούμε; Ποιόν άλλο οδηγό ασφαλέστερο από τις
αισθήσεις μας έχουμε για τη γνώση και του ψευδούς και του αληθούς;». (Ι, 699-701)
«Βλέπουμε
βέβαια κι άλλα πολλά παράξενα, που θαρρείς και ζητούν να κλονίσουν την πίστη
μας στις αισθήσεις. Μάταια όμως, γιατί το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτά μας εξαπατά
εξαιτίας των κρίσεων, που ο ίδιος ο νους μας προσθέτει στα δεδομένα, και
νομίζουμε πως είδαμε πράγματα, που δεν τα είδαν οι αισθήσεις μας». (ΙΙΙ, 462-466)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο
9.1) Αριστοτέλης: Αρετή και θεωρητικός βίος
“Αυτάρκης η αρετή προς ευδαιμονίαν.
Αρκεί
από μόνη της η “αρετή” για να
εξασφαλίσει την “ευδαιμονία”.
Ο Αριστοτέλης, για την «Αρετή», δέχεται τον Πλατωνικό
ορισμό ότι αυτή συνίσταται στο να επιτελεί καθένας το έργο για το οποίον
είναι κατάλληλος («τα οικεία πράττειν»).
Αγαθός
άνθρωπος, χαρακτηρίζεται αυτός που καταφέρνει καλά ν’ ανταποκρίνεται στα έργα
του.
Πίστευε, επίσης, όπως και πολλοί άλλοι, ότι η
αρετή αποκτάται κατόπιν μόχθου και με έργα, ενώ η άσκηση της αρετής είναι
αυτό που, αληθινά, καθιστά τον άνθρωπο ευτυχή.
Τέσσερις λογίζονται κύριες
αρετές:
Η Σοφία, η Ανδρεία, η Σωφροσύνη, και η Δικαιοσύνη.
Δεν αποφεύγονται αλληλο-καλύψεις. Δικαιοσύνη και Σοφία έτειναν να ταυτιστούν με
την Αρετή στην ολότητα της, πάντως μία γενικά αναγνωριζόταν σαν
υπέρτατη, στην οποίαν ανάγονται οι υπόλοιπες, χωρίς αυτή να ανάγεται σε άλλη.
Ο Αριστοτέλης ανασκευάζει τη Πλατωνική
δοξασία ότι για όλα τα όντα ένα είναι το αγαθόν:
«Έτι, επεί ταγαθόν ισαχώς λέγεται τω
όντι, δήλον ως ουκ αν είη κοινόν τι καθόλου και εν».
Έτσι, η ηθική προκύπτει ατομικιστική,
αφορά τον καθένα χωριστά. Όμως, η διδαχή της αρετής, ενδιαφέρει όλη την
κοινωνία, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, όπερ συνάδει και με τη
γενικότερη περί πολιτείας Αριστοτελική άποψη.
Την “Ηθική” ο Αριστοτέλης
διερευνά με κατεύθυνση προς την σπουδή του ήθους, δηλ. του
ανθρώπινου χαρακτήρα. Ουσιαστικά, οι περί της Ηθικής διατριβές του
Σταγειρίτη είναι Ηθογραφικές πραγματείες. Την “Ηθική” εξετάζει όχι σαν ξεχωριστό τομέα, αλλά σαν
μέρος της Πολιτικής, η Πολιτική, είναι αυτή που
αναγορεύεται ανώτατη από τις πρακτικές επιστήμες.
Πρακτικές επιστήμες,
είδαμε
είναι όσες αποσκοπούν στη γνώση -όχι σαν γνώση- αλλά ως γνώμονας
συμπεριφοράς. (Βλ. κεφ. 1, Διαχωρισμός των
επιστημών σε Θεωρητικές – Πρακτικές – Ποιητικές).
Τα ζητήματα
που αφορούν την αρετή, μέσα στο πιο
πάνω πλαίσιο της ηθικής ως ηθογραφίας,
ο Αριστοτέλης ερευνά με ρεαλισμό. Τα επί μέρους αυτής της
γενικότατης έννοιας (της “αρετής”) μελετά μεθοδικά, αναφέροντας και
παραδείγματα, χωρίς παρά ταύτα να λείπουν ασάφειες και αμφιγνωμίες, αφού και το όλο θέμα είναι
μεγάλο και πολυπαραγοντικό.
Τις περί της ηθικής και αρετής έρευνες
του προτείνει σαν οδηγό ζωής. Την απόκτηση της αρετής, υπ’ όψιν, ο Σταγειρίτης,
την βλέπει από τη σκοπιά της χρησιμότητας της για να χαιρόμαστε, να αγαπάμε και
να μισούμε σωστά!
«Την δ’ αρετήν περί το χαίρειν ορθώς και φιλείν και
μισείν…». (“Πολιτικά” VIII, 1240 a 15)
Οι σκοποί του ατόμου
συμπεριλαμβάνονται στους σκοπούς της πολιτείας, όπως το μερικό εμπεριέχεται στο
γενικό, και όλες οι ηθικές αρετές συνιστούν
μια αδιάσπαστη ενότητα, η μία προϋποθέτει την άλλη, και όλες μαζί την φρόνηση
(και αντίστροφα).
Οι ηθικές αρετές δεν μπορεί να υπάρξουν
ανεξάρτητα η μία από την άλλη, ενώ αντίθετα οι φυσικές αρετές μπορεί να
υπάρξουν μεμονωμένα. Ωστόσο……
…… Όλες οι ηθικές αρετές προσβλέπουν σ’ ένα μοναδικό είδος ευδαιμονίας,
αγνής άυλης, επουράνιας, αυτή που συνιστά ο “θεωρητικός
βίος”, το αποκορύφωμα των αρετών και της ευδαιμονίας……
Συνεκτιμώντας θεωρητικές και ρεαλιστικές
απόψεις, βλέπει την αρετή να
αποτελεί την πηγή από την οποίαν ξεκινά η αγαθή δραστηριότητα. Η ηδονή
είναι το φυσικό της επακολούθημα, και ο πλούτος η συνήθης
προϋπόθεση.
Η αρετή αφορά πράξεις και συναισθήματα (πάθη), που συνοδεύονται πάντα από ηδονή ή λύπη, τάσεις-ροπές που έχουμε μέσα μας εκ γενετής και οι οποίες δεν πρέπει να καταπνίγονται, αλλά να διαπλάθονται και να μάθουμε να βιώνουμε με τον σωστό τρόπο και στον πρέποντα χρόνο.
Η αρετή, λέγει ο
Σταγειρίτης, πρέπει να είναι ένα από τα εξής τρία γένη:
Πάθος (συναίσθημα), ή, δύναμις (ικανότητα),
ή, έξις (ψυχική διάθεση).
«Ύστερα
από όλα αυτά καιρός να εξετάσουμε τί είναι η αρετή. Δεδομένου ότι τα
συμβαίνοντα στην ψυχή μας είναι τρία: Πάθη,
Δυνάμεις, Έξεις, η αρετή δεν μπορεί παρά να είναι ένα από αυτά….».
«Μετὰ
δὲ ταῦτα τί ἐστιν ἡ ἀρετὴ σκεπτέον. ἐπεὶ οὖν τὰ ἐν τῇ ψυχῇ γινόμενα τρία ἐστί, πάθη
δυνάμεις ἕξεις, τούτων ἄν τι εἴη ἡ ἀρετή….».
(“Ηθικά
Νικομάχεια” B΄, 1105 b 21-23)
Όμως, αποκλείοντας τα δύο πρώτα
ενδεχόμενα (το Πάθος και τη Δύναμη), κυρίως διότι δεν ενέχουν
επιλογές, αναγκαστικά προκρίνει την Έξι.
«…..εἰ οὖν μήτε πάθη εἰσὶν
αἱ ἀρεταὶ μήτε δυνάμεις, λείπεται ἕξεις αὐτὰς εἶναι….»
(“Ηθ. Νικ.”
Β’ 1106 a 12-14)
Ορίζει, λοιπόν, την ηθική αρετή (Παρακάτω, θα δούμε κι
ένα ακόμα είδος αρετής, τη διανοητική) ως έξι προαιρετική,
δηλ. ελευθέρως (οικειοθελώς) εκδηλουμένη ψυχική
διάθεση-βούληση.
Η έξη αναπτύσσεται με την
κατάλληλη άσκηση αυτής της ικανότητας (διάθεσης της ψυχής).
«Και η του ανθρώπου αρετή μπορεί να
ορισθεί ως η έξη (ψυχική διάθεση – βούληση), απ’ όπου ο άνθρωπος αρχίζει να γίνεται καλός και το έργο του
αποδοτικό ….».
«….. καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀρετὴ εἴη ἂν ἡ ἕξις ἀφ᾽ ἧς ἀγαθὸς ἄνθρωπος γίνεται καὶ ἀφ᾽ ἧς εὖ τὸ ἑαυτοῦ
ἔργον ἀποδώσει….».
(“Ηθικά
Νικομάχεια” Β΄, 1106 a 25-27)
Η ηθική αρετή συνίσταται σε μια ορθή
μεσότητα, καθορισμένη “λόγωι”,
δηλ. από έναν κανόνα με τον οποίον την συγκεκριμενοποιεί (καθορίζει) κάθε (εχέφρων) άνθρωπος……
«Η ηθική αρετή είναι
μεσότητα ανάμεσα σε δύο κακίες, μια από την πλευρά της υπερβολής και μια
από την πλευρά της έλλειψης, και είναι μεσότητα γιατί έχει για στόχο της
το μέσον και στα πάθη και στις πράξεις».
«Ὅτι μὲν οὖν ἐστὶν ἡ ἀρετὴ ἡ ἠθικὴ
μεσότης, καὶ πῶς, καὶ ὅτι μεσότης δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν
τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν, καὶ ὅτι τοιαύτη ἐστὶ διὰ τὸ στοχαστικὴ τοῦ μέσου εἶναι
τοῦ ἐν τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσιν, ἱκανῶς εἴρηται». (“Ηθικά Νικομάχεια” Γ΄, 1109 a 22-26)
Η περί της “μεσότητος”
Αριστοτελική θεωρία, περιγράφεται λεπτομερώς για όλες τις αρετές, αιτιολογείται διότι η μία ακρότητα συνιστά μεγαλύτερο λάθος από την
άλλη…….
«……..των γαρ άκρων το μεν εστί
αμαρτωλότερον, το δ’ ήττον….»
(“Ηθικά Νικομάχεια”
Γ΄, 1109 a 38-39)
Ο Αριστοτέλης επεκτείνει την έννοια της “μεσότητας”
στο ηθικό πεδίο της φιλοσοφίας του στα συναισθήματα και τη δικαιοσύνη,
εντάσσοντας την στην γενικότερη θεωρία του για την αρετή, ως
συναίσθημα και πράξη. Έτσι, περιγράφει λεπτομερειακά
πλήθος ηθικών αρετών (βουλητικών συναισθημάτων) και
προβάλλει την ακραία μεγάλη δυσχέρεια να επιτευχθεί η μεσότητα…..
«……επεί ουν του μέσου τυχείν άκρως χαλεπόν….» (“Ηθικά
Νικομάχεια” Γ΄, 1109 a 39)
Δίδει και ονομαστικό πίνακα με 12 περιπτώσεις (ηθικών
αρετών/συναισθημάτων), και ερευνά την κάθε μία απ’ αυτές σε συνάρτηση με τη
δράση της στη πράξη και κάτω από ορισμένες καταστάσεις, γράφοντας την υπερβολή
και την έλλειψη της…..
«…..
Η μέση ἕξις (μεσότης) είναι ως προς όλα επαινετή και θα πρέπει να αποφεύγουμε
άλλοτε την υπερβολή και άλλοτε την έλλειψη. Έτσι, θα επιτύχουμε ευκολότατα την
ορθή μεσότητα και το αγαθό»……
«……
τὸ μὲν ἄρα τοσοῦτο δηλοῖ ὅτι ἡ μέση ἕξις ἐν πᾶσιν ἐπαινετή, ἀποκλίνειν δὲ
δεῖ ὁτὲ μὲν ἐπὶ τὴν ὑπερβολὴν ὁτὲ δ᾽ ἐπὶ τὴν ἔλλειψιν· οὕτω γὰρ ῥᾷστα τοῦ μέσου
καὶ τοῦ εὖ τευξόμεθα».
(“Ηθικά Νικομάχεια” Γ΄, 1109 b 27-30)
Σημείωση 15η
Η
έννοια της “μεσότητος”, και οι συναφείς έννοιες της αναλογικότητας
– αναλογίας, είναι καθοριστικές, για το θεωρητικό μέρος της
μουσικής, της γεωμετρίας, της αστρονομίας, της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής,
εν γένει της φιλοσοφίας Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Έχουν καταγραφεί, ήδη από εποχής Πυθαγορείων, τριών ειδών αναλογίες:
Η αριθμητική,
η γεωμετρική και η αρμονική.
Αφορούν τα Μαθηματικά, όπου “αναλογία” ονομάζεται η ισότητα δύο λόγων, “λόγος” λέγεται το πηλίκο δύο αριθμών.
Η
έννοια της “αναλογίας” στα γεωμετρικά μεγέθη εισήχθη στη χώρα μας από
τον πρώτο Έλληνα φιλόσοφο, Θαλή τον Μιλήσιο (625–545), που φέρεται να
είχε επισκεφθεί την Αίγυπτο. Στο Θαλή αποδίδονται πολλές γεωμετρικές προτάσεις,
όπως το σημαντικό θεώρημα της τομής, που αφορά τις αναλογίες των ευθυγράμμων
τμημάτων, τα οποία δημιουργούνται όταν δύο τεμνόμενες μεταξύ τους ευθείες
τέμνονται και από ένα ζεύγος παραλλήλων ευθειών.
….. Οι έννοιες “μέσος/μεσότης”, αναλογία,
αρμονία, συμμετρία κ.ά. αναπτύχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν (στη γεωμετρία, τον
αποκρυφισμό - θεοσοφία) από την σχολή
του Πυθαγόρα, της οποίας motto:
«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὴν Συμμετρίαν καὶ
Συμμετρία ἦν ὁ Λόγος»
Η
Αριθμητική αναλογία (Αναλογία
κατά ποσότητα)
Αν μεταξύ τριών δοθέντων αριθμών
α>β>γ ισχύει η ισότητα των διαφορών: α – β = β - γ, λέμε ότι έχουμε μια αριθμητική αναλογία. Απ’
αυτή τη σχέση προκύπτει: β = (α + γ)
/ 2, ο δε (μεσαίος) αριθμός β ονομάζεται αριθμητικός μέσος των (δύο
ακραίων) αριθμών α και γ.
Η Γεωμετρική αναλογία (Αναλογία κατά ποιότητα)
Αν μεταξύ τριών δοθέντων αριθμών
α>β>γ ισχύει η ισότητα των λόγων: α/β = β/γ λέμε ότι έχουμε μια γεωμετρική αναλογία. Απ’ αυτή τη
σχέση προκύπτει: β = τετραγωνική ρίζα του (α) x
(γ), ο δε (μεσαίος) αριθμός β ονομάζεται
γεωμετρικός μέσος των (δύο ακραίων) αριθμών α και γ.
Η Αρμονική αναλογία
Αν μεταξύ τριών δοθέντων αριθμών
α>β>γ, ο μέγιστος προς τον ελάχιστο (α/γ) έχει λόγο ίσο με τον λόγο της
διαφοράς του μέγιστου από τον μέσο (α-β), προς την διαφορά του μέσου από τον
ελάχιστο (β-γ), δηλ. αν: α/γ = (α-β)
/ (β-γ), λέμε ότι έχουμε μια
αρμονική αναλογία.
Η
Χρυσή τομή (λέγεται και χρυσή, ή θεϊκή αναλογία)
Δύο ποσότητες (α και β) λέμε ότι έχουν
την Χρυσή τομή αν ο λόγος του αθροίσματος τους προς τη μεγαλύτερη
ποσότητα (α) είναι ίσος με το λόγο της μεγαλύτερης ποσότητας προς τη μικρότερη.
Δηλ. αν: (α + β) / α =
α/β => φ. Απ’ αυτήν την σχέση
προκύπτει: φ = 1,6180339887…..
Η
χρυσή τομή παριστάνεται με τον ελληνικό γράμμα φ.
Εκτός από την παρουσία της στα μαθηματικά, χρησιμοποιείται και στη τέχνη
σαν το απόλυτο κριτήριο ομορφιάς και
αρμονίας. Εμφανίζεται και στη φύση. Τα
μαθηματικά της χρυσής αναλογίας και της ακολουθίας Fibonacci είναι συνδεμένα
μεταξύ τους. Η ακολουθία Fibonacci είναι: 0, 1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21, 34,
κ.ο.κ.
Ο Αριστοτέλης,
πέραν της ηθικής αρετής (όπως πιο πάνω είδαμε), διερευνά και ένα άλλο, δεύτερο,
είδος αρετής την διανοητική……
«Δύο είναι, λοιπόν, τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική».
Η διανοητική αρετή οφείλει και την γένεση
και την ανάπτυξή της κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία, γι’ αυτό χρειάζεται πείρα
και χρόνο, ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους.
Ήθος είναι ο χαρακτήρας, η
συμπεριφορά, το φέρσιμο.
Έθος σημαίνει συνήθεια, γι’
αυτό και το όνομα της κατά μικρόν παρεκκλίνει από τη λέξη έθος.
Ως εκ τούτου -φανερό- ότι καμιά
ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως, διότι, κανένα πράγμα απ’ αυτά
που υπάρχουν εκ φύσεως, δεν μπορεί, διαφορετικά, να γίνει συνήθεια».
“……Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς
οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν,
διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου, ἡ δ᾽ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν
καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους. ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία
τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται·οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται,….”
(“Ηθικά Νικομάχεια” B΄, 1103 a 14-21)
Επιβάλλεται να εξετάζουμε τον χαρακτήρα όλων
των αρετών, ηθικών και διανοητικών,
οι οποίες συνιστούν την ενότητα της ανθρώπινης αρετής, και ν’ αναζητούμε
την προσφορότερη αναμεταξύ των δύο αυτών ομάδων, αν θέλουμε να γνωρίσουμε την ευδαιμονία.
Από την ανάλυση της ενέργειας στην
πράξη, ο Αριστοτέλης διαπιστώνει ότι αυτή, δηλ. η όλη αρετή,
ηθική και διανοητική, δρα κατόπιν επιθυμίας (όρεξης) και
νόησης….
Η άσκηση (δράση) της αρετής, λοιπόν, οφείλεται και καθοδηγείται από δύο παράγοντες, ως ελεύθερες επιλογές: Την προαίρεση (διάθεση κι’ επιθυμία), και τη φρόνηση.
Ως προς τις επιθυμίες, άλλες
είναι ανθρώπινες και φυσικές, ως προς το
είδος και τον βαθμό, άλλες είναι ζωώδους
φύσεως, και άλλες απότοκοι αναπηριών ή νόσων.
(“Ηθικά
Νικομάχεια” Η΄, 1149 b 31-34)
Ως προς τη νόηση, όπως γράψαμε παραπάνω, επιτελείται σύμφωνα με τον ορθό
λόγο (“λόγωι”), δηλ., κατά έναν σωστό κανόνα, διότι
υπάρχει μέσα μας ένα έλλογο στοιχείο, (το λόγον έχον), που διαμορφώνει τους κανόνες (της συμπεριφοράς μας), το οποίον διακρίνεται σε
επιστημονικό και λογιστικό.
Έργο και των δύο αυτών μερών του έλλογου μέσα
μας στοιχείου (επιστημονικού
και λογιστικού),
είναι η αναζήτηση της αλήθειας.
«….. ἀμφοτέρων δὴ τῶν νοητικῶν
μορίων ἀλήθεια τὸ ἔργον…...»
(“Ηθικά Νικομάχεια”
Ζ΄, 1139 b 14)
Η σημασία που έχει η μεσότης,
όσον αφορά την ηθική αρετή, εξηγείται με την θεωρία ότι ούτε όλες οι
φυσικές ορμές πρέπει να καταδικάζονται συλλήβδην, ούτε πάλι, όπως θεωρεί ο
νατουραλισμός, να θεωρούνται γνώμονας ζωής, υπεράνω πάσης κριτικής. Άλλωστε…..
“Η ευτυχισμένη ζωή, είναι αυτή της μέσης
οδού”
«Tον
μέσον αναγκαίον βίον είναι βέλτιστον»
Στην
ηθική αρετή, ξεχωρίζουν τρείς διαβαθμίσεις. Ουσιαστικά πρόκειται για τη μεσότητα
και τα δύο άκρα της, την εγκράτεια (ο εγκρατής εμμένει στο λογισμό) και την ηρωική ή θεία αρετή,
η οποία συνιστά την θεία τελειότητα, κάτι υπέρτερο της αρετής, γι’
αυτό -άλλωστε- λέγουν:
“…… εξ ανθρώπων γίγνονται θεοί
δι’ αρετής υπερβολήν”.
Στους θεούς, πάντως, δεν υπάρχει ούτε κακία
ούτε αρετή, όπως συμβαίνει και στα ζώα!
Στην ηθική διαστροφή μεσότης είναι η κακία,
με άκρα την ακρασία (=
ακράτεια) και την θηριότητα (θηριωδία, αγριότητα). Κακία, ακράτεια και θηριωδία, μοιάζουν με
νοσήματα και βλάπτουν, πρέπει να τα αποφεύγουμε. Ακρασία είναι η
αδυναμία ελέγχου και περιορισμού των παθών…..
“Ακρασία δε το μεν προπέτεια, το δε
ασθένεια” (“Ηθικά Νικομάχεια”,
βιβλ. Η΄)
Η εγκράτεια και η ακρασία,
αναφέρονται σε θέματα σχετικά με τη σωφροσύνη και την ακολασία (δηλ. τις
σωματικές επιθυμίες - ηδονές). Ο ακρατής, επιδιώκοντας σωματικές
ηδονές καθ’ υπερβολήν, ξεφεύγει από το λογισμό και, χωρίς να είναι κακός και
άδικος, αδικεί.
Ο ακρατής πάντως είναι “ιατός”,
ενώ ο, αντίθετος του σώφρονος, ο ακόλαστος άνθρωπος είναι “ανίατος”.
9.2) Οι πέντε νοητικές καταστάσεις
Τέχνη – επιστήμη – φρόνηση – σοφία - νους
Ο
Σταγειρίτης καταγράφει πέντε νοητικές καταστάσεις,
δηλ. μεθόδους δράσης δυνάμει των οποίων προσεγγίζουμε την αλήθεια, όχι πάντως
σαν εκτίμηση και γνώμη γιατί ενδέχεται να διαψευσθούν.
Και αυτές είναι: Η Τέχνη, η Επιστήμη,
η Φρόνηση, η Σοφία και ο Νους.
«…τέχνη
ἐπιστήμη φρόνησις σοφία νοῦς· ὑπολήψει γὰρ καὶ δόξῃ ἐνδέχεται
διαψεύδεσθαι….»
(“Ηθικά Νικομάχεια” Ζ΄, 1139 b 20-21)
9.2.1) Η
Επιστήμη
«……και δοκεί σχεδόν επιστήμη και τέχνη όμοιον είναι η εμπειρία….αποβαίνει δε επιστήμη και τέχνη δια της εμπειρίας τοις ανθρώποις….» (“Μετά τα Φυσικά” Α 981 a 1-3)
«……(Η
“Επιστήμη”) μελετά τα εξ ανάγκης, άρα τα αιώνια, αγέννητα, άφθαρτα, που μπορούν
να μεταδοθούν με την διδασκαλία. Όπως γράφεται στα “Αναλυτικά”, η γνώση ξεκινά
από προγενέστερες γνώσεις και προχωρά με επαγωγή ή συλλογισμό. Η επαγωγή
είναι αφετηρία για τη γνώση του καθολικού (του όλου), ενώ ο συλλογισμός ξεκινά από
προτάσεις καθολικού/γενικού περιεχομένου.
Υπάρχουν όμως “αρχές”, στο ξεκίνημα ενός συλλογισμού, οι οποίες δεν μπορούν να συναχθούν από προηγούμενο συλλογισμό, η απόκτησή τους, άρα, γίνεται με την επαγωγή.
Η “επιστήμη”, επομένως, είναι “έξις
αποδεικτική”, μαζί με όλα τ' άλλα που προσδιορίζονται στα “Αναλυτικά”·
γιατί όταν κάποιος έχει πεισθεί και οι καθολικές αρχές του είναι καλώς
εγνωσμένες, τότε κατέχει την επιστημονική γνώση· Αν όμως οι καθολικές αρχές,
δεν είναι καλύτερα γνωστές από ό,τι είναι το συμπέρασμα, η επιστημονική γνώση
θα είναι τυχαία. Περί της επιστήμης, λοιπόν, αυτά,
ως προς το περιεχόμενο της…..».
«….ἐξ ἀνάγκης ἄρα
ἐστὶ τὸ ἐπιστητόν. ἀίδιον ἄρα· τὰ γὰρ ἐξ ἀνάγκης ὄντα ἁπλῶς πάντα ἀίδια, τὰ
δ᾽ ἀίδια ἀγένητα καὶ ἄφθαρτα. ἔτι διδακτὴ ἅπασα ἐπιστήμη
δοκεῖ εἶναι, καὶ τὸ ἐπιστητὸν μαθητόν. ἐκ προγινωσκομένων δὲ πᾶσα διδασκαλία, ὥσπερ
καὶ ἐν τοῖς ἀναλυτικοῖς λέγομεν· ἣ μὲν γὰρ δι᾽ ἐπαγωγῆς, ἣ δὲ συλλογισμῷ. ἡ
μὲν δὴ ἐπαγωγὴ ἀρχή ἐστι καὶ τοῦ καθόλου, ὁ δὲ συλλογισμὸς ἐκ τῶν καθόλου.
εἰσὶν ἄρα ἀρχαὶ ἐξ ὧν ὁ συλλογισμός, ὧν οὐκ ἔστι συλλογισμός· ἐπαγωγὴ ἄρα.
ἡ μὲν ἄρα ἐπιστήμη
ἐστὶν ἕξις ἀποδεικτική, καὶ ὅσα ἄλλα προσδιοριζόμεθα ἐν τοῖς ἀναλυτικοῖς· ὅταν
γάρ πως πιστεύῃ καὶ γνώριμοι αὐτῷ ὦσιν αἱ ἀρχαί, ἐπίσταται· εἰ γὰρ μὴ μᾶλλον τοῦ
συμπεράσματος, κατὰ συμβεβηκὸς ἕξει τὴν ἐπιστήμην. περὶ μὲν οὖν ἐπιστήμης
διωρίσθω τὸν τρόπον τοῦτον…..».
(“Ηθικά Νικομάχεια” Ζ΄,
1139 b 22-41)
9.2.2) Η Τέχνη
«Είναι μια «έλλογη
κατασκευαστική έξη· αντίθετα, η ατεχνία είναι κατασκευαστική έξη που
καθοδηγείται από μια λανθασμένη λογική. Αντικείμενο και των δύο είναι αυτό που
επιδέχεται μεταβολή».
«ἡ μὲν οὖν τέχνη, ὥσπερ εἴρηται, ἕξις τις μετὰ λόγου ἀληθοῦς ποιητική ἐστιν, ἡ δ᾽ ἀτεχνία τοὐναντίον μετὰ λόγου ψευδοῦς ποιητικὴ ἕξις, περὶ τὸ ἐνδεχόμενον ἄλλως ἔχειν…….». (“Ηθικά Νικομάχεια” Ζ΄, 1140 a 22-26)
Η “Τέχνη”, ως μετά λόγου
αληθούς έξις ποιητική, συνδέεται (εξωτερικώς) με τη φρόνηση, χωρίς να είναι αρετή η
ίδια, όπως αρετή - φανερό - είναι η φρόνηση…..
«……. δῆλον οὖν ὅτι ἀρετή τις ἐστὶ καὶ οὐ τέχνη» (“Ηθικά Νικομάχεια”
Ζ΄,1140 b 23-28)
Η “τέχνη”
αναφέρεται σε πράγματα που μπορεί να έχουν έτσι ή αλλιώς. Δεν είναι, άρα, ούτε
κατά φύσιν, ούτε αναγκαία, σ’ αυτό δε το χαρακτηριστικό μοιάζει με την φρόνηση,
αφού αυτές οι δύο ασχολούνται με πράγματα που υπόκεινται σε μεταβολή, αντίθετα
με την επιστήμη, το αντικείμενο της οποίας χρειάζεται απόδειξη……
«τὸ μὲν γὰρ ἐπιστητὸν ἀποδεικτόν, αἳ δὲ (τέχναι) τυγχάνουσιν
οὖσαι περὶ τὰ ἐνδεχόμενα ἄλλως ἔχειν».
(“Ηθικά Νικομάχεια”
Ζ΄, 1140 b 40, 1141 a 1)
Η “τέχνη”, άρα, στον
Αριστοτέλη είναι:
«Έλλογη κατασκευαστική έξη(= διάθεση / επιθυμία)»
Ο Πλάτωνας έχει τελείως
αρνητική άποψη για την τέχνη! Γι’ αυτόν τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα, επειδή
αποτελούν απομιμήσεις αισθητών πραγμάτων, είναι απομιμήσεις απομιμήσεων, άρα
απέχουν δύο βαθμούς από την αλήθεια, δηλ. την γνώση περί των πραγματικά υφιστάμενων
όντων, που είναι οι ιδέες. Δεν διαθέτουν, συνεπώς, κανένα οντολογικό
περιεχόμενο, πράγμα που είναι το μόνο που ενδιαφέρει Πλάτωνα και Αριστοτέλη.
Και αφού οι τέχνες στερούνται πάσης
αληθείας των πραγμάτων, κατά τον Πλάτωνα, κατατάσσονται στη περιοχή του ψεύδους
και της απάτης, οι δε καλλιτέχνες είναι σοφιστές και θαυματοποιοί, που θέτουν
τον εαυτό τους στην υπηρεσία των τυράννων για να διαφθείρουν την ψυχή του λαού,
μέσω της υπερτροφίας του επιθυμητικού μέρους της ψυχής!
Φθοροποιός, λοιπόν, είναι η καλλιτεχνία, όπως
και τα πλείστα είδη της λογοτεχνίας και της μουσικής. Έτσι, καθαρά εκπαιδευτική
αξία απομένει μόνον στις μαθηματικές σπουδές…… αν βέβαια κι’ αυτές, από το
στάδιο της “διανόησης”, υψωθούν σ’ αυτό της “νόησης” δια της “αναιρέσεως
των υποθέσεων”, δηλ. όταν τα “αξιώματα”
εις τα οποία βασίζονται (τα μαθηματικά) ξεπεράσουν τον τελικό έλεγχο που ασκεί
μόνον η “Διαλεκτική”!
(Βλ. και Σημείωση 4 στο κεφ. 2.1)
Φρόνηση
είναι η
ικανότητα για σωστή σκέψη, δηλ. «τὸ δύνασθαι εύ βουλεύεσθαι».
Η
φρόνηση έχει ως αντικείμενό της την πράξη, και του γενικού και των επιμέρους, δηλ. των πραγμάτων που συντελούν στο εὖ ζῆν” καθολοκληρίαν. Υπ’ αυτή την έννοια
δεν αποτελεί ἐπιστήμη, αφού η επιστήμη ασχολείται με την γνώση
ως γνώση καθαυτή.
«….οὐδ᾽ ἐστὶν ἡ φρόνησις τῶν καθόλου μόνον, ἀλλὰ δεῖ καὶ τὰ
καθ᾽ ἕκαστα γνωρίζειν· πρακτικὴ γάρ, ἡ δὲ πρᾶξις περὶ τὰ καθ᾽ ἕκαστα…... Η
δε φρόνησις πρακτική (αφορά τις πράξεις),……ὅτι δ᾽ ἡ φρόνησις οὐκ ἐπιστήμη,
φανερόν….».
(“Ηθικά Νικομάχεια” Ζ΄, 1141 b 17-25)
«……. Για να καταλάβουμε τί είναι
φρόνηση, πρώτα ας μελετήσουμε ποιους ονομάζουμε φρόνιμους. Φαίνεται, γνώρισμα
του φρόνιμου είναι το να μπορεί να σκέφτεται σωστά ποια πράγματα είναι καλά
και ωφέλιμα γι᾽ αυτόν, όχι όμως σε επιμέρους περιπτώσεις, π.χ. ποια
πράγματα είναι καλά και ωφέλιμα για την υγεία ή
τη σωματική δύναμη, αλλά ποια πράγματα (είναι καλά και ωφέλιμα) “πρὸς τὸ εὖ ζῆν” καθολοκληρίαν…..
Μπορούμε λοιπόν να πούμε γενικά ότι φρόνιμος
είναι αυτός που έχει την ικανότητα να σκέφτεται σωστά……Η φρόνηση δεν μπορεί
να είναι ούτε επιστήμη ούτε τέχνη·……. Μένει, επομένως, να είναι μια
αληθινή και έλλογη έξη (σταθερή ψυχική διάθεση – ροπή) πρακτική των καλών και κακών πραγμάτων για
τον άνθρωπο …..».
«Περὶ δὲ
φρονήσεως οὕτως ἂν λάβοιμεν, θεωρήσαντες τίνας λέγομεν τοὺς φρονίμους. δοκεῖ δὴ
φρονίμου εἶναι τὸ δύνασθαι καλῶς βουλεύσασθαι περὶ τὰ
αὑτῷ ἀγαθὰ καὶ συμφέροντα,
οὐ κατὰ μέρος, οἷον ποῖα πρὸς ὑγίειαν, πρὸς ἰσχύν, ἀλλὰ ποῖα πρὸς τὸ εὖ ζῆν ὅλως…… ὥστε καὶ ὅλως ἂν εἴη
φρόνιμος ὁ βουλευτικός……οὐκ ἂν εἴη ἡ φρόνησις ἐπιστήμη οὐδὲ τέχνη….λείπεται ἄρα
αὐτὴν εἶναι ἕξιν ἀληθῆ μετὰ λόγου πρακτικὴν περὶ τὰ ἀνθρώπῳ ἀγαθὰ καὶ κακά…...».
(“Ηθικά
Νικομάχεια” Ζ΄, 1140 a 28-40 b 1-6)
Τα έργα του ανθρώπου επιτελούνται κάτω
από την επίδραση της φρόνησης και της ηθικής αρετής,
και η μεν αρετή κάνει τον σκοπό να είναι
σωστός, η δε φρόνηση δείχνει τα προς την πραγμάτωση αυτού απαιτούμενα μέσα.
«Έτι το έργον αποτελείται κατά την
φρόνησιν και την ηθικήν αρετήν. Η μεν γαρ αρετή τον σκοπόν ποιεί ορθόν, η δε
φρόνησις τα προς τούτον».
(“Ηθικά Νικομάχεια”
Ζ΄, 1144 a 7-10)
Η φρόνηση προϋποθέτει όλες τις
ηθικές αρετές, και κάθε ηθική αρετή προϋποθέτει την φρόνηση. Χωρίς φρόνηση δεν
υπάρχει αρετή, και αντίστροφα. Η αρετή μας δείχνει τον ορθό στόχο, η φρόνηση
μας υποδεικνύει τα σωστά μέσα για να τον επιτύχουμε, όμως προς τούτο χρειάζεται
και η δεινότητα.
Η “δεινότητα” (=επιτηδειότητα, επιδεξιότητα) γίνεται φρόνηση, και είναι επαινετή,
αν επιδιώκεται καλός σκοπός, ειδάλλως γίνεται πανουργία.
Σκοπός του φρόνιμου ανθρώπου είναι, σκεπτόμενος με ορθό τρόπο, να εξεύρει τα “περὶ τὰ αὑτῷ ἀγαθὰ καὶ συμφέροντα”, ώστε να επιτύχει “τὸ εὖ ζῆν”, την ιδανική ζωή, που, βέβαια σε τελευταία ανάλυση είναι η θεωρητική (ζωή).
Ο Αριστοτέλης, συνδέοντας τις ανθρώπινες
αρετές με τα συμφέροντα της Πολιτείας – Κράτους, θεωρεί ότι η φρόνηση δεν
πρέπει να περιοριστεί σε ό,τι αφορά το καλό του συγκεκριμένου ανθρώπου, μόνον
αυτού, διότι κρίνει ότι το άτομο μπορεί να επιτύχει την ευδαιμονία
πληρέστερα, μέσα σ’ ένα κράτος καλλίτερο.
Άλλωστε, τα ζητήματα της “Ηθικής”,
ως είδαμε, θεωρούσε κλάδους της “Πολιτικής”. Είχε μελετήσει και 150
πολιτεύματα!
Ο Πλάτωνας έγραψε την “Πολιτεία”
του χωρίς να αναφερθεί σε άλλες, ήταν βέβαια θαυμαστής ολιγαρχικών καθεστώτων,
του Σπαρτιατικού ιδιαίτερα.
Στις σχολές “Ακαδημία” και “Λύκειο”
το μάθημα της “πολιτικής” είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Εκπαιδεύονταν και πολλοί
γόνοι δυνατών οικογενειών απ’ όλη την Ελλάδα, φυτώρια για κυβερνήτες στις
πόλεις τους.
Επομένως, η φρόνηση, που είναι έξις αληθής μετά λόγου, πρακτική περί τα ανθρώπω αγαθά και κακά, αφορά το άτομο προσωπικά, την οικογένεια (Οικονομία) και το κράτος (Πολιτική)……
«….Ότι η φρόνηση
δεν αποτελεί επιστήμη (= γνώση) είναι φανερό. Γιατί έχει να κάνει με το έσχατο
όπως είπαμε, δηλ. το αντικείμενο της
πράξης της είναι τέτοιο. Είναι άρα και
αντίθετη της νόησης, διότι, η μεν
νόηση έχει ως αντικείμενο τις έννοιες όπου δεν χωρεί “λόγος” (λογική σκέψη), η δε φρόνηση έχει ως αντικείμενο το έσχατο (μερικό), περί του οποίου δεν υπάρχει
επιστημονική γνώση αλλά αισθησιακή αντίληψη…».
«…ὅτι δ᾽ ἡ φρόνησις οὐκ ἐπιστήμη,
φανερόν· τοῦ γὰρ ἐσχάτου ἐστίν, ὥσπερ εἴρηται· τὸ γὰρ πρακτὸν τοιοῦτον. ἀντίκειται
μὲν δὴ τῷ νῷ· ὁ μὲν γὰρ νοῦς τῶν ὅρων, ὧν οὐκ ἔστι λόγος, ἣ δὲ τοῦ ἐσχάτου, οὗ
οὐκ ἔστιν ἐπιστήμη ἀλλ᾽ αἴσθησις,….». (“Ηθικά Νικομάχεια” Ζ΄, 1142 a 25-30)
Ο καλός χαρακτήρας μπορεί να διαλάμψει
και σε αντίξοες συνθήκες. Όπως γινόμαστε οικοδόμοι οικοδομούντες και
κιθαρίζοντες κιθαριστές, έτσι γινόμαστε δίκαιοι, ή σώφρονες,
εκτελώντας δίκαια, ή σώφρονα, έργα. Σε κάθε περίπτωση, ως είδαμε, για να είναι
κανείς ηθικά ενάρετος θα πρέπει να διαθέτει φρόνηση.
Τα φαύλα έργα επιδιώκονται, κυρίως, για την απόκτηση ηδονής και την αποφυγή λύπης. Η καλύτερη ένδειξη, που συνιστά, μάλιστα, κριτήριο της εσωτερικής φύσης ενός ανθρώπου, είναι η ηδονή και η λύπη που αισθάνεται όταν πράττει ενάρετα ή φαύλα έργα
Στα “Ηθικά
Νικομάχεια” (κεφ.
10-13)
ο Αριστοτέλης εξετάζει και τρεις αρετές συνδεδεμένες με την φρόνηση, και αυτές
είναι:
Η ευβουλία
=
καλή συμβουλή, η σύνεση
= συμβολή-συνάντηση, κρίση κατόπιν
φρόνιμης σκέψης, γνώση, συνείδηση, όχι των αιωνίων - ακινήτων πραγμάτων (δηλ.
των αρχών), αλλά με ό,τι είναι
αντικείμενο απορίας και σκέψης, και η
γνώμη = δύναμη της διανόησης, ικανότητα του
πνεύματος και άποψη – κρίση – αντίληψη περί ενός ζητήματος.
Δημιουργεί και ιεραρχική κλίμακα (από κάτω προς τα πάνω): Ευβουλία -> Σύνεση -> Φρόνηση.
Βέβαια, κανείς δεν είναι γεννημένος
σοφός, ωστόσο οι άνθρωποι θεωρούνται ότι έχουν εκ φύσεως γνώμη και σύνεση και
νου….
«….
και φύσει σοφός μεν ουδείς, γνώμην δ᾽ ἔχειν καὶ σύνεσιν καὶ νοῦν….»
(“Ηθ. Νικ.” Ζ΄,
1143 b 6-8)
H Σωφροσύνη (είναι έννοια συγγενική και απόρροια
της φρονήσεως)
σύμφωνα με την περιγραφή της, προϋποθέτει την πλήρη απουσία φαύλων επιθυμιών,
και γι’ αυτό υπερέχει κάθε άλλης αρετής (ακόμα και της δικαιοσύνης) που μπορεί άνθρωπος να κατακτήσει. Είναι,
άρα, αρετή υπεράνθρωπη.
Την Σωφροσύνη, ο Αριστοτέλης, κατατάσσει στο μέσον ακολασίας
(υπερβολή) και αναισθησίας (έλλειψη). Αφορά ηδονές και λύπες, όμως το
πεδίο της στην πράξη έχει περιοριστεί στις πρώτες, και μάλιστα στις καθαρά
ζωικές ηδονές του φαγητού, του ποτού και των αφροδισίων, διότι, βέβαια, δεν
μπορεί να χαρακτηριστεί ακόλαστο ένα άτομο επιρρεπές στις ηδονές της
διάνοιας (δηλ. στις πνευματικές), ή στις ηδονές που προσφέρει η
όραση, η ακοή, η όσφρηση.
Ο θυμός (οργή) είναι φαινόμενο, η κατανίκηση του
οποίου αποτελεί θεμελιακό αντικείμενο της αρετής. Πάντως, η υπερβολή (ακράτεια) των επιθυμιών, είναι χειρότερη του
ακραίου θυμού…..
«…. αισχίων η περί
επιθυμίας ακρασίας, της περί τον θυμόν». (“Ηθ. Νικ.”
Η΄, 1149 b 27-28)
9.2.4) Ο Νους
Είναι το ανθρώπινο όργανο με το οποίον
συλλαμβάνουμε τις έσχατες προκείμενες (πρώτες αρχές) που αποτελούν τα αφετηριακά σημεία
της επιστήμης. Οι πρώτες αρχές έχουν γίνει απόκτημα του νου με
επαγωγή. Πρέπει να
έχουν προηγηθεί πολλές παραστάσεις και αναμνήσεις, προκειμένου, κατά την
αφύπνιση του πνεύματος, σχηματιστούν απ’ αυτές, δι’ αφαιρέσεως, οι γενικές
έννοιες.
Οι
με επαγωγή (από
τα επιμέρους) δημιουργούμενες
στη διανοητική σφαίρα του Νου καθολικές έννοιες (καθόλου
- πρώτες αρχές),
στη συνέχεια με απαγωγή,
παράγουν, από τα καθόλου, νέα
επιμέρους!
9.2.5) Η Σοφία
« Ότι μεν ουν η σοφία περί τινας αιτίας και αρχάς εστιν επιστήμη,
δήλον».
(“Μετά τα Φυσικά”
Α 982 a 1-2)
Πρόκειται για την ακριβεστάτη των επιστημών. Είναι σύνδεση του Νου με την Επιστήμη, που αναφέρεται στα ανώτατα, τα τιμιώτατα, αντικείμενα…..
«……. Ώστε, είναι φανερό ότι η σοφία
πρέπει να είναι η πιο τέλεια μορφή γνώσης. Ο σοφός, επομένως, πρέπει όχι
μόνο να γνωρίζει τα πορίσματα των καθολικών αρχών, αλλά και να κατέχει την
αλήθεια γι᾽ αυτές. Συνάγεται, ότι η (φιλο)σοφία πρέπει να είναι διανοητική
αντίληψη και μαζί επιστημονική γνώση (νοῦς καὶ ἐπιστήμη), κορυφαία γνώση
των πλέον πολύτιμων πραγμάτων (τῶν τιμιωτάτων). Γιατί θα
ήταν άτοπο την πολιτική, ή την φρόνηση, να θεωρούσαμε ως την σπουδαιότατη (ύψιστη επιστημονική) γνώση, παρεκτός κι’ εάν ο άνθρωπος
είναι ό,τι καλύτερο (το άριστον) υπάρχει στον κόσμο».
«…… ὥστε δῆλον ὅτι ἀκριβεστάτη
ἂν τῶν ἐπιστημῶν εἴη ἡ σοφία. δεῖ ἄρα τὸν σοφὸν μὴ μόνον τὰ ἐκ τῶν ἀρχῶν εἰδέναι,
ἀλλὰ καὶ περὶ τὰς ἀρχὰς ἀληθεύειν. ὥστ᾽ εἴη ἂν ἡ σοφία νοῦς καὶ ἐπιστήμη,
ὥσπερ κεφαλὴν ἔχουσα ἐπιστήμη τῶν τιμιωτάτων. ἄτοπον γὰρ εἴ τις τὴν
πολιτικὴν ἢ τὴν φρόνησιν σπουδαιοτάτην οἴεται εἶναι, εἰ μὴ τὸ ἄριστον τῶν ἐν τῷ
κόσμῳ ἄνθρωπός ἐστιν». (“Ηθικά Νικομάχεια” Ζ΄, 1141 a
18-25)
«Απ’ όσα λοιπόν έχουμε πει γίνεται
φανερό ότι η σοφία είναι και επιστημονική γνώση και διανοητική αντίληψη
των πιο πολύτιμων (“Τιμιώτατων”)
από
τη φύση τους πραγμάτων».
«…ἐκ δὴ τῶν εἰρημένων δῆλον ὅτι ἡ
σοφία ἐστὶ καὶ ἐπιστήμη καὶ νοῦς τῶν τιμιωτάτων τῇ φύσει».
(“Ηθικά Νικομάχεια”
Ζ΄, 1141 b 2-4)
«Ιδιαίτατα
μεν (Πλάτων) σοφίαν ηγείται είναι την των νοητών και όντως όντων επιστήμην,
ην φησί περί θεόν και ψυχήν σώματος κεχωρισμένην. Ιδία δε σοφίαν και την
φιλοσοφίαν καλεί, όρεξιν ούσαν της θείας σοφίας».
(Διογένης Λαέρτιος Γ-1 Πλάτων,
55)
“Τιμιώτατα” στους Αριστοτέλη και
Πλάτωνα, είναι τα “θεϊκά”.
Πρβλ. και τον
θεομητορικό ύμνο: «….την τιμιωτέρα των χερουβίμ….»!
Διακρίνονται τρείς υποδιαιρέσεις της σοφίας: Η μεταφυσική (δηλ. η θεολογία), τα μαθηματικά και η φυσική.
Η θεωρητική γνώση αυτών
συνιστά ύψιστο ιδεώδες. Γι’ αυτό η σοφία συνιστά την αρετή του
θεωρητικού – επιστημονικού νου, η δε φρόνηση επικεντρώνεται στην αρετή του πρακτικού νου.
Η φρόνηση τυγχάνει κατώτερη της σοφίας…. “της σοφίας ούσα
κυριωτέρα αυτής”
(“Ηθικά Νικομάχεια” Ζ 1143 b 37)
Όσον αφορά την πρακτική χρησιμότητα των δύο
αυτών κατ’ εξοχήν διανοητικών αρετών, της σοφίας και
της φρόνησης,
προς
τι δηλ. ωφελούν τον άνθρωπο ώστε ν’ αποκτήσει ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης αναπτύσσει το εξής σκεπτικό (“Ηθ. Νικ.” Ζ κεφ. 13):
……
Η σοφία και η φρόνηση είναι αρετές, επομένως, και μόνο απ’ αυτό το
λόγο είναι αγαθές καθαυτές. Συναποτελούν το ουσιαστικό αίτιο
της ευδαιμονίας, άρα και την επιφέρουν. Η φρόνηση μας καθιστά ικανούς να
αποκτούμε την σοφία, η άσκηση της οποίας συνιστά την ουσία της ευδαιμονίας, η
οποία ευδαιμονία, στην ολοκληρωμένη της μορφή – σκοπό του ανθρώπου, είναι η
θεωρητική ζωή.
9.3) Η Δικαιοσύνη στον Αριστοτέλη
Στην
αρχαιότητα δίκαιος ονομάζονταν αυτός που τηρούσε τα έθιμα και τους
καθιερωμένους κανόνες συμπεριφοράς. Στην Αττική νομοθεσία η λέξη “αδικείν”
δήλωνε κάθε παραβίαση του νόμου. Μεταγενέστερα, η έννοια της δικαιοσύνης
έφθασε να ταυτίζεται ακόμα και με την ηθικότητα συνολικά. Η δικαιοσύνη
υπό την έννοια υπακοής στο νόμο, λοιπόν, είναι επάλληλη προς την αρετή.
Ο Αριστοτέλης,
κατατάσσει την δικαιοσύνη στη μέση οδό μεταξύ του αδικείν και αδικείσθαι, μετά δε από μελέτη του θέματος, καταλήγει:
“Από μια πρώτη, λοιπόν, άποψη ονομάζουμε δίκαια όλα όσα παράγουν
και διαφυλάσσουν την ευδαιμονία, και τα συστατικά της κοινωνίας των πολιτών”.
“….ὥστε ἕνα μὲν
τρόπον δίκαια λέγομεν τὰ ποιητικὰ καὶ φυλακτικὰ εὐδαιμονίας καὶ τῶν μορίων αὐτῆς
τῇ πολιτικῇ κοινωνίᾳ……”. (“Ἠθικὰ Νικομάχεια”
Ε, 1129 β 21-23)
“Τέτοιου
είδους δικαιοσύνη είναι βέβαια τέλεια αρετή, όχι όμως με τρόπο
γενικό, αλλά σε σχέση προς τον άλλον άνθρωπο. Γι’ αυτό η
δικαιοσύνη - συχνά - θεωρείται ως η πιο μεγάλη αρετή, και …..“ούτε ο
αποσπερίτης ούτε το άστρο της αυγής δεν είναι τόσο λαμπερά και θαυμαστά”!
Διό
και το ρητό: “Η δικαιοσύνη κλείνει μέσα της όλες μαζί τις αρετές”.……
Πάντως, οι πράξεις λέγονται δίκαιες και σώφρονες, όταν εκτελούνται από δίκαιους
και σώφρονες ανθρώπους· δίκαιος δε και σώφρων δεν είναι αυτός που κάνει (απλά)
τις πράξεις αυτές, αλλά εκείνος που τις κάνει και με τον τρόπο που τις κάνουν
οι δίκαιοι και οι σώφρονες. Σωστά λοιπόν λέμε ότι ο άνθρωπος γίνεται δίκαιος, ή
σώφρων, από άσκηση πράξεων δικαιοσύνης, ή σωφροσύνης· Άνθρωπος που δεν κάνει
(επανειλημμένα) τις πράξεις αυτές, δεν πρόκειται ποτέ να γίνει ενάρετος……».
«…… τὰ μὲν οὖν
πράγματα δίκαια καὶ σώφρονα λέγεται, ὅταν ᾖ τοιαῦτα οἷα ἂν ὁ δίκαιος ἢ ὁ σώφρων
πράξειεν· δίκαιος δὲ καὶ σώφρων ἐστὶν οὐχ ὁ ταῦτα πράττων, ἀλλὰ καὶ [ὁ] οὕτω
πράττων ὡς οἱ δίκαιοι καὶ σώφρονες πράττουσιν. εὖ οὖν λέγεται ὅτι ἐκ τοῦ τὰ
δίκαια πράττειν ὁ δίκαιος γίνεται καὶ ἐκ τοῦ τὰ σώφρονα ὁ σώφρων· ἐκ δὲ τοῦ
μὴ πράττειν ταῦτα οὐδεὶς ἂν οὐδὲ μελλήσειε γίνεσθαι ἀγαθός…..».
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Β, 1105
b 5-14)
Η δικαιοσύνη είναι τέλεια αρετή στο μέγιστο
βαθμό, επειδή αποτελεί την εφαρμογή της τέλειας αρετής· και είναι τέλεια, γιατί
ο άνθρωπος που έχει αυτήν μπορεί να την χρησιμοποιήσει και στη σχέση του με
άλλους ανθρώπους κι όχι μόνο για τον εαυτό του”.
“αὕτη μὲν οὖν ἡ δικαιοσύνη ἀρετὴ μέν ἐστι τελεία, ἀλλ᾽ οὐχ ἁπλῶς ἀλλὰ πρὸς
ἕτερον. καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις κρατίστη τῶν ἀρετῶν εἶναι δοκεῖ ἡ δικαιοσύνη,
καὶ οὔθ᾽ ἕσπερος οὔθ᾽ ἑῷος οὕτω θαυμαστός· καὶ παροιμιαζόμενοί φαμεν «ἐν δὲ
δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσ᾽ ἀρετὴ ἔνι.» καὶ τελεία μάλιστα ἀρετή, ὅτι τῆς
τελείας ἀρετῆς χρῆσίς ἐστιν. τελεία δ᾽ ἐστίν, ὅτι ὁ ἔχων αὐτὴν καὶ πρὸς ἕτερον
δύναται τῇ ἀρετῇ χρῆσθαι, ἀλλ᾽ οὐ μόνον καθ᾽ αὑτόν”·
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Ε, 1129 b 21-23 & 31-41)
Ο Αριστοτέλης επικεντρώνει το
ενδιαφέρον του και στη “μερική δικαιοσύνη”, την οποίαν χωρίζει σε
δύο είδη, την δικαιοσύνη ως προς:
α)
Την κατανομή της τιμής (των αξιωμάτων) και του πλούτου στους
πολίτες……..
“…… το εν
ταις διανομαίς τιμής ή χρημάτων, ή των άλλων όσα μεριστά τοις κοινωνούσι της
πολιτείας”.
Η πλεονεξία, συνιστά μια
ιδιαίτερη κακία και αδικία, ενώ, ως προς
την κατανομή των διαφόρων αξιωμάτων από μέρους του κράτους, ο Αριστοτέλης στο
έργο του “Πολιτικά”, αξιώνει να υπάρχουν κριτήρια, όπως ο πλούτος, η
ευγενική καταγωγή, ή η αρετή, που βέβαια να αφορούν τους ελεύθερους πολίτες,
όχι τους δούλους.
β) Τις σχέσεις συναλλαγής μεταξύ των ατόμων…. “το εν τοις συναλλάγμασι διορθωτικόν”.
Την “μερική δικαιοσύνη” εννοεί
ως “διανεμητική”, προσπαθεί, μάλιστα, να θεσπίσει επ’ αυτής και
ένα είδος (μαθηματικής) αναλογίας. Δημιουργούνται πολλές
περιπτώσεις εφαρμογής της διανεμητικής δικαιοσύνης, όχι μόνον μεταξύ των
ιδιωτών αλλά και αναφορικά με την πολιτεία, όπως στη διανομή γαιών σε μια νέα
αποικία, στην κρατική ενίσχυση των απόρων, κ.ά.…
Προηγούμενα θα έπρεπε να έχουν
εκτιμηθεί αξίες, υλικές και άυλες, πράγμα δυσχερές και αμφιλεγόμενο.
Ένα (τρίτο) είδος της μερικής δικαιοσύνης
είναι η “διορθωτική”, η οποία υποδιαιρείται στη δικαιοσύνη που
αφορά συναλλαγές, είτε εκούσιες, όπως πωλήσεις, δανεισμοί, κλπ., είτε ακούσιες, όπως αυτές που ενέχουν απάτη,
κλοπή, βία.
Σκοπός του δικαστή είναι όχι να
τιμωρήσει, αλλά να επανορθώσει την αδικία.
Ο Πυθαγόρειος ορισμός της δικαιοσύνης ως “αντιπεπονθός”,
δηλ. το ν’ ανταποδίδεται σ’ αυτόν
που έβλαψε το ισοδύναμο που προξένησε, ο Αριστοτέλης θεωρεί αναγκαίο μεν για τη
συνοχή της κοινωνίας, ωστόσο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε μια διανεμητικού
ή διορθωτικού τύπου δικαιοσύνη, αλλά σε μια τρίτου είδους δικαιοσύνη, την “εμπορική”,
αυτή των συναλλαγών, η οποία απαιτεί, βεβαίως, την τήρηση των συμφωνιών.
Ως μονάδα, προκειμένου να εξισωθούν οι
αξίες των συναλλασσόμενων προϊόντων, ο Σταγειρίτης βλέπει την ζήτηση (χρεία), άλλωστε αυτή ωθεί τους ανθρώπους σε
συναλλαγή. Και συμβατικό υποκατάστατο της ζήτησης (“υπάλλαγμα της χρείας, κατά
συνθήκην”),
ασφαλώς, είναι το χρήμα (νόμισμα), ευβάστακτον, συν τοις άλλοις.
Μετά από ανάλυση του όλου θέματος,
δίδοντας και πολλά παραδείγματα, γράφει:
«…… Είπαμε λοιπόν τί είναι το άδικο και
τί το δίκαιο. Τώρα που έχουμε δώσει τον ορισμό τους είναι πια φανερό ότι η
δικαιοπραγία είναι το μέσον ανάμεσα στο να αδικούμε και στο να αδικούμαστε,
γιατί αν αδικούμε έχουμε περισσότερα, αν αδικούμαστε έχουμε λιγότερα (απ’ αυτά που μας ανήκουν).
Η δικαιοσύνη είναι ένα είδος μεσότητας,
όχι πάντως με τον ίδιο τρόπο όπως στις άλλες αρετές, αλλά υπηρετώντας το
μέσο-ίσιο πυρήνα (του ζητήματος), ενώ η αδικία έχει σχέση με τα δύο άκρα.
«…..Τί μὲν οὖν τὸ ἄδικον
καὶ τί τὸ δίκαιόν ἐστιν, εἴρηται. διωρισμένων δὲ τούτων δῆλον ὅτι ἡ
δικαιοπραγία μέσον ἐστὶ τοῦ ἀδικεῖν καὶ ἀδικεῖσθαι· τὸ μὲν γὰρ πλέον ἔχειν
τὸ δ᾽ ἔλαττόν ἐστιν. ἡ δὲ δικαιοσύνη μεσότης τίς ἐστιν, οὐ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον
ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς, ἀλλ᾽ ὅτι μέσου ἐστίν· ἡ δ᾽ ἀδικία τῶν ἄκρων »·
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια 1133 b
– 1134 a)
Ο Αριστοτέλης προβάλλει τη σοφιστική
άποψη, ότι κάθε δικαιοσύνη είναι συμβατική (κατά συνθήκην), ενώ, για την επίτευξη μιάς μεσότητας,
ή αναλογίας, χρειάζεται κάποια νοητική λειτουργία. Επισημαίνει
ακόμα και δύο σημαντικές διακρίσεις στη δικαιοσύνη. Η πρώτη αναφέρεται στην πολιτική
και στη μη πολιτική δικαιοσύνη, η δεύτερη γίνεται ανάμεσα στη φυσική και
τη νομική δικαιοσύνη.
Για τη πρώτη διάκριση, η οποία έχει
αναφορά στη πολιτική και τη μη πολιτική δικαιοσύνη:
Η πολιτική δικαιοσύνη αφορά τους ελευθέρους πολίτες, ίσους μετόχους
σε μια ζωή που αποσκοπεί στην αυτάρκεια.
«…. τοῦτο δ᾽ ἔστιν ἐπὶ
κοινωνῶν βίου πρὸς τὸ εἶναι αὐτάρκειαν, ἐλευθέρων καὶ ἴσων ἢ κατ᾽ ἀναλογίαν ἢ
κατ᾽ ἀριθμόν·…..».
Η μη πολιτική (και κατ’ αναλογίαν μόνον δικαιοσύνη) ισχύει ανάμεσα σε δούλο και αφέντη,
ανάμεσα σε γονέα και παιδί, ανάμεσα στους συζύγους. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις το
υποδεέστερο ανήκει στο ανώτερο. Οι πολίτες έχουν πλήρη δικαιώματα, οι
γυναίκες σε μικρότερο βαθμό, τα παιδιά και οι σκλάβοι λιγότερο ακόμα…. και δεν υφίσταται
αδικία ως προς αυτά που είναι απολύτως δικά μας.
«……. Το δίκαιο που ρυθμίζει τις σχέσεις του αφεντικού
με τους δούλους του και το δίκαιο που ρυθμίζει τις σχέσεις του πατέρα με τα
παιδιά του δεν είναι ίδιο με τις περιπτώσεις για τις οποίες μιλήσαμε, είναι
όμως παρόμοιο. Ο λόγος που δεν είναι ίδιο, είναι γιατί δεν υφίσταται αδικία
προς αυτά που είναι απολύτως δικά μας…….
Γι᾽ αυτό
και δεν είναι δυνατό να διαπράξει κανείς αδικία σε βάρος του εαυτού του, και
δεν υπάρχει στις δύο αυτές περιπτώσεις η έννοια του δίκαιου και του άδικου που
υπάρχει μεταξύ των πολιτών·
Διότι, το πολιτικό δίκαιο βασίζεται, όπως
λέγαμε, στον νόμο, και ισχύει για ανθρώπους για τους οποίους ο νόμος υπάρχει εκ
φύσεως, πάει να πει για ανθρώπους που έχουν ίσα δικαιώματα στο να άρχουν και να
άρχονται……».
«Tὸ δὲ
δεσποτικὸν δίκαιον καὶ τὸ πατρικὸν οὐ ταὐτὸν τούτοις ἀλλ᾽ ὅμοιον· οὐ γὰρ ἔστιν
ἀδικία πρὸς τὰ αὑτοῦ ἁπλῶς,……. διὸ οὐκ ἔστιν ἀδικία πρὸς αὑτόν· οὐδ᾽ ἄρα ἄδικον
οὐδὲ δίκαιον τὸ πολιτικόν· κατὰ νόμον γὰρ ἦν, καὶ ἐν οἷς ἐπεφύκει εἶναι νόμος,
οὗτοι δ᾽ ἦσαν οἷς ὑπάρχει ἰσότης τοῦ ἄρχειν καὶ ἄρχεσθαι….».
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια” E 1134 b
11-19)
Οι άνθρωποι, κατά τον Αριστοτέλη, δεν
είναι πάντα υπεύθυνοι για πράξεις όπου δεν επιτυγχάνεται η μεσότητα. Μια
παράλογη βλάβη που προκαλείται από άγνοια συνιστά ατύχημα. Αν η
ενέργεια ήταν εν αγνοία και άνευ κακίας, πρόκειται περί σφάλματος (αμαρτήματος).
Αν έγινε απερίσκεπτα, λ.χ. δια θυμόν, η πράξη είναι άδικη, δεν συνεπάγεται να είναι άδικος και ο δράστης. Η πράξη και ο δράστης θεωρούνται άδικοι όταν υπάρχει προαίρεση.
Ο
Αριστοτέλης αναγνωρίζοντας
ότι το δίκαιο “ανθρώπινον εστίν” (“Ἠθικὰ
Νικομάχεια” Ε 1137 a 36) δέχεται τη συνάφεια του επιεικούς
προς το δίκαιο και της επιείκειας προς την δικαιοσύνη.
Αξιέπαινος ο επιεικής, η επιείκεια
υπέρτερο αγαθό, αν και φορές γεννώνται απορίες, περί του αν το δίκαιο είναι
σημαίνον, ή το επιεικές είναι δίκαιο. Η αιτία όμως έχει να κάνει με το ότι κάθε
νόμος είναι γενικός (“ο
μεν νόμος καθόλου πας”), και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να διαλαμβάνει
όλα τα θέματα.
Έτσι: “Δίκαιο και επιεικές
ταυτίζονται, κι’ αν είναι ορθά και τα δύο, το επιεικές υπερτερεί”
«Ταὐτὸν ἄρα
δίκαιον καὶ ἐπιεικές, καὶ ἀμφοῖν σπουδαίοιν ὄντοιν κρεῖττον τὸ ἐπιεικές».
(“Ἠθ. Νικ.” Ε 1137 b 11-13)
Το παραπάνω ισχύει για το δίκαιο όχι
υπό την έννοια με την καθολική της σημασία, αλλά μόνον εκείνου που εμφανίζεται
ελλιπές εξαιτίας της γενικότητας του. Και είναι αυτή ακριβώς η φύση του
επιεικούς, η επανόρθωση ενός - λόγω γενικεύσεως - ελαττωματικού νόμου.
«διὸ δίκαιον μέν ἐστι, καὶ βέλτιόν
τινος δικαίου, οὐ τοῦ ἁπλῶς δὲ ἀλλὰ τοῦ διὰ τὸ ἁπλῶς ἁμαρτήματος. καὶ ἔστιν αὕτη
ἡ φύσις ἡ τοῦ ἐπιεικοῦς, ἐπανόρθωμα νόμου, ᾗ ἐλλείπει διὰ τὸ καθόλου».
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια”
Ε 1137 b 28-33)
Και στους Ρωμαίους, η υπέρμετρη αυστηρότητα κατά την άσκηση
της δικαιοσύνης, ισοδυναμούσε με υπέρμετρη αδικία: “Summum jus summa injuria”.
9.4)
Η Φιλία στον
Αριστοτέλη
«…. περὶ
ταὐτὰ καὶ ἐν τοῖς αὐτοῖς εἶναι ἥ τε φιλία καὶ τὸ δίκαιον……».
«….
καὶ ἡ παροιμία “κοινὰ τὰ φίλων”, ὀρθῶς· ἐν κοινωνίᾳ γὰρ ἡ φιλία….».
«….
ἄκοντα γὰρ φίλον οὐ ποιητέον….».
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Θ 1159 b 29-36, 1163 a 3)
Τα παρακάτω εδάφια είναι παρμένα από
την εκτενή παρουσίαση του ζητήματος της φιλίας στα “Ἠθικὰ Νικομάχεια” (Βιβλ. Θ, κεφ. 1-11, 1155a- 1160a 34).
« Η φιλία είναι αρετή, ή τουλ. συγγενεύει
με την αρετή. Στη ζωή είναι
αναγκαιότατη, γιατί κανείς δεν θα ήθελε να ζει χωρίς φίλους, ακόμα και αν
κατείχε όλα τ’ άλλα αγαθά…..
Στη φτώχεια και τα λοιπά δυστυχήματα οι
φίλοι θεωρούνται ως το μοναδικό καταφύγιο…..
Το συναίσθημα της φιλίας ενυπάρχει, ως
φαίνεται εκ φύσεως στον γεννήσαντα έναντι του γεννηθέντος, όχι μόνον στους
ανθρώπους, αλλά και στα πλείστα των πτηνών και των ζώων, στους ομοεθνείς ο ένας
τον άλλο, γι’ αυτό επαινούμε τους φιλάνθρωπους…….
H υπέρτατη δικαιοσύνη μεταξύ φίλων βρίσκεται…….
Όταν οι άνθρωποι συνδέονται με φιλικούς δεσμούς, η δικαιοσύνη παρέλκει…… “…. φίλων
μεν όντων ουδέν δει δικαιοσύνης…”.
“Ου μόνον δ’ αναγκαίον εστίν (η
φιλία), αλλά και καλόν (ωραίον)”, διότι δεν φαίνεται να αγαπούμε τα
πάντα, αλλά το αξιαγάπητο, κι’ αυτό είναι τ' αγαθόν, ή το ηδύ ή το χρήσιμον…..
έτσι γίνονται αγαπημένα το αγαθόν και το ηδύ, ως σκοπός……. Πάντως
καθένας αγαπά όχι το πραγματικό γι’ αυτόν αγαθό, αλλά αυτό που του φαίνεται
τέτοιο….».
“Δοκεί γαρ ου παν φιλείσθαι, αλλά το φιλητόν, τούτο δ’ είναι αγαθόν ή ηδύ ή χρήσιμον……. Ώστε φιλητά αν είη ταγαθόν τε και το ηδύ ως τέλη……Φιλεί δ’ έκαστος ου το ον αυτώ αγαθόν αλλά το φαινόμενον…. ”.
«Τρία δη τα της φιλίας είδη,
ισάριθμα τοις φιλητοίς” (φιλητά = τα άξια αγάπης πράγματα). Και αυτά είναι:
Η ωφέλεια, η ελπίδα
δηλ. να απολαύσουν κάποιο αγαθό ο ένας φίλος από τον άλλο, μετά η τέρψις
(ευχαρίστηση), που προξενεί κάποιος στον άλλον. Αυτές οι φιλίες, οι λόγω
συμφέροντος, όπου η αγάπη αφορά το τερπόν για τον καθένα και όχι τον φίλο,
είναι συμπτωματικές (“Kατά συμβεβηκός τε δη αι
φιλίαι αύται εισίν”) και ευδιάλυτες.
Όταν δε εξαφανιστεί ο λόγος που συνέχει την
φιλία συν-εξαφανίζεται και αυτή, αφού μόνον για τον συγκεκριμένο αυτό λόγο υπήρξε….. (“ἀπολυθέντος οὖν δι᾽ ὃ φίλοι ἦσαν,
διαλύεται καὶ ἡ φιλία, ὡς οὔσης τῆς φιλίας πρὸς ἐκεῖνα”). Στην ίδια, λόγω ευχαρίστησης,
συμπτωματική και ευδιάλυτη, κατηγορία φιλίας, είναι των νέων και των
ερωτευμένων ανθρώπων φιλίες».
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια”,
1155α 1 - 1156b 6)
«Τέλεια είναι η
φιλία αυτών που είναι αγαθοί και όμοιοι κατά την αρετή· Και αυτό διότι οι άνθρωποι αυτοί
θέλουν με τον ίδιο τρόπο ο ένας το καλό του άλλου, και μόνο για τον λόγο ότι
είναι άνθρωποι αγαθοί, και αγαθοί καθ’ αυτούς. Οι άνθρωποι όμως που θέλουν το
καλό των φίλων τους για χάρη των φίλων τους είναι οι γνησιότεροι φίλοι.
Ο
λόγος είναι ότι αυτό το κάνουν επειδή αυτή είναι η φύση τους και όχι για έναν
συμπτωματικό λόγο. Διαρκεί λοιπόν η φιλία αυτών των ανθρώπων για όσο διάστημα
αυτοί είναι αγαθοί, και η αρετή είναι κάτι το μόνιμο.
Ο καθένας από τους δύο είναι καθ’
εαυτόν αγαθός και αγαθός για τον φίλο του· πραγματικά, οι αγαθοί άνθρωποι
είναι και καθ’ αυτούς αγαθοί και ωφέλιμοι ο ένας στον άλλον. Ομοίως είναι και
ευχάριστοι ο ένας στον άλλον· πραγματικά, οι αγαθοί άνθρωποι είναι και για τους
εαυτούς τους ευχάριστοι και ευχάριστοι ο ένας στον άλλον·…….
Τέτοιου είδους φιλίες είναι φυσικά
σπάνιες, διότι λίγοι τέτοιου είδους άνθρωποι υπάρχουν….
Η
θέληση για φιλία μπορεί να γεννηθεί γρήγορα, η φιλία όμως όχι…..
“Τελεία δ᾽ ἐστὶν ἡ τῶν ἀγαθῶν φιλία καὶ
κατ᾽ ἀρετὴν ὁμοίων· οὗτοι γὰρ τἀγαθὰ ὁμοίως βούλονται ἀλλήλοις ᾗ ἀγαθοί, ἀγαθοὶ
δ᾽ εἰσὶ καθ᾽ αὑτούς. οἱ δὲ βουλόμενοι τἀγαθὰ τοῖς φίλοις ἐκείνων ἕνεκα μάλιστα
φίλοι· δι᾽ αὑτοὺς γὰρ οὕτως ἔχουσι, καὶ οὐ κατὰ συμβεβηκός· διαμένει οὖν ἡ
τούτων φιλία ἕως ἂν ἀγαθοὶ ὦσιν, ἡ δ᾽ ἀρετὴ μόνιμον. καὶ ἔστιν ἑκάτερος ἁπλῶς ἀγαθὸς
καὶ τῷ φίλῳ· οἱ γὰρ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλῶς ἀγαθοὶ καὶ ἀλλήλοις ὠφέλιμοι. ὁμοίως δὲ καὶ
ἡδεῖς· καὶ γὰρ ἁπλῶς οἱ ἀγαθοὶ ἡδεῖς καὶ ἀλλήλοις……… Σπανίας δ᾽ εἰκὸς τὰς
τοιαύτας εἶναι· ὀλίγοι γὰρ οἱ τοιοῦτοι……. βούλησις μὲν γὰρ ταχεῖα φιλίας
γίνεται, φιλία δ᾽ οὔ ”. (“Ἠθικὰ Νικομάχεια”, 1156 b 7-37)
Και μόνο η φιλία
των ενάρετων είναι άμεμπτη………πολλές, πάντως, φιλίες διέλυσε η
έλλειψη επικοινωνίας (απροσηγορία)…… Φαίνεται δε ότι το να αγαπάει κανείς (η φίλησις) είναι πάθος, ενώ η φιλία ότι είναι
έξη·……….Διότι, ως λέγεται, η φιλία είναι ισότητα……... με πολλούς δε να είναι κανείς
φίλος, με τέλεια φιλία, δεν είναι ενδεχόμενο…..».
«Καὶ μόνη δὲ ἡ τῶν ἀγαθῶν
φιλία ἀδιάβλητός ἐστιν· …….. πολλὰς δὴ φιλίας ἀπροσηγορία
διέλυσεν…….. ἔοικε δ᾽ ἡ μὲν φίλησις πάθει, ἡ δὲ φιλία ἕξει·……..λέγεται
γὰρ φιλότης ἰσότης……..πολλοῖς δ᾽ εἶναι φίλον κατὰ τὴν τελείαν φιλίαν οὐκ
ἐνδέχεται……» (“Ἠθικὰ Νικομάχεια 1157 a 23-24, b 16-33, 1158 a 1-13)
«…. Οι φιλίες για τις οποίες μιλήσαμε έχουν βάση την ισότητα, γιατί, οι δύο
φίλοι παίρνουν και θέλουν ο ένας από τον άλλον τα ίδια πράγματα, ή ανταλλάσσουν
ένα πράγμα με ένα άλλο πράγμα, π.χ. την ευχαρίστηση με το όφελος. Έχουμε πει,
πάντως, ότι οι φιλίες αυτές είναι και λιγότερο γνήσιες και μικρότερης
διάρκειας….….
Σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι
δυνατό, βέβαια, να ορισθεί με ακρίβεια το όριο της κοινωνικής διαφοράς για να
είναι δυνατή μια φιλία, διότι πολλά μπορεί να μην υπάρχουν και ακόμη η
φιλία να παραμένει·
Αν πάντως η απόσταση είναι πολύ μεγάλη,
σαν αυτή που μας χωρίζει από τον θεό, τότε δεν υπάρχει φιλία……Επειδή, όμως, η
φιλία έχει να κάνει πιο πολύ με την προφορά αγάπης και επαινούνται αυτοί που
αγαπούν τους φίλους, η αρετή των φίλων μοιάζει να είναι το ν’ αγαπάς. Σημαίνει, ότι αυτοί
που αγαπούν με κριτήριο την αξία είναι μόνιμοι φίλοι, μόνιμη και η φιλία τους.
Έτσι, θα μπορεί να είναι φίλοι και
οι άνισοι (σε κοινωνική θέση) μεταξύ τους άνθρωποι, αφού έτσι θα μπορεί να
γίνουν ίσοι. Πάντως, ισότητα και ομοιότητα
ισοδυναμούν με φιλία, προπαντός η
ομοιότητα στην αρετή».
«….Εἰσὶ δ᾽ οὖν αἱ εἰρημέναι
φιλίαι ἐν ἰσότητι· τὰ γὰρ αὐτὰ γίνεται ἀπ᾽ ἀμφοῖν καὶ βούλονται ἀλλήλοις, ἢ ἕτερον
ἀνθ᾽ ἑτέρου καταλλάττονται, οἷον ἡδονὴν ἀντ᾽ ὠφελείας· ὅτι δὲ καὶ ἧττόν εἰσιν αὗται
φιλίαι καὶ μένουσιν, εἴρηται.… ……. ἀκριβὴς μὲν οὖν ἐν
τοῖς τοιούτοις οὐκ ἔστιν ὁρισμός, ἕως τίνος οἱ φίλοι· πολλῶν γὰρ ἀφαιρουμένων ἔτι
μένει, πολὺ δὲ χωρισθέντος, οἷον τοῦ θεοῦ, οὐκέτι. ὅθεν καὶ ἀπορεῖται, μή ποτ᾽
οὐ βούλονται οἱ φίλοι τοῖς φίλοις τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν, οἷον θεοὺς εἶναι·…...……
Μᾶλλον δὲ τῆς φιλίας οὔσης ἐν τῷ φιλεῖν, καὶ τῶν φιλοφίλων ἐπαινουμένων, φίλων ἀρετὴ
τὸ φιλεῖν ἔοικεν, ὥστ᾽ ἐν οἷς τοῦτο γίνεται κατ᾽ ἀξίαν, οὗτοι μόνιμοι φίλοι καὶ
ἡ τούτων φιλία. οὕτω δ᾽ ἂν καὶ οἱ ἄνισοι μάλιστ᾽ εἶεν φίλοι· ἰσάζοιντο γὰρ ἄν.
ἡ δ᾽ ἰσότης καὶ ὁμοιότης φιλότης, καὶ μάλιστα μὲν ἡ τῶν κατ᾽ ἀρετὴν ὁμοιότης». (“Ἠθικὰ
Νικομάχεια”, 1158 b 1-5, 1159 a 3-6, 40-43, b 1-3)
«….και η στενή, επομένως, φιλία μόνο
με λίγους είναι δυνατή. Έτσι, φαίνεται, συμβαίνει και στη
πρακτική ζωή. Στη συντροφική φιλία οι φίλοι δεν είναι πολλοί, και οι
φιλίες για τις οποίες μιλά με θαυμασμό ο κόσμος είναι φιλίες δύο ατόμων. Οι
άνθρωποι δε που έχουν πολλούς φίλους και συμπεριφέρονται με οικειότητα προς
όλους, με κανέναν δεν θεωρούνται φίλοι, το κάνουν μόνο για λόγους
(μικρο)πολιτικής, κι’ αυτούς τους αποκαλούν “αρέσκους”.
“Άρεσκος” ο παντοίοις τρόποις,
συνήθως γελίοις, προσπαθών να είναι αρεστός τινι, ο αλόγως επαινών και ασκόπως
φιλοφρονούμενος τινά δια να είναι εις αυτόν ευχάριστος, ο ψευδοκόλακας.
ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΕΛΛ.
ΓΛΩΣΣΑΣ. Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ
Σε επίπεδο σχέσεων των συμπολιτών μεταξύ τους είναι, ασφαλώς, δυνατό να
είναι κανείς φίλος με πολλούς, κι αν ακόμη δεν είναι “άρεσκος”,
αλλά ένας αληθινά ενάρετος άνθρωπος· Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς με πολλούς να
έχει φιλία βασισμένη στην αρετή και στους ίδιους. Θα πρέπει να είναι
ευχαριστημένος και λίγους μόνο τέτοιους αν βρει».
«…. καὶ τὸ σφόδρα δὴ πρὸς ὀλίγους. οὕτω
δ᾽ ἔχειν ἔοικε καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων· οὐ γίνονται γὰρ φίλοι πολλοὶ κατὰ τὴν ἑταιρικὴν
φιλίαν, αἱ δ᾽ ὑμνούμεναι ἐν δυσὶ λέγονται. οἱ δὲ πολύφιλοι καὶ πᾶσιν οἰκείως ἐντυγχάνοντες
οὐδενὶ δοκοῦσιν εἶναι φίλοι, πλὴν πολιτικῶς, οὓς καὶ καλοῦσιν ἀρέσκους.
πολιτικῶς μὲν οὖν ἔστι πολλοῖς εἶναι φίλον καὶ μὴ ἄρεσκον ὄντα, ἀλλ᾽ ὡς ἀληθῶς ἐπιεικῆ·
δι᾽ ἀρετὴν δὲ καὶ δι᾽ αὐτοὺς οὐκ ἔστι πρὸς πολλούς, ἀγαπητὸν δὲ καὶ ὀλίγους
εὑρεῖν τοιούτους». (“Ἠθικὰ Νικομάχεια”,
1171 a 15-24)
Το αλτρουιστικό και ανιδιοτελές στοιχείο, που σπανίζει στην Αριστοτέλεια
ηθική τη βασισμένη στον εγωκεντρισμό, στο θέμα της φιλίας είναι εμφανές και τονισμένο.
Η φιλία εκθειάζεται, πάντως δεν λείπει και η ιδιοτελής της
διάσταση, μιας και ένα σημαντικό είδος φιλίας, αποσκοπεί ή απαιτεί ωφελιμιστική
ανταπόδοση.
Τον Αριστοτέλη απασχολεί πως να
φροντίζει ο άνθρωπος για τη προσωπική του ευδαιμονία με
γνώμονα το συμφέρον του, στα πλαίσια, ασφαλώς, του δικαίου ως προς τα
δικαιώματα των άλλων.
9.5) Η Ηδονή
στον Αριστοτέλη
Η ηδονή και η ταύτισή της
(ενδεχομένως) με την ευδαιμονία ως τελικού σκοπού (τέλους),
το αν και κατά πόσον η ηδονή συνιστά μια υποκειμενική υπόθεση διαχωρίσιμη ή μη
από τις πηγές της, ποια είναι κατά περίπτωση τα (λογικά) όρια της, ή μήπως δεν
υπάρχει φραγμός κάποιο δηλ. υπέρτατο αγαθό (summum bonum,
finis Ultimus)
ώστε κάπου να σταματάμε και η
επίτευξη ενός στόχου να μην αποτελεί αφετηρία για τον επόμενο, κλπ., αποτελούν
σημαντικά ζητήματα της Ηθικής φιλοσοφίας…….
Η ηδονή αποτελεί το κομβικό σημείο, όπου Πλατωνικοί, Αριστοτελικοί, Κυρηναϊκοί, Επικούρειοι, Χριστιανοί, κ.ά. νεώτεροι διανοητές, με τις διαφορετικές απόψεις που καταθέτουν, διασταυρώνουν τα ξίφη τους.
«….. τὰ μὲν γὰρ ἡδέα προαιροῦνται, τὰ δὲ
λυπηρὰ φεύγουσιν ….» (“Ἠθικὰ
Νικομάχεια” Ι 1172 a
25-27)
«….. δεδομένου ότι κάποιες ηδονές
είναι αναγκαίες, κάποιες όχι, και μέχρι ως κάποιο σημείο, ενώ οι υπερβολές τους
δεν είναι (αναγκαίες), ούτε και οι
ελλείψεις τους· Το ίδιο επίσης συμβαίνει με τις επιθυμίες και τις λύπες….».
«….. ἐπεὶ δ᾽ ἔνιαι τῶν ἡδονῶν ἀναγκαῖαί εἰσιν αἳ δ᾽ οὔ,
καὶ μέχρι τινός, αἱ δ᾽ ὑπερβολαὶ οὔ, οὐδ᾽ αἱ ἐλλείψεις, ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ἐπιθυμίας
ἔχει καὶ λύπας,….». (“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Η 1150 a
18-21)
Ο Αριστοτέλης
αναπτύσσοντας εκτενώς και το ζήτημα της ηδονής, αναφέρει κοινούς στοχασμούς που υπάρχουν γι’ αυτήν,
αναλύει διάφορα αντίθετα επιχειρήματα, εξετάζει και τρεις απόψεις,
Πλατωνικής χροιάς, που είναι:
α) Κάποιες ηδονές μπορεί να είναι
αγαθές, όμως οι περισσότερες είναι φαύλες.
β) Κι’ αν
όλες συσταίναν αγαθό καμιά τους δεν θα ήταν το υπέρτατο. (Πλάτωνος “Φίληβος”)
γ) Καμία ηδονή δεν συνιστά αρετή ούτε
καθαυτό, ούτε κατά συμβεβηκός. (Σπεύσιππος)
Οδηγείται, εν τέλει, στη διαπίστωση
ότι…..
«……
ὁ σώφρων φεύγει τὰς ἡδονάς. ἔτι ὁ φρόνιμος τὸ ἄλυπον διώκει, οὐ τὸ ἡδύ, ἔτι ἐμπόδιον
τῷ φρονεῖν αἱ ἡδοναί……».
«….ἔτι ὁ σώφρων φεύγει τὰς
ἡδονάς. ἔτι ὁ φρόνιμος τὸ ἄλυπον διώκει, οὐ τὸ ἡδύ. ἔτι ἐμπόδιον τῷ φρονεῖν αἱ ἡδοναί, καὶ ὅσῳ μᾶλλον χαίρει, μᾶλλον, οἷον τῇ τῶν ἀφροδισίων·
οὐδένα γὰρ ἂν δύνασθαι νοῆσαί τι ἐν αὐτῇ.…..
ἔτι παιδία καὶ θηρία διώκει τὰς ἡδονάς.
Τοῦ δὲ μὴ πάσας σπουδαίας, ὅτι εἰσὶ καὶ αἰσχραὶ
καὶ ὀνειδιζόμεναι, καὶ ὅτι βλαβεραί· νοσώδη γὰρ ἔνια τῶν ἡδέων. ὅτι δ᾽ οὐ τἄριστον ἡδονή, ὅτι οὐ τέλος ἀλλὰ
γένεσις».
(“
Ἠθικὰ Νικομάχεια” Η κεφ. 12 1152 b 17-26)
Η ηδονή, λοιπόν, δεν είναι το
αγαθόν (τ' ἄριστον) καθόσον δεν αποτελεί σκοπό, αλλά μια
διαδικασία γένεσης. Απορρίπτοντας και την άποψη κάποιων ότι η ηδονή είναι “κίνησις
και γένεσις”, με το αιτιολογικό ότι οι κινήσεις δεν είναι όλες
ακριβείς και τέλειες σε κάθε χρονικό διάστημα και ότι η κίνησις και η γένεσις
έχουν εφαρμογή σε ό,τι είναι διαιρετό και ατελές, ενώ η ηδονή, ως προς το είδος
της και σε κάθε χρονικό διάστημα, είναι
τέλεια,…… δέχεται - τελικά - ότι για
την ηδονή δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για κίνηση ή γένεση, γιατί η ηδονή
συνιστά ένα ενιαίο όλο.
«…… Από
αυτά, άρα, γίνεται φανερό και ότι δεν είναι σωστό αυτό που λένε ότι η ηδονή
είναι κίνηση ή γένεση. Γιατί αυτά δεν λέγονται για όλα τα πράγματα, αλλά μόνο
για τα μεριστά και γι᾽ αυτά που δεν αποτελούν ένα ενιαίο όλο· Δεν υπάρχει,
πράγματι, γένεση ούτε της όρασης, ούτε του (μαθηματικού) σημείου, ούτε της
μονάδας, ούτε άλλου τέτοιου πράγματος· Επομένως, και για την ηδονή ισχύει το
ίδιο, γιατί η ηδονή αποτελεί ένα ενιαίο όλο».
«….ἐκ τούτων δὲ δῆλον καὶ ὅτι οὐ καλῶς λέγουσι κίνησιν ἢ γένεσιν
εἶναι τὴν ἡδονήν. οὐ γὰρ πάντων ταῦτα λέγεται, ἀλλὰ τῶν μεριστῶν καὶ μὴ ὅλων· οὐδὲ
γὰρ ὁράσεώς ἐστι γένεσις οὐδὲ στιγμῆς οὐδὲ μονάδος, οὐδὲ τούτων οὐθὲν κίνησις οὐδὲ
γένεσις· οὐδὲ δὴ ἡδονῆς· ὅλον γάρ τι».
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Κ,
κεφ. 3, 1174 b 10-16)
Ο Αριστοτέλης είχε προσεγγίσει το θέμα και από άλλες πλευρές:
«….Επίσης, δεν είναι ανάγκη να υπάρχει κάτι άλλο καλύτερο από την ηδονή,
όπως πρεσβεύουν μερικοί ισχυριζόμενοι ότι το τέλος (σκοπός) είναι καλύτερο από τη διαδικασία που οδηγεί σ᾽ αυτό.
Γιατί οι ηδονές δεν είναι γενέσεις, ούτε
και συνοδεύονται όλες τους από γένεση, αλλά είναι ενέργειες
(δραστηριότητες) και τέλος (σκοπός).
Ούτε προκύπτουν όταν γινόμαστε κάτι,
αλλά όταν κάνουμε χρήση αυτού του πράγματος. Ούτε και έχουν όλες τους κάποιο
τέλος (σκοπό) διαφορετικό
από τις ίδιες, παρά μόνο όταν πρόκειται για ανθρώπους που προχωρούν προς την
ολοκλήρωση της φύσης τους.
Γι᾽ αυτό, και δεν είναι σωστό να λέμε ότι η ηδονή είναι
μια αντιληπτή με τις αισθήσεις γένεση, αλλά μάλλον μια ενέργεια της φυσικής
μας έξης, και αντί να λέμε αντιληπτή με τις αισθήσεις καλύτερα να λέμε ανεμπόδιστη……
«…..
ἔτι οὐκ ἀνάγκη ἕτερόν τι εἶναι βέλτιον τῆς ἡδονῆς, ὥσπερ τινές φασι τὸ τέλος τῆς
γενέσεως· οὐ γὰρ γενέσεις εἰσὶν οὐδὲ μετὰ γενέσεως πᾶσαι, ἀλλ᾽ ἐνέργειαι καὶ
τέλος· οὐδὲ γινομένων συμβαίνουσιν ἀλλὰ χρωμένων· καὶ τέλος οὐ πασῶν ἕτερόν
τι, ἀλλὰ τῶν εἰς τὴν τελέωσιν ἀγομένων τῆς φύσεως. διὸ καὶ οὐ καλῶς ἔχει τὸ αἰσθητὴν
γένεσιν φάναι εἶναι τὴν ἡδονήν, ἀλλὰ μᾶλλον λεκτέον ἐνέργειαν τῆς κατὰ φύσιν
ἕξεως, ἀντὶ δὲ τοῦ αἰσθητὴν ἀνεμπόδιστον…..». (“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Η, κεφ. 13, 1153 a 8-17)
«….. διότι σε
κάθε αίσθηση εμφιλοχωρεί ηδονή, το ίδιο ισχύει και για τη νόηση και το
θεωρητικό στοχασμό. Τη μεγαλύτερη όμως ηδονή προσφέρει η πιο τέλεια ενέργεια,
και η πιο τέλεια ενέργεια είναι αυτή που προέρχεται από το ευρισκόμενο σε καλή
κατάσταση όργανο και σχετίζεται με το πιο σημαντικό από τα αντικείμενα που
εμπίπτουν στο πεδίο της· και η ηδονή καθιστά την ενέργεια τέλεια…..».
«…..κατὰ πᾶσαν γὰρ αἴσθησίν ἐστιν ἡδονή,
ὁμοίως δὲ καὶ διάνοιαν καὶ θεωρίαν, ἡδίστη δ᾽ ἡ τελειοτάτη, τελειοτάτη δ᾽ ἡ τοῦ
εὖ ἔχοντος πρὸς τὸ σπουδαιότατον τῶν ὑπ᾽ αὐτήν· τελειοῖ δὲ τὴν ἐνέργειαν ἡ ἡδονή…..».
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια”
Κ, κεφ. 4, 1174 b
24-28)
Ο
φρόνιμος άνθρωπος επιζητά την απουσία της λύπης (ἀλυπίαν),
περισσότερο από τη στέρηση του είδους εκείνου των ηδονών που συνοδεύονται από
επιθυμία και λύπη, δηλ. των σωματικών ηδονών (γιατί αυτές
είναι που έχουν αυτό το χαρακτηριστικό) ως και των
υπερβολών τους, απέναντι των οποίων ο έκφυλος άνθρωπος
είναι ακόλαστος.
Αυτός είναι ο λόγος που ο σώφρων αποφεύγει τις
υπερβολές των ηδονών (των
ακόλαστων)· Γιατί υπάρχουν, βέβαια, και ηδονές
που προσιδιάζουν στον σώφρονα άνθρωπο.
«ἐπεὶ
γὰρ εἴρηται πῶς ἀγαθαὶ ἁπλῶς καὶ πῶς οὐκ ἀγαθαὶ πᾶσαι αἱ ἡδοναί, τὰς
τοιαύτας καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ παιδία διώκει, καὶ τὴν τούτων ἀλυπίαν ὁ φρόνιμος,
τὰς μετ᾽ ἐπιθυμίας καὶ λύπης, καὶ τὰς σωματικάς (τοιαῦται γὰρ αὗται) καὶ τὰς
τούτων ὑπερβολάς, καθ᾽ ἃς ὁ ἀκόλαστος ἀκόλαστος. διὸ ὁ σώφρων φεύγει ταύτας,
ἐπεὶ εἰσὶν ἡδοναὶ καὶ σώφρονος». (“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Η, κεφ. 13, 1153 a
33-40)
Επειδή, λοιπόν, δεν είναι ίδια η φύση, ή
η έξη (συνήθεια), η άριστη για
όλους (ούτε θεωρείται πως είναι) δεν
επιδιώκουν πάντες οι άνθρωποι την ίδια ηδονή, εντούτοις την ηδονή επιζητούν
πάντες……
Ίσως όμως,
να μην αποβλέπουν σ’ αυτή την ηδονή που καθ’ ένας νομίζει ή ποθεί, αλλά στη
πραγματικότητα σε μια και την αυτή ηδονή, διότι σε όλα τα όντα ενυπάρχει εκ
φύσεως κάτι το θεϊκό.
Επίσης, είναι φανερό ότι: Αν ηδονή, και
η μετ’ αυτής συνδεδεμένη ενέργεια, δεν ήταν το αγαθό, δεν υπάρχει περίπτωση ο
ευδαίμων άνθρωπος να ζήσει μια ευχάριστη ζωή.
«…ἀλλ᾽
ἐπεὶ οὐχ ἡ αὐτὴ οὔτε φύσις οὔθ᾽ ἕξις ἡ ἀρίστη οὔτ᾽ ἔστιν οὔτε δοκεῖ, οὐδ᾽ ἡδονὴν
διώκουσι τὴν αὐτὴν πάντες, ἡδονὴν μέντοι πάντες. ἴσως δὲ καὶ διώκουσιν οὐχ ἣν οἴονται
οὐδ᾽ ἣν ἂν φαῖεν, ἀλλὰ τὴν αὐτήν· πάντα γὰρ φύσει ἔχει τι θεῖον……
φανερὸν δὲ καὶ ὅτι, εἰ μὴ ἡδονὴ ἀγαθὸν καὶ ἡ ἐνέργεια, οὐκ ἔσται ζῆν ἡδέως
τὸν εὐδαίμονα». (“Ἠθικὰ
Νικομάχεια” Η, κεφ. 14, 1153 b 33-37…. 1154 a 1-2)
Εξετάζοντας
ένα άλλο ζήτημα, αν η μουσική υπάγεται στην παιδεία,
ή στην παιδιά (παίγνιο), ή στην διαγωγή
(δηλ. στον τρόπο του ζην) αποφαίνεται ότι:
«….. ευλόγως δ’ εις πάντα
τάττεται και φαίνεται μετέχειν….. και την διαγωγήν ομολογουμένως δει μη
μόνον έχειν το καλόν αλλά και την ηδονήν (το γαρ ευδαιμονείν εξ
αμφοτέρων τούτων εστίν)….».
(“Πολιτικά”
Θ, 1339 b,12-21)
Στα Αριστοτελικά κείμενα υπάρχουν
διάσπαρτες επισημάνσεις από όπου συνάγεται ότι δεν υπάρχει η ευδαιμονία,
άνευ ηδονής «…..επειδήπερ ουκ έστιν η ευδαιμονία άνευ ηδονής…».
(“Ἠθικὰ
Μεγάλα” B
1204 a
31)
Βέβαια,
επειδή υπάρχουν διάφορα είδη ηδονής, άλλες οφειλόμενες σε ηθικά ελατήρια, άλλες
σε αισχρά, φαίνεται προφανές, ότι ούτε η ηδονή είναι το αγαθόν, ούτε κάθε
ηδονή άξια προτιμήσεως, και ότι κάποιες ηδονές, που διαφέρουν κατά το είδος
ή την προέλευση τους, είναι αυτές καθ’ αυτές επιθυμητές.
«ἢ
τῷ εἴδει διαφέρουσιν αἱ ἡδοναί· ἕτεραι γὰρ αἱ ἀπὸ τῶν καλῶν τῶν ἀπὸ τῶν αἰσχρῶν………
Ὅτι μὲν οὖν οὔτε τἀγαθὸν ἡ ἡδονὴ οὔτε πᾶσα αἱρετή, δῆλον ἔοικεν εἶναι, καὶ
ὅτι εἰσί τινες αἱρεταὶ καθ᾽ αὑτὰς διαφέρουσαι τῷ εἴδει ἢ ἀφ᾽ ὧν. (“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Κ, 2, 1173 b
34-35……1174 a
10-12)
Διευκρινίζει,
πάντως, ο Αριστοτέλης ότι τις ομολογουμένως αισχρές δεν τις
θεωρούμε (αληθινές) ηδονές,
πλην για τους διεφθαρμένους….
«Τας
μεν ουν ομολογουμένως αισχράς δήλον ως ου φατέον ηδονάς είναι, πλην τοις
διεφθαρμένοις».
(“Ἠθικὰ
Νικομάχεια” Κ, 1176 a
26-28)
«Στο ερώτημα, πάντως, αν θέλουμε τη ζωή
για χάρη της ηδονής ή την ηδονή για χάρη της ζωής, ας το αφήσουμε
προς το παρόν έξω από την έρευνά μας· γιατί τα δύο αυτά πράγματα, καθώς
φαίνεται, είναι στενά συζευγμένα μεταξύ τους και διαχωρισμό δεν επιδέχονται,
αφού χωρίς ενέργεια δεν υπάρχει ηδονή, και αφού την κάθε ενέργεια η ηδονή την κάνει τέλεια».
«Πότερον δὲ διὰ τὴν ἡδονὴν τὸ ζῆν
αἱρούμεθα ἢ διὰ τὸ ζῆν τὴν ἡδονήν, ἀφείσθω ἐν τῷ παρόντι. συνεζεῦχθαι μὲν γὰρ
ταῦτα φαίνεται καὶ χωρισμὸν οὐ δέχεσθαι· ἄνευ τε γὰρ ἐνεργείας οὐ γίνεται ἡδονή,
πᾶσάν τε ἐνέργειαν τελειοῖ ἡ ἡδονή». (“Ἠθικὰ Νικομάχεια” Κ, 1175 a 21-25)
9.6) Η Ευδαιμονία στον Αριστοτέλη
«Την
ευδαιμονίαν εκ πολλών αγαθών συντίθεμεν».
(“Ηθικά Μεγάλα”
Α, 1184 a,19)
«….την δ’ ευπραγίαν και την
ευδαιμονίαν είναι ταυτόν…»
(“Πολιτικά”
Η, 1325a,25)
Ο Αριστοτέλης στην Ηθική του, η
οποία αφορά τον άνθρωπο εντός των πλαισίων της αισθησιακής, εμπειρικής, ύπαρξης
του και διαλογιζόμενος ρεαλιστικά, επιδιώκει να εξεύρει το αγαθόν γι’
αυτόν, επί πραγματιστικής βάσεως και όχι, όπως σε άλλα του κείμενα, μέσα σ’ ένα
υπερβατικό-υπεραισθητό κόσμο.
Έτσι, βρίσκει τον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται
την Ευδαιμονία του ως
κατάσταση προορισμένη να του προσδίδει ηδονικά συναισθήματα, όπως απαιτεί η
φύση του, δηλ. να ζητά η Ευδαιμονία να ακολουθείται -συμφυώς- από ηδονή……
Ο Αριστοτέλης, ασπαζόμενος κοινή των
ανθρώπων αντίληψη, αποκαλεί την ευδαιμονία υπέρτατο αγαθό, (ως επακολούθημα της αρετής που γεννά η νόηση), και
μαζί ό,τι πιο ωραίο και ό,τι πιο ευχάριστο, καθώς και τέλος (δηλ.
σκοπός - επιδίωξη) των ανθρώπων.
Επίσης,
ταυτίζει την ηδονή με την εκτέλεση ενάρετων πράξεων (“ευπραγίαν”).
«….την δ’ ευπραγίαν
και την ευδαιμονίαν είναι ταυτόν…»
(“Πολιτικά” Η, 1325a,25)
Συμφωνεί στη τοποθέτηση της ευδαιμονίας υψηλότερα του
δικαίου, σαν γράφει:
«Κανείς,
πράγματι, δεν επαινεί την ευδαιμονία όπως τη δικαιοσύνη, αλλά σαν κάτι το
θεϊκότερο και καλύτερο την καλοτυχίζει. Έτσι και ο Εύδοξος (ο περίφημος γεωμέτρης και φιλόσοφος) καλώς συνηγόρησε απονέμοντας τα αριστεία στην ηδονή».
«…. οὐδεὶς γὰρ τὴν εὐδαιμονίαν ἐπαινεῖ καθάπερ τὸ
δίκαιον, ἀλλ᾽ ὡς θειότερόν τι καὶ βέλτιον μακαρίζει. δοκεῖ δὲ καὶ Εὔδοξος
καλῶς συνηγορῆσαι περὶ τῶν ἀριστείων τῇ ἡδονῇ·…». (“Ηθικὰ Νικομάχεια” 1101 b
29-31)
Διατείνεται κατόπιν ότι «…αν ταύτα λέγονται ορθώς και την
ευδαιμονία ταυτίσουμε με το να πράττουμε το καλό, τότε και για την πόλη γενικά και για κάθε
πολίτη ιδιαίτερα, άριστος βίος πρέπει να είναι ο πρακτικός βίος, (δηλ. ο στην πράξη ενεργός σε πολιτικό-κοινωνικές
δραστηριότητες)».
«…Αλλ’ ει ταύτα λέγεται καλώς και
την ευδαιμονίαν ευπραγίαν θετέον, και κοινή πάσης πόλεως αν είη και καθ’
έκαστον άριστος βίος ο πρακτικός».
(“Πολιτικά”
Η, 1325 b,15-18)
Ο Αριστοτέλης γράφει, και
είναι πολλές οι σχετικές αναφορές
σε βιβλία του, ότι η ευδαιμονία
είναι ένα είδος δραστηριότητας, μια ψυχική ενέργεια σύμφωνη με την αρετή. Δεν είναι ακριβώς,
σαν μια μορφή ηδονής, αν και συνήθως ακολουθείται από ηδονή.
Συνδέεται με την έννοια της μεσότητας στις επιθυμίες, στις φιλοδοξίες και επιζητήσεις, στον όλο τρόπο της ζωής….. «τον μέσον αναγκαίον βίον είναι βέλτιστον».
Ωστόσο, ο Σταγειρίτης δεν θεωρεί καθόλου εύκολη την απόκτηση του
υπέρτατου αυτού αγαθού της ευδαιμονίας,
καθόσον αυτή προϋποθέτει την σύμπραξη πολλών και σημαντικών (άλλων,
μερικοτέρων) εξωτερικών αγαθών, όπως είναι η βοήθεια των φίλων, του πλούτου,
της πολιτικής δύναμης, της ευγενικής καταγωγής, της ευτεκνίας (πολλά και όμορφα
παιδιά), της ωραιότητας……
«Την ευδαιμονίαν εκ
πολλών αγαθών συντίθεμεν». (“Ηθικά Μεγάλα” Α, 1184 a,19)
«…… Η ευδαιμονία, άρα, είναι το υπέρτατο
αγαθό, και μαζί ό,τι πιο ωραίο και ό,τι πιο ευχάριστο. Και δεν ορίστηκαν όλα
καλώς στην επιγραφή της Δήλου: “Το πιο καλό πράγμα είναι το
δικαιότατο, να έχεις υγεία το
αρεστότερο· το γλυκύτερο απ’ όλα να έχει κανείς ό,τι αγαπά”. Ο
λόγος είναι ότι όλες αυτές οι ιδιότητες συνυπάρχουν στις άριστες
καταστάσεις.
Η μία, όμως, από
αυτές, η καλύτερη, λέμε πως είναι η ευδαιμονία. Φαίνεται όμως, όπως
είπαμε, η ευδαιμονία χρειάζεται και τα εξωτερικά αγαθά· γιατί
είναι αδύνατο, ή τουλάχιστο δεν είναι εύκολο, να κάνει κανείς τις καλές και
ωραίες κινήσεις, αν δεν έχει τη βοήθεια των εξωτερικών αγαθών.
Διότι πολλές
πράξεις απαιτούν, σαν σύνεργα, φίλους, πλούτο, πολιτική δύναμη. Υπάρχουν,
επίσης, κάποια αγαθά που η έλλειψή τους σπιλώνει την μακαριότητα, όπως
είναι η ευγενική καταγωγή, η ευτεκνία, η
ομορφιά·
Πραγματικά, δεν
έχει πολλές πιθανότητες να γίνει πολύ ευδαίμων ο άνθρωπος που έχει πανάσχημη
εξωτερική εμφάνιση, ή ο άνθρωπος ταπεινής καταγωγής, ή ο μοναχικός και δίχως
παιδιά άνθρωπος· Ίσως μάλιστα οι πιθανότητες είναι ακόμη λιγότερες, αν έχει
κανείς “χείριστα (πάγκακα)” παιδιά ή “χείριστους (πάγκακους)” φίλους, ή αν είχε
καλά παιδιά και καλούς φίλους και τους έχασε λόγω θανάτου.
Όπως λοιπόν είπαμε, φαίνεται ότι η ευδαιμονία χρειάζεται και αυτού του είδους την ευημερία (καλοτυχία)· και αυτός είναι και ο λόγος που κάποιοι ταυτίζουν την ευδαιμονία με την καλή τύχη, άλλοι δε με την αρετή».
«…… ἄριστον ἄρα
καὶ κάλλιστον καὶ ἥδιστον ἡ εὐδαιμονία, καὶ οὐ διώρισται ταῦτα κατὰ τὸ
Δηλιακὸν ἐπίγραμμα· κάλλιστον τὸ δικαιότατον,
λῷστον δ᾽ ὑγιαίνειν· ἥδιστον δὲ πέφυχ᾽ οὗ τις ἐρᾷ τὸ τυχεῖν. γὰρ ὑπάρχει ταῦτα
ταῖς ἀρίσταις ἐνεργείαις· ταύτας δέ, ἢ μίαν τούτων τὴν ἀρίστην, φαμὲν εἶναι
τὴν εὐδαιμονίαν. Φαίνεται δ᾽ ὅμως καὶ τῶν ἐκτὸς ἀγαθῶν προσδεομένη, καθάπερ
εἴπομεν· ἀδύνατον γὰρ ἢ οὐ ῥᾴδιον τὰ καλὰ πράττειν ἀχορήγητον ὄντα.
Πολλὰ μὲν
γὰρ πράττεται, καθάπερ δι᾽ ὀργάνων, διὰ φίλων καὶ πλούτου καὶ πολιτικῆς
δυνάμεως· ἐνίων δὲ τητώμενοι ῥυπαίνουσι
τὸ μακάριον, οἷον εὐγενείας εὐτεκνίας κάλλους· οὐ πάνυ γὰρ εὐδαιμονικὸς ὁ τὴν ἰδέαν
παναίσχης ἢ δυσγενὴς ἢ μονώτης καὶ ἄτεκνος, ἔτι δ᾽ ἴσως ἧττον, εἴ τῳ πάγκακοι
παῖδες εἶεν ἢ φίλοι, ἢ ἀγαθοὶ ὄντες τεθνᾶσιν. Καθάπερ οὖν εἴπομεν, ἔοικε προσδεῖσθαι
καὶ τῆς τοιαύτης εὐημερίας· ὅθεν εἰς ταὐτὸ τάττουσιν ἔνιοι τὴν εὐτυχίαν τῇ εὐδαιμονίᾳ,
ἕτεροι δὲ τὴν ἀρετήν».
(“Ηθικὰ Νικομάχεια” 1099 a 28 -38, 1099 b 1-9)
Κατά
τον Σταγειρίτη, οι άνθρωποι επιλέγουν ανάμεσα σε 4 τρόπους ζωής……
1) Οι περισσότεροι επιζητούν την ηδονή,
όμως αυτό ταιριάζει μόνο σε δούλους και κτήνη.
2) Μια καλύτερη κατηγορία επιδιώκει την τιμή
(υπόληψη), που συνιστά και το αντικείμενο της πολιτικής ζωής. Ωστόσο, η τιμή
εξαρτάται πιο πολύ από αυτόν που την απονέμει, παρά από αυτόν που την δέχεται,
δεν είναι κάτι εντελώς δικό μας, όπως πρέπει να είναι ο σκοπός της ζωής.
Η τιμή
επιδιώκεται, διότι μοιάζει συγχρόνως να επιτυγχάνεται και….
3) Η απόκτηση της αρετής,
που ίσως είναι ο πιο αληθινός σκοπός της πολιτικής ζωής.
4)
Ορισμένοι, πάλι, επιζητούν τον πλούτο, όμως ο πλούτος είναι μέσο,
όχι σκοπός.
Ποια η σχέση, όμως, αγαθού και ευδαιμονίας;
Ποια τα κοινά γνωρίσματά τους;
Τέλειο και αυτάρκες πρέπει
να είναι το αγαθό, γνωρίσματα (η τελειότητα και η αυτάρκεια) που χαρακτηρίζουν και την ευδαιμονία.
Ακόμα, τι ακριβώς, είναι ευδαιμονία;
Και ποιος τρόπος ζωής την παρέχει στον άνθρωπο ικανοποιητικότερα; Πριν την
απάντηση, ο Αριστοτέλης αναζητά ποια είναι η χαρακτηριστική λειτουργία του
ανθρώπου, αυτή που μόνο ο άνθρωπος μπορεί να επιτελέσει.
Και σαν τέτοια βρίσκει τον “λόγο”,
δηλ. την ενέργεια την σύμφωνη με την αρετή (αν υπάρχουν πολλές αρετές την
καλύτερη και τελειότερη απ’ αυτές),
που έχει ορισμένο σχέδιο ή κανόνα, που πρέπει να εκδηλώνεται όχι
περιστασιακά, αλλά σε ολόκληρη τη ζωή.
Επομένως, στον προβληματισμό αν η ευδαιμονία είναι αρετή, ο Αριστοτέλης απαντά ότι είναι η μορφή δράσης που τείνει προς την αρετή, ή, η ενέργεια, η σύμφωνη με την αρετή. Κατ’ ανάγκην, η ευδαιμονία συνοδεύεται από ηδονή, εντούτοις, χωρίς οικονομική ευμάρεια ο άνθρωπος αδυνατεί να ασκήσει την αγαθή δράση που εκφράζει η ευδαιμονία……
«……Φαίνεται δε ότι και με την αυτάρκεια
το ίδιο θα συμβαίνει, διότι κατά την κοινή αντίληψη το τελικό αγαθό είναι
αύταρκες
(Αύταρκες: αυτό που είναι αρκετό εις εαυτό, ως από
τη φύση του). Με
το “αύταρκες” όμως δεν εννοούμε κάτι που είναι αρκετό μόνο για το ίδιο το
άτομο, για κάποιον δηλαδή που ζει μοναχική ζωή, αλλά και για τους γονείς του,
τα παιδιά του, τη γυναίκα του και, γενικά, για τους φίλους και συμπολίτες του,
δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τη φύση να ζει σε πόλη, ἐπειδὴ “φύσει πολιτικὸν ὁ ἄνθρωπος”, μόνο που εδώ πρέπει να βάλουμε ένα όριο· γιατί
αν επεκταθούμε σε προγόνους και απογόνους και σε φίλους των φίλων, θα φτάσουμε
στο άπειρο. Για το θέμα όμως αυτό θα μιλήσουμε παρακάτω·
Για αύταρκες, πάντως, μιλούμε, όταν
ο λόγος μας είναι για κάτι που και μόνο του κάνει τη ζωή επιθυμητή και δίχως
καμιά απολύτως έλλειψη. Τέτοια πιστεύουμε πως είναι η ευδαιμονία.
Επιπλέον πιστεύουμε πως είναι προτιμότερη από όλα τα αγαθά, χωρίς να συμψηφίζεται μαζί τους·
Διότι, αν μετριόταν έτσι, είναι φανερό
ότι, θα γινόταν η πιο επιθυμητή, με την προσθήκη ακόμα και του πιο μικρού αγαθού·
γιατί κάθε προσθήκη οδηγεί σε μια υπεροχή αγαθών, και μεταξύ διάφορων αγαθών το
μεγαλύτερο είναι πάντοτε το προτιμότερο.
Γίνεται λοιπόν έτσι φανερό ότι η
ευδαιμονία είναι ένα τελικό αγαθό, κάτι που και από μόνο του είναι αρκετό για
τον άνθρωπο, είναι το τέλος των πράξεων μας».
«……φαίνεται
δὲ καὶ ἐκ τῆς αὐταρκείας τὸ αὐτὸ συμβαίνειν· τὸ γὰρ τέλειον ἀγαθὸν αὔταρκες
εἶναι δοκεῖ. τὸ δ᾽ αὔταρκες λέγομεν οὐκ αὐτῷ μόνῳ, τῷ ζῶντι βίον μονώτην, ἀλλὰ
καὶ γονεῦσι καὶ τέκνοις καὶ γυναικὶ καὶ ὅλως τοῖς φίλοις καὶ πολίταις, ἐπειδὴ φύσει πολιτικὸν ὁ ἄνθρωπος. τούτων δὲ
ληπτέος ὅρος τις· ἐπεκτείνοντι γὰρ ἐπὶ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς ἀπογόνους καὶ τῶν
φίλων τοὺς φίλους εἰς ἄπειρον πρόεισιν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν εἰσαῦθις ἐπισκεπτέον· τὸ
δ᾽ αὔταρκες τίθεμεν ὃ μονούμενον αἱρετὸν ποιεῖ τὸν βίον καὶ μηδενὸς ἐνδεᾶ· τοιοῦτον
δὲ τὴν εὐδαιμονίαν οἰόμεθα εἶναι· ἔτι δὲ πάντων αἱρετωτάτην μὴ συναριθμουμένην
— συναριθμουμένην δὲ δῆλον ὡς αἱρετωτέραν μετὰ τοῦ ἐλαχίστου τῶν ἀγαθῶν· ὑπεροχὴ
γὰρ ἀγαθῶν γίνεται τὸ προστιθέμενον, ἀγαθῶν δὲ τὸ μεῖζον αἱρετώτερον ἀεί. τέλειον
δή τι φαίνεται καὶ αὔταρκες ἡ εὐδαιμονία, τῶν πρακτῶν οὖσα τέλος».
(“Ηθικὰ Νικομάχεια” 1097 b 7-25)
Ωστόσο, όπως πιο πάνω είδαμε: «Το
ουσιαστικό αίτιο της ευδαιμονίας συναποτελούν η σοφία (και η φρόνηση), μάλιστα η
άσκηση της σοφίας, συνιστά την ουσία της ευδαιμονίας, η οποία στην ολοκληρωμένη της
μορφή, ως σκοπός του ανθρώπου, είναι η θεωρητική ζωή.
Έτσι, ως προς το σκοπό της
ζωής, η ολοκληρωμένη άποψη του Αριστοτέλη, είναι ότι, βεβαίως, είναι η
θεωρητική
ζωή, καθότι η θεώρηση αποτελεί το
κύριο συστατικό της ευδαιμονίας.
Φανερό είναι ότι η πιο πάνω άποψη παρουσιάζει την ηθική ζωή εξαρτημένη από την διανοητική, ενώ η ευδαιμονία αναβαθμίζεται σε μια τέτοια ανώτερης μορφής.
Ο
Αριστοτέλης, κατ’ ουσίαν, ερευνά δύο είδη “Ευδαιμονίας”:
Μια πραγματική, προερχόμενη από υλικά αγαθά, που σχετίζεται με την
ανθρώπινη φύση και τις αισθήσεις και προσφέρει γήινες απολαύσεις, και μια
έξω-πραγματική, θεϊκή, που συνδέεται με τις υψηλές αρετές, τη σοφία, τον
ποιητικό νου, την υιοθέτηση θεωρητικού βίου.
Την πρώτη περίπτωση, ως άριστος
κοινωνιολόγος, εξετάζει “θετικά - ρεαλιστικά” και αποτείνεται στους πολλούς,
την δεύτερη περίπτωση μελετά “υπερβατικά - μεταφυσικά” και την απευθύνει στους
λίγους εκλεκτούς, αυτοί που μέλλει να αντικρύσουν τον ίδιο τον Θεό……
Πέραν των πιο πάνω δύο ιδεωδών ζωής,
στην Αριστοτελική φιλοσοφία καταγράφεται ακόμα ένα, τρίτο, ιδεώδες ζωής, αυτό που συνιστά ο πολιτικός βίος. (Η ίδια παρατήρησή μας και στο κεφ. 7.2)
Η θεωρητική ζωή είναι η
καλύτερη δυνατή ενέργεια (“θεωρητικής φύσεως η ενέργεια”) για τον άνθρωπο, γιατί είναι η άσκηση
του άριστου μέρους του εαυτού μας, δηλ. του νου, στα άριστα
αντικείμενα, τα αιώνια και αμετάβλητα.
Επιφέρει μια ηδονή θαυμαστή στην καθαρότητα και στη σταθερότητα της. Μόνον αυτή φαίνεται ότι αγαπάται δι’ αυτήν, αφού η ηθική αρετή προϋποθέτει άλλα άτομα ως αντικείμενα της ενέργειάς της. Και είναι η ζωή που πρέπει να αποδώσουμε στους θεούς, μιας και θα ήταν παραλογισμός να αποδοθεί στους (αθάνατους) θεούς ηθική ζωή, όπως εκείνη των (θνητών) ανθρώπων.
«…… Φαίνεται, άρα, ότι ευδαίμων
βίος είναι ο σύμφωνος με την αρετή, και είναι αυτός της σπουδής, όχι ο μέσα στις διασκεδάσεις…. Γιατί
η ευδαιμονία δεν βρίσκεται σε τέτοιου είδους απολαύσεις, αλλά στις σύμφωνες με
την αρετή ενέργειες, όπως είπαμε και προηγουμένως».
«…….δοκεῖ δ᾽ ὁ εὐδαίμων βίος κατ᾽ ἀρετὴν
εἶναι· οὗτος δὲ μετὰ σπουδῆς, ἀλλ᾽ οὐκ ἐν παιδιᾷ…… οὐ γὰρ ἐν ταῖς
τοιαύταις διαγωγαῖς ἡ εὐδαιμονία, ἀλλ᾽ ἐν ταῖς κατ᾽ ἀρετὴν ἐνεργείαις, καθάπερ
καὶ πρότερον εἴρηται».
(“Ηθικὰ Νικομάχεια” Κ, 1177 a 2-13)
Πως, όμως, αποκτιέται αυτή η πολυπόθητη
ευδαιμονία; Μήπως την χαρίζουν οι θεοί;
«……. Από τα προεκτεθέντα, τίθεται το
ερώτημα αν η ευδαιμονία είναι κάτι που αποκτιέται μαθαίνοντας, με τον εθισμό ή με κάποια άλλη
μορφή άσκησης, ή μήπως έρχεται στον άνθρωπο σαν ένα είδος δώρου των θεών ή και
της τύχης. Αν δεχτούμε ότι υπάρχουν δώρα των θεών στους ανθρώπους, θα είναι
λογικό να συμπεράνουμε ότι και η ευδαιμονία είναι ένα δώρο των θεών, και
μάλιστα περισσότερο αυτό από οποιοδήποτε άλλο από τα ανθρώπινα πράγματα, αφού
είναι το καλύτερο από όλα. Ίσως όμως το
ερώτημα θα εντασσόταν καλύτερα σε μιαν άλλη μας έρευνα.
Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι η ευδαιμονία, ακόμη και αν δεν είναι δώρο των θεών αλλά έρχεται ως αποτέλεσμα της αρετής και κάποιας σπουδής ή άσκησης, είναι, πάντως, ένα από τα πιο θεϊκά πράγματα· γιατί το έπαθλο και το τέλος της αρετής είναι -φανερό- άριστο, και κάτι το θεϊκό και μακάριο. Θα πρέπει, επίσης, να δεχτούμε ότι η ευδαιμονία είναι ένα κοινό αγαθό, που μπορεί να αποκτηθεί από πολλούς ανθρώπους, αφού είναι δυνατό να υπάρξει σε όλους όσοι δεν είναι πεπωρωμένοι ως προς την αρετή, μόνο που χρειάζεται κάποιο είδος μάθησης και φροντίδας…..».
«Ὅθεν καὶ ἀπορεῖται
πότερόν ἐστι μαθητὸν ἢ ἐθιστὸν ἢ καὶ ἄλλως πως ἀσκητόν, ἢ κατά τινα θείαν μοῖραν
ἢ καὶ διὰ τύχην παραγίνεται. εἰ μὲν οὖν καὶ ἄλλο τί ἐστι θεῶν δώρημα ἀνθρώποις,
εὔλογον καὶ τὴν εὐδαιμονίαν θεόσδοτον εἶναι, καὶ μάλιστα τῶν ἀνθρωπίνων ὅσῳ
βέλτιστον. ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἴσως ἄλλης ἂν εἴη σκέψεως οἰκειότερον, φαίνεται δὲ κἂν
εἰ μὴ θεόπεμπτός ἐστιν ἀλλὰ δι᾽ ἀρετὴν καί τινα μάθησιν ἢ ἄσκησιν παραγίνεται,
τῶν θειοτάτων εἶναι· τὸ γὰρ τῆς ἀρετῆς ἆθλον καὶ τέλος ἄριστον εἶναι
φαίνεται καὶ θεῖόν τι καὶ μακάριον. εἴη δ᾽ ἂν καὶ πολύκοινον· δυνατὸν γὰρ ὑπάρξαι
πᾶσι τοῖς μὴ πεπηρωμένοις πρὸς ἀρετὴν διά τινος μαθήσεως καὶ ἐπιμελείας….».
(“Ηθικὰ Νικομάχεια” 1099 b 10-23)
Απόσπασμα από “Ηθικὰ
Νικομάχεια”
(βιβλ. Κ):
«……. Ότι όμως η τέλεια ευδαιμονία
είναι μια θεωρητική (φιλοσοφική) ενέργεια, μπορεί να γίνει φανερό
και από τα επόμενα: Όλοι μας δεχόμαστε ότι οι θεοί είναι μακάριοι και
ευδαίμονες σε ύψιστο βαθμό. Τί λογής όμως πράξεις πρέπει να τους αποδώσουμε;
Πράξεις δικαιοσύνης; Δεν θα φαίνονταν
γελοίοι οι θεοί, συναλλασσόμενοι και αποδίδοντες παρακαταθήκες, και αν έκαναν
άλλα τέτοια πράγματα; Μήπως πράξεις ανδρείας, να αντιμετωπίζουν δηλαδή με
θάρρος φοβερές καταστάσεις και να μπαίνουν σε κινδύνους, επειδή αυτό είναι κάτι
το ωραίο; Ή μήπως ελευθέριες πράξεις; Σε ποιόν όμως να δώσουν χρήματα; Δεν θα
ήταν ήδη παράλογο να πούμε ότι έχουν νόμισμα ή κάτι τέτοιο;
Οι πράξεις, πάλι, της σωφροσύνης τί θα
ήταν γι’ αυτούς; Ή δεν θα ήταν ένας άκομψος έπαινος, αν λέγαμε γι’ αυτούς ότι
δεν έχουν ταπεινές επιθυμίες; Αν
μιλήσουμε διεξοδικά για όλα αυτά, θα γίνει, θαρρώ, φανερό ότι όλα τα σχετικά
με τις ηθικές πράξεις είναι μικρά και τιποτένια και ανάξια των θεών. Και
όμως όλοι μας πιστεύουμε ότι οι θεοί ζουν και, άρα, ενεργούν, διότι ουδείς
φαντάζεται ότι κοιμούνται όπως ο Ενδυμίων…..
«…… Ενδυμίων, τούτου κάλλει
διενεγκόντος ἠράσθη Σελήνη, Ζεὺς δὲ αὐτῷ δίδωσιν ὃ βούλεται ἑλέσθαι· ὁ δὲ αἱρεῖται
κοιμᾶσθαι διὰ παντὸς ἀθάνατος καὶ ἀγήρως μένων». (Απολλόδωρος, βιβλ. Α')
Αν λοιπόν από ένα ζωντανό ον αφαιρέσουμε το να
πράττει, πολύ περισσότερο το να δημιουργεί, τί μένει εκτός από τον θεωρητικό/φιλοσοφικό
στοχασμό; Συνεπώς, η ενέργεια του
θεού, μια ενέργεια που ξεπερνάει όλες τις άλλες σε μακαριότητα, θα πρέπει να
έχει καθαρά θεωρητικό (πνευματικό) χαρακτήρα. Και από τις ανθρώπινες
λοιπόν ενέργειες, αυτή που συγγενεύει με αυτήν στον μέγιστο βαθμό, θα
πρέπει να είναι η πιο σχετική με την ευδαιμονία.
Απόδειξη είναι και το ότι τα λοιπά ζώα
δεν έχουν μερίδιο στην ευδαιμονία, καθώς είναι τελείως στερημένα από αυτού του
είδους την ενέργεια. Γιατί, ενώ οι θεοί ζουν μια ζωή εξολοκλήρου μακάρια, και
ενώ η ζωή των ανθρώπων είναι ευδαίμων στον βαθμό που υπάρχει σ᾽ αυτούς ένα
κάποιο ομοίωμα αυτής της ενέργειας, κανένα από τα άλλα ζώα δεν ευδαιμονεί, για
τον λόγο ότι αυτά με κανέναν τρόπο δεν συμμετέχουν στον θεωρητικό βίο.
Όσο εκτεταμένος είναι λοιπόν ο
θεωρητικός νους, άλλο τόσο είναι εκτεταμένη και η ευδαιμονία·
Οι
άνθρωποι, εξάλλου, που ασκούν πληρέστερα τη θεωρία, είναι και περισσότερο
ευδαίμονες, και αυτό όχι από σύμπτωση, αλλά ακριβώς λόγω του θεωρητικού στοχασμού· γιατί αυτός είναι από μόνος του
μεγάλης αξίας. Μπορούμε λοιπόν να πούμε
ότι η ευδαιμονία είναι ένα είδος θεωρίας (=θεωρητικής
εποπτείας/φιλοσοφικού στοχασμού).
Ωστόσο, ο άνθρωπος θα χρειαστεί να
απολαμβάνει και κάποια εξωτερικά αγαθά, γιατί η φύση του ανθρώπου δεν είναι
αυτάρκης για την άσκηση μιας θεωρητικής ζωής· πρέπει επιπλέον να υπάρχει η
υγεία του σώματος, η τροφή και οι λοιπές ανέσεις. Μη
φανταστούμε ωστόσο ότι, επειδή η ευτυχία δεν είναι
δυνατό να υπάρξει χωρίς τα εξωτερικά αγαθά, θα χρειαστούν πολλά και μεγάλα
πράγματα για να είναι κανείς ευτυχισμένος· γιατί δεν είναι η υπερβολή
που μας κάνει αυτάρκεις, ούτε είναι αυτή που μας κάνει να ενεργούμε σωστά.
Και δίχως να ‘ναι κανείς άρχοντας της
στεριάς και της θάλασσας μπορεί να πράττει ωραίες πράξεις· γιατί και με μέτρια
μέσα μπορεί να ενεργεί κάποιος με τον τρόπο που του υπαγορεύει η αρετή. Αυτό δε
είναι εναργές: Όλοι γνωρίζουν ότι οι ιδιώτες δεν κάνουν λιγότερο σημαντικές και
αξιόλογες πράξεις από τους δυνάστες· ίσα ίσα, μπορεί και περισσότερο· Αρκεί και
μέτρια μέσα
να υπάρχουν, γιατί η ζωή εκείνου που ενεργεί σύμφωνα τους κανόνες της
αρετής θα είναι ευδαιμονική.
Ο Σόλων είχε
ασφαλώς δώσει τον σωστό ορισμό, όταν έλεγε ότι ευδαίμονες είναι οι άνθρωποι που
έχουν μέτρια εξωτερικά αγαθά, που τέλεσαν όμως πολύ όμορφες, όπως εκείνος τις
πίστευε, πράξεις και έζησαν τη ζωή τους με σωφροσύνη· γιατί και με λίγα μέσα
μπορεί κανείς να κάνει αυτά που πρέπει.
Και ο Αναξαγόρας επίσης φαίνεται
ότι ήταν της γνώμης ότι ο ευδαίμων άνθρωπος δεν χρειάζεται ούτε πλούσιος να
είναι ούτε άνθρωπος της εξουσίας· γι’ αυτό και είπε ότι δεν θα τον παραξένευε
καθόλου αν ο ευδαίμων άνθρωπος φαινόταν στα μάτια των πολλών ένας ασύνετος
άνθρωπος· γιατί αυτοί κρίνουν με βάση τα εξωτερικά αγαθά τους, αφού στην
πραγματικότητα μόνο αυτά αντιλαμβάνονται.
Οι γνώμες λοιπόν των σοφών μοιάζουν να
συμφωνούν με τα δικά μας επιχειρήματα. Όλα, βέβαια, αυτά έχουν κάποια
αξιοπιστία, η αλήθεια όμως στα θέματα που σχετίζονται με τις ανθρώπινες πράξεις
κρίνεται από τα έργα και από τον τρόπο ζωής· αυτά είναι, πράγματι, το κρίσιμο
στοιχείο. Πρέπει, λοιπόν, αυτά που έχουμε πει να τα εξετάσουμε σε αντιπαραβολή
με την πραγματικότητα της ζωής, και αν μεν συμφωνούν να τα αποδεχτούμε· αν όμως
δεν βρίσκονται σε συμφωνία, να τα θεωρήσουμε κενές δοξασίες.
Ο
άνθρωπος, άρα, που ενεργεί σύμφωνα με τον νου,
υπηρετεί και
φροντίζει τον νου, φαίνεται ότι διατελεί σε άριστη κατάσταση και είναι
ιδιαίτερα αγαπητός στους θεούς. Γιατί, αν οι θεοί νοιάζονται κάπως, όπως
πιστεύουμε, για τα ανθρώπινα πράγματα, εύλογα μπορεί κανείς να δεχτεί και
ότι οι θεοί χαίρονται με αυτό που είναι το άριστο και το πιο συγγενικό προς
αυτούς (και αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο παρά ο νους).
Διότι οι θεοί ανταμείβουν εκείνους που
πάρα πολύ αγαπούν και εκτιμούν τούτο (δηλ. την ενέργεια σύμφωνα με τον νου), επειδή ακριβώς τους βλέπουν να
νοιάζονται για τα πράγματα που είναι αγαπητά στους ίδιους και επειδή οι
άνθρωποι αυτοί κάνουν πράξεις σωστές και ωραίες. Ότι όλα αυτά είναι πράγματα που τα βρίσκουμε,
κυρίως, στον σοφό, δεν είναι κρυφό.
Άρα, (ο σοφός)
είναι θεοφιλέστατος (ιδιαίτερα αγαπητός στους θεούς), και,
ως είναι φυσικό, εξαιρετικά ευδαίμων. Ώστε, αν έχουν έτσι τα πράγματα, ο σοφός είναι ο ευδαιμονέστατος των ανθρώπων.
«……. ἡ δὲ τελεία
εὐδαιμονία ὅτι θεωρητική τις ἐστὶν ἐνέργεια, καὶ ἐντεῦθεν ἂν φανείη. τοὺς θεοὺς
γὰρ μάλιστα ὑπειλήφαμεν μακαρίους καὶ εὐδαίμονας εἶναι· πράξεις δὲ ποίας ἀπονεῖμαι
χρεὼν αὐτοῖς; πότερα τὰς δικαίας; ἢ γελοῖοι φανοῦνται συναλλάττοντες καὶ
παρακαταθήκας ἀποδιδόντες καὶ ὅσα τοιαῦτα; ἀλλὰ τὰς ἀνδρείους ὑπομένοντας τὰ
φοβερὰ καὶ κινδυνεύοντας ὅτι καλόν; ἢ τὰς ἐλευθερίους; τίνι δὲ δώσουσιν; ἄτοπον
δ᾽ εἰ καὶ ἔσται αὐτοῖς νόμισμα ἤ τι τοιοῦτον. αἱ δὲ σώφρονες τί ἂν εἶεν; ἢ
φορτικὸς ὁ ἔπαινος, ὅτι οὐκ ἔχουσι φαύλας ἐπιθυμίας; διεξιοῦσι δὲ πάντα φαίνοιτ᾽
ἂν τὰ περὶ τὰς πράξεις μικρὰ καὶ ἀνάξια θεῶν. ἀλλὰ μὴν ζῆν γε πάντες ὑπειλήφασιν
αὐτοὺς καὶ ἐνεργεῖν ἄρα· οὐ γὰρ δὴ καθεύδειν ὥσπερ τὸν Ἐνδυμίωνα. τῷ δὴ ζῶντι
τοῦ πράττειν ἀφαιρουμένου, ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦ ποιεῖν, τί λείπεται πλὴν θεωρία; ὥστε
ἡ τοῦ θεοῦ ἐνέργεια, μακαριότητι διαφέρουσα, θεωρητικὴ ἂν εἴη· καὶ τῶν ἀνθρωπίνων
δὴ ἡ ταύτῃ συγγενεστάτη εὐδαιμονικωτάτη. Σημεῖον δὲ καὶ τὸ μὴ μετέχειν τὰ λοιπὰ ζῷα εὐδαιμονίας,
τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ἐστερημένα τελείως. τοῖς μὲν γὰρ θεοῖς ἅπας ὁ βίος
μακάριος, τοῖς δ᾽ ἀνθρώποις, ἐφ᾽ ὅσον ὁμοίωμά τι τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ὑπάρχει·
τῶν δ᾽ ἄλλων ζῴων οὐδὲν εὐδαιμονεῖ, ἐπειδὴ οὐδαμῇ κοινωνεῖ θεωρίας. ἐφ᾽ ὅσον δὴ
διατείνει ἡ θεωρία, καὶ ἡ εὐδαιμονία, καὶ οἷς μᾶλλον ὑπάρχει τὸ θεωρεῖν, καὶ εὐδαιμονεῖν,
οὐ κατὰ συμβεβηκὸς ἀλλὰ κατὰ τὴν θεωρίαν· αὕτη γὰρ καθ᾽ αὑτὴν τιμία. ὥστ᾽ εἴη ἂν
ἡ εὐδαιμονία θεωρία τις.
Δεήσει δὲ καὶ τῆς
ἐκτὸς εὐημερίας ἀνθρώπῳ ὄντι· οὐ γὰρ αὐτάρκης ἡ φύσις πρὸς τὸ θεωρεῖν, ἀλλὰ δεῖ
καὶ τὸ σῶμα ὑγιαίνειν καὶ τροφὴν καὶ τὴν λοιπὴν θεραπείαν ὑπάρχειν. οὐ μὴν οἰητέον
γε πολλῶν καὶ μεγάλων δεήσεσθαι τὸν εὐδαιμονήσοντα, εἰ μὴ ἐνδέχεται ἄνευ τῶν ἐκτὸς
ἀγαθῶν μακάριον εἶναι· οὐ γὰρ ἐν τῇ ὑπερβολῇ τὸ αὔταρκες οὐδ᾽ ἡ πρᾶξις, δυνατὸν
δὲ καὶ μὴ ἄρχοντα γῆς καὶ θαλάττης πράττειν τὰ καλά· καὶ γὰρ ἀπὸ μετρίων δύναιτ᾽
ἄν τις πράττειν κατὰ τὴν ἀρετήν (τοῦτο δ᾽ ἔστιν ἰδεῖν ἐναργῶς· οἱ γὰρ ἰδιῶται τῶν
δυναστῶν οὐχ ἧττον δοκοῦσι τὰ ἐπιεικῆ πράττειν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον)· ἱκανὸν δὲ
τοσαῦθ᾽ ὑπάρχειν· ἔσται γὰρ ὁ βίος εὐδαίμων τοῦ κατὰ τὴν ἀρετὴν ἐνεργοῦντος.
καὶ Σόλων δὲ τοὺς εὐδαίμονας ἴσως ἀπεφαίνετο καλῶς, εἰπὼν μετρίως τοῖς ἐκτὸς
κεχορηγημένους, πεπραγότας δὲ τὰ κάλλισθ᾽, ὡς ᾤετο, καὶ βεβιωκότας σωφρόνως· ἐνδέχεται
γὰρ μέτρια κεκτημένους πράττειν ἃ δεῖ. ἔοικε δὲ καὶ Ἀναξαγόρας οὐ πλούσιον
οὐδὲ δυνάστην ὑπολαβεῖν τὸν εὐδαίμονα, εἰπὼν ὅτι οὐκ ἂν θαυμάσειεν εἴ τις ἄτοπος
φανείη τοῖς πολλοῖς· οὗτοι γὰρ κρίνουσι τοῖς ἐκτός, τούτων αἰσθανόμενοι μόνον.
συμφωνεῖν δὴ τοῖς λόγοις ἐοίκασιν αἱ τῶν σοφῶν δόξαι.
πίστιν μὲν οὖν
καὶ τὰ τοιαῦτα ἔχει τινά, τὸ δ᾽ ἀληθὲς ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκ τῶν ἔργων καὶ τοῦ
βίου κρίνεται· ἐν τούτοις γὰρ τὸ κύριον. σκοπεῖν δὴ τὰ προειρημένα χρὴ ἐπὶ τὰ ἔργα
καὶ τὸν βίον φέροντας, καὶ συνᾳδόντων μὲν τοῖς ἔργοις ἀποδεκτέον, διαφωνούντων
δὲ λόγους ὑποληπτέον. ὁ δὲ κατὰ νοῦν ἐνεργῶν καὶ τοῦτον θεραπεύων καὶ
διακείμενος ἄριστα καὶ θεοφιλέστατος ἔοικεν. εἰ γάρ τις ἐπιμέλεια τῶν ἀνθρωπίνων
ὑπὸ θεῶν γίνεται, ὥσπερ δοκεῖ, καὶ εἴη ἂν εὔλογον χαίρειν τε αὐτοὺς τῷ ἀρίστῳ
καὶ συγγενεστάτῳ (τοῦτο δ᾽ ἂν εἴη ὁ νοῦς) καὶ τοὺς ἀγαπῶντας μάλιστα τοῦτο καὶ
τιμῶντας ἀντευποιεῖν ὡς τῶν φίλων αὐτοῖς ἐπιμελουμένους καὶ ὀρθῶς τε καὶ καλῶς
πράττοντας. ὅτι δὲ πάντα ταῦτα τῷ σοφῷ μάλισθ᾽ ὑπάρχει, οὐκ ἄδηλον. θεοφιλέστατος
ἄρα. τὸν αὐτὸν δ᾽ εἰκὸς καὶ εὐδαιμονέστατον· ὥστε κἂν οὕτως εἴη ὁ σοφὸς
μάλιστ᾽ εὐδαίμων.
(“Ηθικὰ Νικομάχεια” Κ
1178 b 9-42, 1179 a 1-39)
Πάντως, αν ο σοφός είναι θεοφιλέστατος σημαίνει πως οι θεοί κάνουν διακρίσεις μεταξύ
των ανθρώπων, και σ’ αυτούς που δεν είναι σοφοί, άρα στη
πλειονότητα των ανθρώπων, θα διάκεινται αδιάφοροι ή και οργισμένοι μαζί τους.
Το θέμα, κατόπιν, είναι αν και με
ποιο τρόπο οι αθάνατοι εφαρμόζουν έμπρακτα την αγάπη ή το θυμό τους απέναντι
στους θνητούς, είτε στη ζωή είτε μετά το θάνατο τους….
Είδαμε ότι Θεολογία (ή Μεταφυσική,
ή Πρώτη-καθαυτό φιλοσοφία) έχει ορισθεί ως η ανώτατη όλων των θεωρητικών
επιστημών, αυτών δηλ. που αποσκοπούν στη γνώση-αλήθεια καθαυτή (βλ. κεφ. 1) και ότι η σοφία συνιστά αίτιο,
τέλος και ουσία της ευδαιμονίας. Άρα….
….. Στον ευδαίμονα βίο δεν αναζητούμε -πλέον- την αλήθεια, αλλά ασκούμε
την θεώρηση.
Σημαίνει ότι επισκοπούμε –
απολαμβάνουμε την ήδη (δια
τα σοφίας)
κατακτημένη
αλήθεια……
Και αυτή η
διάσταση του ιδεώδους βίου υπογραμμίζεται ιδιαίτερα στα Ηθικά Ευδήμεια, όπου
το ιδεώδες καθορίζεται ως «η λατρεία και θεώρηση (εποπτεία)
του Θεού»……
(D. Ross,
σελ. 312 κ 329-332)
“Οὕτω δ᾽ ἔχει κατὰ τὸ
θεωρητικόν. Οὐ γὰρ ἐπιτακτικῶς ἄρχων ὁ θεός, ἀλλ᾽ οὗ ἕνεκα ἡ φρόνησις ἐπιτάττει
διττὸν δὲ τὸ οὗ ἕνεκα: διώρισται δ᾽ ἐν ἄλλοις, ἐπεὶ κεῖνός γε οὐθενὸς δεῖται. ἥτις οὖν αἵρεσις καὶ
κτῆσις τῶν φύσει ἀγαθῶν ποιήσει μάλιστα τὴν τοῦ θεοῦ θεωρίαν, ἢ σώματος ἢ
χρημάτων ἢ φίλων ἢ τῶν ἄλλων ἀγαθῶν, αὕτη ἀρίστη, καὶ οὗτος ὁ ὅρος κάλλιστος…….”
(“Ηθικά Ευδήμεια” b 14-20)
Σημειώσαμε ήδη (κεφ. 7.1) ότι: Η “ενόραση
- εποπτεία του όντος” (η οποία γίνεται με
τα μάτια της ψυχής, αργότερα, κατά τις νεοπλατωνικές θεωρίες, θα
απαιτείται έκσταση!) συνιστά το ανώτατο στάδιο γνώσης - σοφίας - ηδονής
- ευδαιμονίας, που μπορεί ένας άνθρωπος να κατακτήσει, ακόμα το τέλος της ζωής, καθόσον
έχει επιτευχθεί…. η ομοίωσις τω Θεώ….κατά το δυνατόν!
Ταυτόσημες και οι απόψεις του Πλάτωνα:
“Τῆς
δὲ τοῦ ὄντος θέας, οἵαν ἡδονὴν ἔχει, ἀδύνατον ἄλλῳ γεγεῦσθαι πλὴν τῷ φιλοσόφῳ”.
(“Πολιτεία”
Θ΄ 582 C-D)
Κεφάλαια: 9.7 έως 9.11
9.7) Επίκουρος: Η Δικαιοσύνη
«Τὸ τῆς φύσεως
δίκαιόν ἐστι σύμβολον τοῦ συμφέροντος εἰς τὸ μὴ βλάπτειν ἀλλήλους μηδὲ βλάπτεσθαι». (Κ.Δ. 31)
Το Δίκαιο, που πηγάζει από τη φύση, ο Επίκουρος βλέπει αρχικά σαν
συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων για κοινό συμφέρον, στο να μην
βλάπτει ο ένας τον άλλο, ούτε να βλάπτεται. Όταν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία (δηλ. να μην ενοχλεί και βλάπτει ο ένας το
άλλο) δεν γίνεται
λόγος για δίκαιο ή άδικο.
Το ίδιο ισχύει και για όσους λαούς δεν μπόρεσαν, ή δεν θέλησαν, να προβούν σε
ανάλογες συμφωνίες. Πρόκειται για δίκαιο συμβασιακού τύπου, που
έχει μελετηθεί από σοφιστές και τον Αριστοτέλη.
Στον αληθινό φυσικό κόσμο, πάντως, κυριαρχεί το δίκαιο του
ισχυρότερου. Στην πολιτεία δίκαιο θεωρείται ό,τι λέει ο νόμος. Στις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων, η
δικαιοπραξία δεν αντιστοιχεί σε μια αφηρημένη ιδέα, αλλά σε μια συνομολόγηση
μεταξύ συνετών ανθρώπων, για κοινές ή παράλληλες δράσεις, επ’ αμοιβαίου
συμφέροντος, χωρίς συγκρούσεις.
- «Οὐκ ἦν τι καθ’ ἑαυτὸ
δικαιοσύνη, ἀλλ’ ἐν ταῖς μετ‘ ἀλλήλων συστροφαῖς (=αμοιβαίες επαφές) καθ’ ὁπηλίκους δή ποτε ἀεὶ τόπους συνθήκη
τα ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν ἢ βλάπτεσθαι». (Κ.Δ. 33)
- «Ὅσα τῶν ζῴων μὴ ἐδύνατο συνθήκας ποιεῖσθαι τὰς ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν
ἄλληλα μηδὲ βλάπτεσθαι, πρὸς ταῦτα οὐθὲν ἦν δίκαιον οὐδὲ ἄδικον. ὡσαύτως δὲ καὶ
τῶν ἐθνῶν ὅσα μὴ ἐδύνατο ἢ μὴ ἐβούλετο τὰς συνθήκας ποιεῖσθαι τὰς ὑπὲρ τοῦ μὴ
βλάπτειν μηδὲ βλάπτεσθαι». (Κ.Δ. 32)
Πρόκειται για τις βασικές θέσεις
αυτού που θ’ αποκληθεί «κοινωνικό
συμβόλαιο», και θ’ αναπτυχθεί σε θεωρία από πολλούς διανοούμενους,
αρχίζοντας από τους Hobbes και Rousseau.
Ο
Επίκουρος δίδει βαρύτητα σε, επακόλουθες της αδικίας, ψυχολογικές καταστάσεις.
- «Ἡ ἀδικία οὐ καθ’ ἑαυτὴν κακόν,
ἀλλ’ ἐν τῷ κατὰ τὴν ὑποψίαν φόβῳ εἰ μὴ λήσει τοὺς ὑπὲρ τῶν τοιούτων ἐφεστηκότας
κολαστάς». (Κ.Δ. 34)
Συνάγεται ότι η αδικία δεν είναι καθαυτή κακό, όμως
(γίνεται κακό) από τον φόβο
εκείνου που την διαπράττει ότι δεν θα ξεφύγει από τους εντεταλμένους για την
τιμωρία παρόμοιων πράξεων.
Αλλά
για τους σώφρονες μια άδικη πράξη από μέρους τους είναι και περιττή, διότι δεν
υπάρχει λόγος να διαπράττουν ανομίες, αφού οι φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες
τους εύκολα ικανοποιούνται.
Ο σοφός έχοντας περιοριστεί στα αναγκαία,
γνωρίζει περισσότερο να προσφέρει παρά να παίρνει……..
«Ὁ σοφὸς εἰς τὰ ἀναγκαῖα
συγκριθεὶς μᾶλλον ἐπίστασαι μεταδιδόναι ἡ μεταλαμβάνειν τηλικοῦτον αὐταρκείας εὑρὲ
θησαυρόν». (Επ. Προσφ. 44)
Και χρειάζεται προσοχή, διότι «κανείς δεν
αποφεύγει το κακό βλέποντάς το, αλλά νομίζοντάς το σαν κάτι καλό, παγιδεύεται
σε ένα κακό μεγαλύτερο απ’ αυτό».
«Οὐδεὶς βλεπῶν τὸ κακὸν αἱρεῖται
αὐτὸ ἀλλὰ δελεασθείς ὡς ἀγαθῷ πρὸς τὸ μεῖζον αὐτοῦ κακὸν ἐθηρεύθη».
(Επ.
Προσφ. 16)
Το
δίκαιο αφορά τους πάντες, διότι δημιουργεί και διασφαλίζει κάτι ωφέλιμο στην
κοινωνική ζωή. Εκείνο που εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας, και επιμαρτυρείται, πρέπει να έχει ισχύ δικαίου,
είτε είναι, είτε δεν είναι το ίδιο για όλους. Αυτό δε ποικίλει, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα
του κάθε τόπου και των συνθηκών, εκάστοτε.
«Κατὰ μὲν <τὸ> κοινὸν πᾶσι
τὸ δίκαιον τὸ αὐτό, συμφέρον γάρ τι ἦν ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους κοινωνίᾳ· κατὰ δὲ τὸ
ἴδιον χώρας καὶ ὅσων δή ποτε αἰτίων οὐ πᾶσι συνέπεται τὸ αὐτὸ δίκαιον εἶναι». (Κ.Δ..
36)
«Τὸ μὲν ἐπιμαρτυρούμενον ὅτι συμφέρει ἐν
ταῖς χρείαις τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας τῶν νομισθέντων εἶναι δικαίων ἔχει
τὸ ἐν τοῦ δικαίου χώρᾳ εἶναι, ἐάν τε τὸ αὐτὸ πᾶσι γένηται ἐάν τε μὴ τὸ αὐτό…..». (Κ.Δ. 37)
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ζούμε φρονίμως, καλά και δίκαια προκειμένου
να απολαμβάνουμε μια ευδαίμονα ζωή (“ἡδέως ζῆν”), η οποία, ασφαλώς, αδιάρρηκτα συνδέεται με την αρετή.
«……..Δεν
μπορεί να είναι η ζωή ευχάριστη δίχως να ζούμε με φρόνηση και καλώς και δικαίως. Ούτε να ζούμε με φρόνηση, καλώς
και δικαίως χωρίς να είναι ευχάριστη η ζωή. Όταν δεν υπάρχει αυτό, ούτε να
ζούμε με φρόνηση, καλώς και δικαίως υπάρχει, και δεν μπορεί τούτο να είναι ευχάριστη ζωή».
“Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως, <οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως> ἄνευ τοῦ ἡδέως. ὅτῳ δὲ τοῦτο μὴ ὑπάρχει ἐξ οὗ ζῆν φρονίμως, καὶ καλῶς καὶ δικαίως ὑπάρχει, οὐκ ἔστι τοῦτον ἡδέως ζῆν».
(Κ.Δ. 5) “……συμπεφύκασι γὰρ αἱ ἀρεταὶ τῷ ζῆν ἡδέως, καὶ τὸ ζῆν ἡδέως τούτων ἐστὶν ἀχώριστον….”. (Επ. Μ, 132)
Φρόνηση, αγαθόν, δικαιοσύνη, αρετή, ευδαιμονία είναι αλληλένδετα, αχώριστα. Όλες οι αρετές, ενέργειες και καταστάσεις στοχεύουν στην ευδαιμονία του ατόμου.
9.8) Φιλία και Πολιτισμός στον
Επίκουρο
«Πᾶσα φιλία δι ἑαυτὴν αἱρετὴ ἀρχὴν δὲ εἴληφεν ἀπὸ τῆς ὠφελείας»
Την κάθε φιλία την διαλέγουμε χάριν της ίδιας. Ξεκινά, πάντως,
από την ωφέλεια.
(Επικ. Προσφ. 23)
Η Επικούρεια Φιλία, ήδη από την
αρχαιότητα, είχε καταστεί παροιμιώδης:
-
«Ἡ φιλία περιχορεύει τὴν οἰκουμένην κηρύττουσα
δὴ πᾶσιν ἡμῖν ἐγείρεσθαι ἐπὶ τὸν
μακαρισμόν». (Επ. Προσφ.
52)
- «Ὧν ἡ
σοφία παρασκευάζεται εἰς τὴν τοῦ ὅλου βίου μακαριότητα, πολὺ μέγιστόν ἐστιν ἡ τῆς
φιλίας κτῆσις». (Κύριαι Δόξαι 27)
- «Ὁ γενναῖος
περὶ σοφίαν καὶ φιλίαν μάλιστα γίγνεται, ὧν τὸ μέν ἐστι θνητὸν ἀγαθόν,
τὸ δὲ ἀθάνατον». (Επ. Προσφ. 78)
- «Συμπαθῶμεν τοῖς φίλοις οὐ θρηνοῦντες ἀλλὰ
φροντίζοντες». (Επ. Προσφ. 66)
- «Οὔτε τοὺς προχείρους εἰς
φιλίαν οὔτε τοὺς ὀκνηροὺς δοκιμαστέον. Δεῖ δὲ καὶ
παρακινδυνεῦσαι χάριν, χάριν φίλιας».
(Επ. Προσφ. 28)
- «καὶ ὑπὲρ φίλου
ποτὲ τεθνήξεσθαι. (Δ.
Λ. Χ 120)
- «Και όσοι μπόρεσαν να είναι ασφαλείς, προπαντός με τους γείτονές
τους, πέρασαν ιδανικά μαζί τους, έχοντας
την πιο σίγουρη εγγύηση. Και σαν απόλαυσαν την πιο γεμάτη φιλική σχέση, δεν οδύρονται για ‘κείνον που η
ζωή του τέλειωσε πριν από την δική του, σαν να τον λυπούνται».
«Ὅσοι
τὴν δύναμιν ἔσχον τοῦ ταὸ θαρρεῖν μάλιστα ἐκ τῶν ὁμορούντων παρασκευάσασθαι, οὕτω
καὶ ἐβίωσαν μετ’ ἀλλήλων ἥδιστα τὸ βεβαιότατον πίστωμα ἔχοντες, καὶ πληρεστάτην
οἰκειότητα ἀπολαβόντες οὐκ ὠδύραντο ὡς πρὸς ἔλεον τὴν τοῦ τελευτήσαντος
προκαταστροφήν». (Κύριαι
Δόξαι 40)
Μελετώντας τις Επικούρειες τοποθετήσεις
για την φιλία, μπορούμε να της αποδώσουμε τους εξής χαρακτηρισμούς, που
εκφράζουν αντίστοιχα ανθρώπινα συναισθήματα: Επιφυλακτική - επιλεκτική (“αἱρετὴ”),
ωφελιμιστική - ρεαλιστική (“ἀπὸ τῆς ὠφελείας”), αλτρουιστική (“Δεῖ
δὲ καὶ παρακινδυνεῦσαι χάριν, χάριν φίλιας”..….
“καὶ ὑπὲρ φίλου ποτὲ τεθνήξεσθαι”), εξαιρετικά ευάρεστη (“ἐπὶ
τὸν μακαρισμόν”).
Μια δυνατή φιλία, ξεπερνώντας την
ιδιοτέλεια (ωφέλεια), οικειοθελώς
και ως αυτοσκοπός (δι ἑαυτὴν αἱρετὴ),
μπορεί να φθάσει μέχρι της αυτοθυσίας (….. ὑπὲρ φίλου ποτὲ τεθνήξεσθαι).
Η φιλία,
στα χρόνια του Επίκουρου, αναπτύσσεται μέσα σε συνθήκες δυστυχίας του λαού ως
από τα πολεμικά γεγονότα, την παρακμή των θεσμών, την απαξίωση ηθών, την
απαγόρευση άσκησης της πολιτικής ελευθέρως, του κλονισμού του δουλοκτητικού
συστήματος κ.ά.
Μεγάλο
τμήμα των ελεύθερων πολιτών είχε εξαθλιωθεί και καταντήσει πλήθος (όχλος), αγόμενο και φερόμενο χωρίς
αξίες και ιδανικά…
«… Καὶ χαλεπωτάτων δὲ καιρῶν κατασχόντων τηνικάδε
τὴν Ἑλλάδα….»
(Δ.Λ.
Χ 10)
Ο
Επίκουρος έδινε καθ’ ημέραν μάχη για να κρατήσει και στηρίξει την ανθρώπινη
αξιοπρέπεια. Γυναίκες, παιδιά και δούλοι δεν ήταν γι’ αυτόν ούτε πράγμα, ούτε
εργαλείο, όπως ήταν για τους Πλάτωνα και Αριστοτέλη, αλλά άνθρωποι όπως όλοι, που δεν μπορεί να εξομοιώνονται με
σύνεργα.
Ο Επικουρισμός ήταν υπέρ της ισότητας των ανθρώπων
χωρίς διακρίσεις, γένους, φυλής, καταγωγής, οικονομικής τάξης κλπ. Στο
Επικούρειο «Κήπο» όλοι-όλες είχαν ίσα-ίδια
δικαιώματα.
Δεν
έγραψαν Επίκουρος και Λουκρήτιος μανιφέστα ενάντια στο θεσμό της
δουλείας, ούτε προέτρεψαν λαούς σε πολεμικές συγκρούσεις,
επαναστάσεις και κοινωνικούς αγώνες.
…… Πολλοί σοφιστές, κυνικοί και ρήτορες χρησιμοποίησαν πιο ρηξικέλευθο
λόγο, όπως οι Αντιφών και Αλκιδάμας, στους οποίους αναφερόμαστε στο κεφ. 10.2, Η
δουλεία στον Αριστοτέλη.
Ο Επικουρισμός
αγωνίστηκε για ό,τι καλλίτερο και για τους περισσότερους ανθρώπους, για την
ευδαιμονία όλων, σε οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και κάτω από τις
χειρότερες….
«Ο σοφός ακόμα κι αν βασανιστεί δεν παύει να
ευδαιμονεί….». (Δ. Λ. Χ, 117)
9.9) Ο «Κήπος των Αθηνών» / Ο άνθρωπος
Επίκουρος
«Στο “Κήπο”, έγινε κάτι, που ξεπερνάει
ό,τι ως τότε είχε γίνει στην Ελλάδα. Η γυναίκα κέρδισε κάποιο βάθρο, ανασαίνει
ανετότερα, αναμετρά το μυαλό τα με το ανδρικό και βλέπει πως η χιλιοειπωμένη
κατωτερότητά τα είναι μύθος. Η εταίρα προπάντων νιώθει ανακούφιση σ΄ εκείνο το
κλίμα. Κάποιος ή κάποιοι αναγνωρίζουν πως έχει ψυχή, νοιάζονται γι’ αυτήν, την
τριγυρίζουν μ΄ εκτίμηση και στοργή».
(Χ. Θεοδωρίδης: “Επίκουρος. Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου”)
Στον «Κήπο»,
σχολή και κοινότητα φίλων, που ίδρυσε ο Επίκουρος
το 306, ζούσαν, μαθήτευαν και δίδασκαν, αδελφωμένοι και ισότιμοι, ελεύθεροι και
δούλοι, νόμιμες γυναίκες και εταίρες, ελεύθεροι πολίτες αλλά και περιφρονημένοι
από την κοινωνία άνθρωποι. Τη διεύθυνση της σχολής
αναλάμβαναν διαδοχικά όλοι οι τρόφιμοι του Κήπου.
Τα
μαθήματα στον «Κήπο» δεν είχαν συστηματικό χαρακτήρα, όπως στη Πλατωνική
Ακαδημία και στο Λύκειο του Αριστοτέλη. Γίνονταν με ομιλίες και
συζήτηση μέσα από την καθημερινή συναναστροφή.
Σκοπός
της Επικούρειας διδασκαλίας, ήταν ο Διαφωτισμός, δηλ. η γνώση και
η μέθοδος για την απαλλαγή των ανθρώπων από πλάνες και δεισιδαιμονίες,
προκειμένου να ζήσει ευδαιμονικά.
Ο
Επίκουρος
θεωρούσε την φιλοσοφία έναν θριαμβικό παιάνα,
χαρά και παλμό της ζωής, τρόπο να ζει κανείς ευτυχισμένος, και όχι μια
μεθοδική μελέτη εννοιών και θεωρημάτων, με αυστηρά πρωτόκολλα, διαλέξεις, συγγράμματα
υπό κεφάλαια, διαιρέσεις, υποδιαιρέσεις, παραγράφους….
Πρωτίστως, η Επικούρεια
φιλοσοφία στόχευε να κάνει τον άνθρωπο ευδαίμονα!
Ο δάσκαλος, πρώτος έδινε το παράδειγμα
αδελφικής φιλίας και πατρικής στοργής. Στη φοβερή πείνα, κατά τη πολιορκία των
Αθηνών (το 296) από τον Δημήτριο,
συντήρησε τους μαθητές του με κουκιά, που μοίραζε ένα-ένα….
«..…τότε και τον φιλόσοφον
Επίκουρον ιστορούσι διαθρέψαι τους συνήθεις κυάμους
προς αριθμόν μετ’ αυτών διανεμόμενον…».
(Πλούταρχου: “Δημήτριος”
34)
Μεταξύ των
δούλων διακρινόταν κάποιος ονομαζόμενος Μυς, τον οποίον ο Διογένης
Λαέρτιος αναφέρει ως ενδοξότατο, προφανώς επειδή διακρινόταν. Ο
Επίκουρος με την διαθήκη του, μεριμνά για τα παιδιά φίλων που είχαν αποβιώσει
πριν απ’ αυτόν, και ελευθερώνει τους δούλους (…. Από απόψεως καταστάσεως “παίς”, άντρας ή
γυναίκα, σημαίνει δούλος).
“……ἀφίημι δὲ τῶν παίδων ἐλεύθερον Μῦν,
Νικίαν, Λύκωνα· ἀφίημι δὲ καὶ Φαίδριον ἐλευθέραν".
(Δ.
Λ. Χ, 21)
Φίλοι του
Επίκουρου ήταν και όλοι μαθητές του, όπως οι τρείς καθηγεμόνες
του Κήπου Μητρόδωρος,
Πολύαινος (απεβίωσαν πριν από αυτόν) και Έρμαρχος
για τον οποίον λέγει ότι γέρασε μαζί του στην φιλοσοφία (“συγκαταγεγηρακότος ἡμῖν ἐν φιλοσοφίᾳ”) και που μετά τον θάνατό του καθιστά διάδοχό
του στη σχολή (ηγεμόνα των συμφιλοσοφούντων).
Είναι
φανερό, ότι η φιλία που επεδείκνυε ο Επίκουρος δεν ήταν η πολιτική
φιλία, η υπηρετούσα σκοπούς της πολιτείας-κράτους, όπως την
εννοούσαν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Ήταν αίσθημα συμπάθειας και
αλληλεγγύης, που συνέδεε τον κύκλο των μαθητών και των πολυάριθμων θαυμαστών της φιλοσοφίας του.
Στα
χρόνια που ζούσε και δίδασκε ο Επίκουρος, αλλά και στους επόμενους αιώνες που η
διδασκαλία του είχε απλωθεί σ’ όλο το κόσμο της Μεσογείου και τα πολιτικά
πράγματα εξελίσσονταν ολοένα προς το χειρότερο, η Επικούρεια φιλία αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη αξία, η Επικούρεια φιλοσοφία όλο
και μεγαλύτερο κύρος. Και παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις των συντηρητικών
κύκλων, απέκτησε μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό, έως και τα τελευταία χρόνια της
αρχαιότητας……
Ο Διογένης ο Λαέρτιος καταγράφει και μερικές κακόβουλες αναφορές αρχαίων συγγραφέων, για μη κολακευτικές αντιλήψεις του Επικούρου
“….. ἔν τε τῇ πρὸς
Πυθοκλέα ἐπιστολῇ γράφειν Παιδείαν δὲ πᾶσαν, μακάριε, φεῦγε τἀκάτιον ἀράμενος”….
(Δ.
Λ. Χ, 6)
Ο Σέξτος ο
Εμπειρικός έγραψε ότι ο Επίκουρος δεν “χώνευε” τον Πλάτωνα και τον
Αριστοτέλη, επειδή αυτοί ήταν….. “φωστήρες” στα γράμματα (“πολυμαθείς
γεγονότας”).
Ο Κικέρων έγραψε ότι δεν σκάμπαζε από μαθηματικά. Οι Χριστιανοί τον κακολογούσαν ασύστολα…..
Ο Διογένης Λαέρτιος αναιρεί τις λοιδορίες, καταγράφοντας επαίνους για τον Επίκουρο
Διογένης ο Λαέρτιος
(3ος αι. μ.Χ.), στο ανεκτίμητης αξίας μέγα έργο του: «Βίοι φιλοσόφων»,
βιβλ. Χ (10ο), μας δίνει πλούσιες πληροφορίες για τον Επίκουρο, ενώ
διαφαίνεται καθαρά και η μεγάλη εκτίμηση που τρέφει γι’ αυτόν.
(Δ.Λ. Χ, 9
-12)
«……. Αυτοί
(οι κακολογούντες τον Επίκουρο), όμως, έχουν χάσει τα λογικά τους, διότι για τον Επίκουρο υπήρξαν
και άνδρες πολλοί, που μαρτυρούν την ανυπέρβλητη καλή διάθεσή του προς
όλους. Η πατρίδα του για να τον τιμήσει του αφιέρωσε χάλκινες προτομές.
Οι φίλοι του ήταν τόσοι σε πλήθος, ώστε δεν ήταν δυνατόν να μετρηθούν σ’ όλες
τις πόλεις. Όλοι όσοι γνώριζαν τις φιλοσοφικές του απόψεις προσδένονταν απ’
αυτές σαν να άκουγαν το τραγούδι των σειρήνων…..
Η δε
διαδοχή της Σχολής του Επίκουρου παρέμενε σταθερή και αναρίθμητοι άνδρες την
διεύθυναν ο ένας μετά τον άλλο, όταν οι άλλες φιλοσοφικές σχολές είχαν
εκλείψει.
Η προς τους γονείς του ευγνωμοσύνη και τα
καλά που έκανε προς τους αδερφούς του και η προς τους δούλους του ημερότητα,
όπως αυτό δηλώνεται στην διαθήκη του και από το ότι αυτοί συμφιλοσοφούσαν μαζί
του, όπως ο διαπρεπέστατος (“ενδοξότατος”) Μυς. Γενικά,
ήταν φιλάνθρωπος προς όλους. Η οσιότητα που έδειχνε προς τους Θεούς και
η φιλία του προς την πατρίδα, δεν περιγράφεται με λέξεις.
Από την
υπερβολική του ευσέβεια δεν επεδίωξε να καταλάβει πολιτειακά αξιώματα. Ακόμη
και σε χαλεπώτατους καιρούς δεν εγκατάλειψε στιγμή την Ελλάδα και τον τόπο που
κατοικούσε. Μόνο δυο-τρεις φορές επισκέφθηκε τους φίλους του στην Ιωνία ενώ
αυτοί από όλους τους τόπους έφθαναν και συμβίωναν μαζί του στον Κήπο, όπως είπε
ο Απολλόδωρος. Τον Κήπο είχε αγοράσει 80
μνες»…..
Μνα: Μονάδα μέτρησης της μάζας, ζύγιζε περ. 433 γρ. Χρησιμοποιούνταν και ως νόμισμα, ισοδυναμούσε με 100 δραχμές. Μεγάλο ποσόν!.... Πιθανολογείται ο μαθητής του Επίκουρου Ιδομενέας, που κατά μαρτυρία του Σενέκα ήταν αξιωματούχος του Λυσίμαχου, έδωσε το ποσόν στο δάσκαλό του για την αγορά κτήματος, όπου δημιουργήθηκε η σχολή του «Κήπου».
Για τον Πλάτωνα, λέγεται, ότι αγόρασε
(το 388) για 30 μνες το μικρό κτήμα (κοντά στο ιερό του ήρωα Ακάδημου), όπου
ξεκίνησε τη διδασκαλική του δράση (το 387).
Το ποσόν το είχαν συγκεντρώσει φίλοι του
και προορίζονταν για την εξαγορά του από δούλος, όταν κατά το πρώτο ταξίδι του
στη Σικελία είχε συλληφθεί από πειρατές και είχε εκτεθεί προς πώληση στη αγορά
δούλων της Αίγινας. Όμως ο εκ Κυρήνης αγοραστής του ελευθέρωσε τον Πλάτωνα χωρίς να δεχτεί να λάβει αντίτιμο, έτσι το πιο πάνω ποσόν των 30
μνων διατέθηκε για την αγορά του κτήματος («Ακαδημία»).
Ο ποιητής Μάχων αφηγείται πως η εταίρα
Φρύνη (πέθανε στην Αθήνα το 310) ζητούσε μία μνα για κάθε νύχτα.
«Σύμφωνα με τον Διοκλή στον «Κήπο» ζούσαν με οικονομία και τρέφονταν λιτά. Αρκούνταν σε μια κούπα κρασί, γιατί το κυρίως ποτό γι’ αυτούς ήταν το νερό. Και δεν αξίωνε από τους φίλους να καταθέτουν την περιουσία τους σε κοινό ταμείο, όπως ο Πυθαγόρας, που είχε δόγμα “κοινά τα των φίλων”. Διότι, έλεγε ο Επίκουρος, ότι αυτό δηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους φίλους, και με δυσπιστία δεν υπάρχει φιλία.
Ο Επίκουρος είχε πει στις επιστολές του ότι
αρκείται μόνο σε νερό και λιτό ψωμί, ενώ κάποτε είπε σε φίλο του: “Στείλε μου
ένα δοχειάκι από εκείνο το τυρί, ώστε, όταν θέλω, να μπορώ να ζω με πολυτέλεια”.
Τέτοιος
ήταν εκείνος που όρισε ότι ο σκοπός της ζωής είναι η ηδονή, ὃν καὶ Ἀθήναιος
δι' ἐπιγράμματος οὕτως ὑμνεῖ·
Ἀθήναιος
ο Ναυκρατίτης (2ος αι. μ.Χ.) από την Ναυκράτιδα της Αιγύπτου.
Έζησε στην Αλεξάνδρεια και στην Ρώμη. Κυριότερο έργο του το 30άτομο έργο
Δειπνοσοφισταί.
«Άνθρωποι, μοχθείτε για τα χειρότερα,
και για το κέρδος αρχίζετε φιλονικίες και
πολέμους, άπληστοι.
Όμως, ο πλούτος της φύσης έχει συγκεκριμένα όρια,
ενώ οι κούφιες κρίσεις διατρέχουν απέραντη οδό.
Αυτό άκουσε ο συνετός γιός του Νεοκλή,
είτε από τις μούσες είτε από τον ιερό τρίποδα της
Πυθίας.
Εισχωρούμε και πολλά θα καρπωθούμε από τις
δοξασίες και τα λόγια του».
«ἄνθρωποι, μοχθεῖτε τὰ χείρονα, καὶ διὰ κέρδος ἄπληστοι νεικέων ἄρχετε καὶ
πολέμων·
τᾶς φύσιος δ' ὁ πλοῦτος ὅρον τινὰ βαιὸν ἐπίσχει, αἱ δὲ κεναὶ κρίσιες τὰν
ἀπέραντον ὁδόν,
τοῦτο Νεοκλῆος πινυτὸν τέκος ἢ παρὰ Μουσέων ἔκλυεν ἢ Πυθοῦς ἐξ ἱερῶν
τριπόδων.
εἰσόμεθα δὲ καὶ μᾶλλον προϊόντες ἔκ τε τῶν
δογμάτων ἔκ τε τῶν ῥητῶν αὐτοῦ».
(Δ. Λ. Χ, 9 -12)
Ο Επίκουρος ασκούσε
γοητεία για την πνευματική ανωτερότητα του, και για την ηπιότητα του χαρακτήρα
του. Λατρεύτηκε σαν θεός από μαθητές και οπαδούς του. Ο Λουκρήτιος του
αφιέρωσε τέσσερις μεγαλειώδεις ύμνους στο αξεπέραστης φιλοσοφικής αξίας και
λογοτεχνικής ομορφιάς ποίημα του. Ο Μένανδρος τον παράβαλε με τον Θεμιστοκλή
που έσωσε την Ελλάδα από την δουλεία, όπως ο Επίκουρος την ξεσκλάβωσε από την
μωρία.
Αλλά και
σφοδροί αντίπαλοι της φιλοσοφίας του, τον εκτίμησαν. Ο Αυγουστίνος έγραψε ότι
ήταν διατεθειμένος μεταξύ όλων των ειδωλολατρών φιλοσόφων να προτιμήσει τον
Επίκουρο, αν είχε κάμει λόγο περί αμοιβών και ποινών στην μετά το θάνατο ζωή……
Ωστόσο, απ’ την αρχαιότητα ήδη και παρά τη μεγάλη διάδοση και αποδοχή που
έτυχε παντού στον γνωστό κόσμο ο Επικουρισμός, ξεκίνησε μια (ενορχηστρωμένη;) συκοφαντία. Η κατηγορία ήταν ότι
αντιπροσωπεύει μια αντιπνευματική, φυγόπονη, ρηχή, ηδονιστική, ανήθικη, άθεη
παρωδία της αληθινής φιλοσοφίας, την οποία
εκφράζουν μόνον οι Πλάτωνας και Αριστοτέλης.
Αργότερα και ως τις μέρες μας, η Επικούρεια φιλοσοφία, η τόσο ξεκάθαρα υπέρμαχος της λιτής, ενάρετης και ήσυχης ζωής, έφτασε για πολλούς να σημαίνει την υπερβολική επιθυμία για ακριβά εδέσματα και ποτά, για αχαλίνωτο αισθησιασμό, για τρυφηλή ζωή.
Ο Άγγλος William
Temple (1628 – 1699. Πολιτικός, διπλωμάτης
και δοκιμιογράφος), από τους πρώτους φίλους της
Επικούρειας φιλοσοφίας στη Βρετανία, διατυπώνει την (ρητορική) απορία:
……. «Συχνά αναρωτήθηκα πως συνέβη να εμφανιστεί
γενικά τέτοιο άγριο και επιθετικό υβρεολόγιο κατά του Επίκουρου, του οποίου η
θαυμαστή οξύνοια, η κομψότητα της έκφρασης, η ανωτερότητα της φύσης, η
γλυκύτητα του λόγου, η εγκράτεια της ζωής και η σταθερή στάση απέναντι στον
θάνατο έκαναν να τον αγαπούν οι φίλοι του, να τον θαυμάζουν οι μαθητές του και
να τον τιμούν οι Αθηναίοι».
Την οποίαν ευθύς αντικρούει:
«…… Όμως ο Επίκουρος, έχει βρει τόσο
μεγάλους υποστηρικτές της αρετής του, όπως και των γνώσεων και επινοήσεων του,
ώστε δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω. Και μόνο οι καταγραφές του Διογένη Λαέρτιου
φαίνονται πολύ ειλικρινείς και αντικειμενικές για ν’ αμφισβητηθούν ή να
χρειάζονται τη βοήθεια σύγχρονων συγγραφέων.
Εν τούτοις, ακόμα κι’ αν όλα αποτύγχαναν,
ο Επίκουρος θα βρισκόταν πολύ καλά προστατευμένος, ως από την ανωτερότητα
πολλών μελών της ανά τους αιώνες ομάδας υποστηρικτών του, και ιδιαίτερα εκείνων
που βρέθηκαν κοντά στα σπουδαιότερα της ιστορίας πρόσωπα και γεγονότα.
Δεν χρειάζεται να ονομάσω περισσότερους
από τον Καίσαρα, τον Αττικό, τον Μαικήνα, τον Λουκρήτιο, τον Βιργίλιο, τον
Οράτιο. Όλοι, άντρες αξιοθαύμαστοι στα
δικά τους διαφορετικά πεδία και ενδεχομένως απαράμιλλοι στην ιστορία…».
Sir William
Temple (1628-1699)
/ “Upon the Gardens of Epicurus”, 1685
(Βλ. το άρθρο: “Sir William Temple” στο μπλογκ μου
Η συκοφαντία απέναντι στην Επικούρεια φιλοσοφία, της οποίας τα αίτια είναι
γνωστά και συζητημένα, εξαντλήθηκε από το τέλος του μεσαίωνα και μετέπειτα, όταν:
1) το 1417 ο ιστοριοδίφης και λόγιος Πόντζο
Μπρατσολίνι, σε κάποιο μοναστήρι της κεντρικής Ευρώπης, ανακάλυψε και
έφερε στο φως ένα σπάνιο χειρόγραφο, το μοναδικό σωζόμενο έργο του Ρωμαίου
ποιητή και φιλόσοφου Λουκρητίου “De rerum natura”.
2) το 1433, ο θεολόγος και Ελληνιστής Ambrogio
Traversari ……. Οι γνώσεις
του στα Ελληνικά οφείλονται στο δάσκαλο του Μανουήλ Χρυσολωρά, μετέφρασε στα Λατινικά το φημισμένο
έργο: «Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων» («Βίοι φιλοσόφων») του Διογένη Λαέρτιου, 10 τόμων.
Το 10ο (Χ) βιβλίο του έργου αυτού αναφέρεται
αποκλειστικά στον Επίκουρο και την θεωρία του, μάλιστα δυσανάλογα εκτενέστερα
και φιλικότερα από όλους τους άλλους φιλόσοφους.
3) στα μέσα του 17ου αι., όταν ο
Γάλλος φιλόσοφος Pierre Gassendi δημοσίευσε
τα έργα:
α) “De Vita, moribus et doctrina Epicuri libri octo” (Λυών, 1647),
β) “De Vita, moribus
et placitis Epicuri, seu Animadversiones in librum X Diogenis Laertii” (Λυών, 1649),
γ) “Syntagma philosophiae Epicuri” (Λυών, 1649).
Ο Πιερ Γκασσεντί (1592–1655) θεωρείται ο “αναβιωτής της
Επικούρειας φιλοσοφίας”. Σημαίνων Γάλλος φιλόσοφος, αστρονόμος, μαθηματικός,
διδάκτωρ θεολογίας-ιερέας. Πολυμαθής, εργατικός, παραγωγικός, υπήρξε, ακόμα,
πνευματικός καθοδηγητής ομάδας ελεύθερα σκεπτόμενων λογίων. Διακρίθηκε σε όλους
τους τομείς.
Σαν επιστήμονας και παρατηρητής – αστρονόμος,
πέραν των σπουδαίων μελετών του, βρισκόταν σε επαφή με όλους τους μεγάλους
αστρονόμους της εποχής του, όπως ο Γαλιλαίος και ο Κέπλερ. Ο σεληνιακός
κρατήρας Γκασσεντί έχει έτσι ονομαστεί προς τιμή του.
Ως φιλόσοφος ήταν σφοδρός αντίπαλος του
Αριστοτέλη και του Καρτέσιου. Ως Χριστιανός προσπάθησε να “συμβιβάσει” την
θρησκεία με την Επικούρεια φιλοσοφία, έτσι, σε βασικά της σημεία
διαφοροποιήθηκε απ’ αυτήν, καθότι πίστευε ότι:
α)
Ο Θεός δημιούργησε (εκ του μηδενός) τα άτομα και τον κενό χώρο του σύμπαντος.
β)
Δεν υπάρχει το τυχαίο. Την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου επιτρέπει
η θεία πρόνοια.
γ) Η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη, λόγω της αγάπης του Θεού.
Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό και πολιτικό Edward Gibbon, συγγραφέα του περιώνυμου έργου: “Ιστορία της παρακμής και της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας”, ο Pierre Gassendi ήταν: "Le meilleur philosophe des littérateurs, et le meilleur littérateur des philosophes" / «Ο μεγαλύτερος φιλόσοφος μεταξύ των ανθρώπων των γραμμάτων και ο μεγαλύτερος άνθρωπος των γραμμάτων μεταξύ των φιλοσόφων».
4) τον 18ο αι. διαδόθηκε ο (γαλλικός)
Διαφωτισμός, του οποίου διάσημοι λόγιοι - εκπρόσωποι,
με συγγράμματά τους, υποστήριξαν τις προοδευτικές ιδέες του.
……. Έκτοτε, ο Επικουρισμός κέρδισε την υψηλή θέση που κατέχει σήμερα στο στερέωμα της ορθολογικής, της πραγματικής, φιλοσοφίας.
Ο Επίκουρος είχε το προνόμιο ν’ ανταμειφθεί και εν ζωήι. Πέθανε ευτυχισμένος, με την συναίσθηση ότι είχε υψωθεί ως την μακαριότητα, αυτήν που επιζητούσε για όλους τους ανθρώπους….
«Πορευόμενος
τη μακαρία και τελευταία ημέρα του βίου μου σου γράφω αυτά. Ο
υπερβολικός πόνος από τη συνεχή δυσουρία και δυσεντερία δεν απολείπεται του
μεγέθους του. Αντιπαραθέτω σ’ όλα αυτά την χαρά της ψυχής επί των γεγονότων
που ανακαλώ στη μνήμη μου. Εσύ όμως που άξια παραστάθηκες προς εμένα και
την φιλοσοφία από νεαρός, να επιμεληθείς τα παιδιά του Μητρόδωρου».
«Τὴν μακαρίαν ἄγοντες καὶ ἅμα
τελευταίαν ἡμέραν τοῦ βίου ἐγράφομεν ὑμῖν ταυτί. στραγγουρικά τε παρηκολούθει
καὶ δυσεντερικὰ πάθη ὑπερβολὴν οὐκ ἀπολείποντα τοῦ ἐν ἑαυτοῖς μεγέθους. ἀντιπαρετάττετο
δὲ πᾶσι τούτοις τὸ κατὰ ψυχὴν χαῖρον ἐπὶ τῇ τῶν γεγονότων ἡμῖν διαλογισμῶν μνήμῃ.
σὺ δ' ἀξίως τῆς ἐκ μειρακίου παραστάσεως πρὸς ἐμὲ καὶ φιλοσοφίαν ἐπιμελοῦ τῶν
παίδων Μητροδώρου».
(Επιστολή προς Ιδομενέα, Δ.Λ. Χ, 22)
ΠΙΝΑΚΑΣΟι διάδοχοι του Επίκουρου στη σχολή «Κήπος των Αθηνών»
(From Wikipedia, the free encyclopedia)
List of Epicurean philosophers
This is a list
of Epicurean philosophers,
ordered (roughly) by date.
The criteria
for inclusion in this list are fairly mild. See also Category: Epicurean philosophers.
|
Name |
Period |
Notes |
|
3rd century
BC |
||
|
341-270
BC |
Founder of the Epicurean school of philosophy. |
|
|
c.
345-c. 285 BC |
Mathematician and friend of Epicurus. |
|
|
331-278
BC |
Close
friend of Epicurus. |
|
|
fl.
300 BC |
Philosopher
who criticized Theophrastus. |
|
|
fl.
300 BC |
Brother of Metrodorus, and apostate of Epicureanism. |
|
|
c. 300
BC |
Pupil
of Epicurus. |
|
|
c. 300
BC |
Pupil
of Epicurus. |
|
|
c. 300
BC |
Epicurean who wrote a work on friendship. |
|
|
c.
325-c. 250 BC |
Friend and pupil of Epicurus. Biographer of famous lives. |
|
|
c.
325-c. 250 BC |
Second leader of the Epicurean school. |
|
|
c.
323-c. 250 BC |
Pupil
of Epicurus. |
|
|
c.
320-c. 250 BC |
Friend
of Epicurus. |
|
|
c.
290-219 BC |
Third leader of the Epicurean school. |
|
|
c.
275-205 BC |
Fourth leader of the Epicurean school. |
|
|
c.
250-c. 175 BC |
Fifth leader of the Epicurean school. |
|
|
2nd century
BC |
||
|
c.
200-c. 130 BC |
Epicurean philosopher who lived at the Seleucid
court. |
|
|
fl.
150 BC |
Teacher
of Philonides |
|
|
fl.
150 BC |
Epicurean
philosopher and author. |
|
|
fl.
150 BC |
Epicurean philosopher, lived at the court of Syria. |
|
|
fl.
150 BC |
Epicurean philosophers expelled from Rome in 173 or
154 BC. |
|
|
fl.
125 BC |
Leader of the Epicurean school, teacher of Zeno of
Sidon. |
|
|
c.
150-c. 75 BC |
Epicurean
philosopher and writer. |
|
|
c.
150-c. 75 BC |
Epicurean philosopher, and teacher of Philodemus. |
|
|
fl.
125 BC |
Epicurean philosopher who introduced Epicureanism to
Rome. |
|
|
fl.
105 BC |
Orator
and politician. |
|
|
1st century BC |
||
|
fl.
100 BC |
Writer of Epicurean texts in Latin |
|
|
138-70
BC |
Leader of the Epicurean school. |
|
|
c.
110-c. 40 BC |
Epicurean philosopher whose works survive in
the Villa of
the Papyri. |
|
|
c.
95-c. 55 BC |
Epicurean philosopher-poet who composed De rerum natura. |
|
|
fl. 70
BC |
Leader of the Epicurean school. |
|
|
fl. 50
BC |
Epicurean philosopher, wrote Latin books |
|
|
c. 110
BC-c. 33 BC |
Banker and patron of letters. |
|
|
fl. 50
BC |
Epicurean philosopher and teacher of Virgil. |
|
|
2nd century
AD |
||
|
fl.
125 AD |
Epicurean who carved Epicurus's teachings on a wall
in Oenoanda.
|
|
Greek era:
Epicurus Polyaenus Metrodorus Batis
Leontion Carneiscus Idomeneus Hermarchus Colotes Themista Leonteus Polystratus
Dionysius of Lamptrai Basilides Philonides Diogenes of Tarsus Alcaeus and
Philiscus Apollodorus Demetrius Lacon Zeno of Sidon
Roman era:
Amafinius Rabirius Titus Albucius
Phaedrus Philodemus Lucretius Patro Catius Siro Diogenes of Oenoanda
Modern era:
Pierre Gassendi Denis Diderot Jeremy Bentham Jun Tsuji Christopher Hitchens Michel Onfray
Σημείωση
16η
Λουκρήτιου, δύο ύμνοι στον
Επίκουρο
Από
τους πιο ένθερμους θαυμαστές του Επίκουρου ο Ρωμαίος ποιητής Λουκρήτιος (Titus Lucretius Carus
(94-55). Στο μεγαλειώδες έργο του: “De
rerum natura” (“Περί της φύσεως των πραγμάτων”), γραμμένο
σε 7.413 δακτυλικούς εξάμετρους, πέραν της μεγάλης λογοτεχνικής και
διδακτικής του αξίας, είναι ένας
ανεκτίμητος θησαυρός για όλη την Επικούρεια φιλοσοφία (φυσική και ηθική).
«Οι στίχοι του υπέροχου Λουκρήτιου
τότε μόνον θα χαθούν, όταν ξημερώσει η
‘μέρα που ο κόσμος θα
παραδοθεί στον όλεθρο».
(Οβίδιος, “Amores”, 1.15.23-24)
«Ευτυχισμένος αυτός που μπόρεσε να
γνωρίσει τα αίτια των πραγμάτων και πάτησε χάμω όλους τους φόβους και υπέταξε
την αδυσώπητη μοίρα, το βουητό του αχόρταγου Αχέροντα». (Βιργίλιος, “Γεωργικά”,
2.490-3)
Στο
“De Rerum Natura” υπάρχουν 4 εγκώμια αφιερωμένα
στον Επίκουρο (Ι 62-79, ΙΙΙ 1-30, V 1-54, VI 1-42). Μέσα απ’
αυτά, ο Λουκρήτιος εκφράζει την απέραντη αγάπη του στον Επίκουρο, τον οποίον αποκαλεί πατέρα - ηγέτη
- θεό - σωτήρα όλης της της ανθρωπότητας! Παρακάτω,
δύο, από τα τέσσερα, εγκώμια του Λουκρήτιου στον Επίκουρο…..
Από
τις εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ, μετάφραση: Θ. Αντωνιάδης – Ρ. Χαμέτη
1) ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΥ, ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΕΠΙΚΟΥΡΟ
(De
rerum natura, Ι 62-79)
Χάμω
σερνόταν μπρος στα μάτια όλων ατιμασμένη η ανθρώπινη ζωή,
πλακωμένη
από το βάρος της θρησκείας που απ’ τα ουράνια πρόβαλλε την
τρομερή της
όψη και απειλούσε τους θνητούς.
Τότε, πρώτος
ένας Έλληνας τόλμησε να υψώσει το βλέμμα του το θνητό
καταπάνω της
και να της αντισταθεί.
Αυτόν δεν
τον σταμάτησαν μήτε οι θρύλοι των θεών μήτε οι κεραυνοί τους
μήτε το
απειλητικό μουρμουρητό τ’ ουρανού.
Ίσα-ίσα, που
δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του
και τη
θέληση ν’ αποτινάξει, πρώτος αυτός, τις κλειδωνιές
που
σφράγιζαν τα μυστικά της φύσης.
Κι η ζωντανή
ορμή του νου θριάμβευσε
και διάβηκε
τους φλογισμένους φράκτες τ’ ουρανού,
και
περπάτησε το απέραντο Σύμπαν με λογισμό και πνεύμα.
Και μας
ξανάρθε νικητής
για να μας
πει τι μπορεί να γενεί και τι όχι,
και πώς
ορίζεται, με νόμους ακλόνητους, η δύναμη στο κάθε τι.
Έτσι, με τη
σειρά της, ποδοπατημένη συντρίβεται η θρησκεία,
κι εμάς η
νίκη του μας υψώνει στα ουράνια.
2) ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΥ, ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΕΠΙΚΟΥΡΟ
(De
rerum natura, ΙΙΙ, 1-30)
Εσένα,
στολίδι του γένους των Ελλήνων,
που πρώτος
μπόρεσες να υψώσεις φως λαμπρό μες σε φριχτά σκοτάδια,
και
φανέρωσες τις χάρες της ζωής,
εσένα
ακολουθώ, και στα δικά σου χνάρια πάνω τα πόδια μου πατούν.
Όχι από
επιθυμία να σε παραβγώ, αλλά από αγάπη και πόθο να σε μιμηθώ.
Τι να σου
κάνει άλλωστε ένα χελιδόνι μπρος στους κύκνους;
Πώς να
παραβγεί την ορμή του καθαρόαιμου αλόγου
ένα
κατσικάκι με τρεμάμενα πόδια;
Εσύ, πατέρα
μας, φώτισες την αλήθεια, εσύ με τις νουθεσίες σου τις πατρικές.
Απ’ τα δικά
σου βιβλία, τρισένδοξε.
Όπως οι
μέλισσες τρυγούν κάθε λογής λουλούδια στ’ ανθισμένα λιβάδια,
δρέπουμε τα
χρυσά σου λόγια, που η αξία τους μένει παντοτινή.
Γιατί μόλις
η διδασκαλία, που πήγασε από το θεϊκό
σου πνεύμα,
άρχισε να
διαλαλεί τη φύση των πραγμάτων,
σκόρπισαν οι
φόβοι της ψυχής κι έπεσαν τα τείχη του κόσμου,
κι είδα μες
στο χάος να παίρνει σχήμα το κάθε τι.
Προβάλλουν μπρος
μου σ’ όλο τους το μεγαλείο οι θεοί κι οι γαλήνιες κατοικίες τους
που μήτε
άνεμοι τις δέρνουν μήτε τα σύννεφα με τις βροχές τους τις μουσκεύουν
μήτε τις
σκεπάζει χιόνι πετρωμένο απ’ τη παγωνιά.
Αιθέρας
ασυννέφιαστος αιώνια τις αγκαλιάζει χαμογελώντας
και τις
περιλούζει με άπλετο φως.
Όλα τούς τα
προσφέρει η φύση
και τη
γαλήνη τους τίποτα δεν έρχεται ποτέ να την ταράξει.
Μα πουθενά
δε βλέπω τα μέρη του Αχέροντα
κι όχι
επειδή μ’ εμποδίζει η γης να δω όλα όσα γίνονται κάτω από τα πόδια μας, στα
βάθη του κενού.
Μπρος σ’
ετούτο το θέαμα με κυριεύει κάτι σαν θεϊκή ηδονή και ένα δέος,
αφού χάρη
στη δύναμή σου τραβήχτηκαν τα πέπλα
και
φανερώθηκε ολάνοιχτη εμπρός μας η φύση.
9.10) Ηδονή και
Ευδαιμονία στον Επίκουρο
«Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος
λέγομεν εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν»
(Επιστ. προς Μενοικέα, 128-129)
Η ηδονή είναι το δηλωτικό σημείο της
Επικούρειας ηθικής. Η ηδονή / ευχαρίστηση συνιστά την απώτερη επιδίωξη
όλων των όντων, απόλυτα συγγενής με τη φύση τους. Επιζητείται από όλα τα
πλάσματα του κόσμου εξ ενστίκτου, πέραν και εκτός της
λογικής. Ωστόσο, η επιδίωξη της ηδονής
από τους ανθρώπους πρέπει να γίνεται με φρόνηση και με εγκράτεια, προκειμένου
να αποφεύγονται πολλές επώδυνες συνέπειες, όπως ασθένειες, δυστυχία, όνειδος,
τιμωρία από τα νόμους κ.ά.
Ο Χομπς βάζει την “αυτοσυντήρηση”
υπέρτατο σκοπό των πράξεων μας, πάνω από την ηδονή-ευδαιμονία.
Ο πόνος,
εξαιρετικά δυσάρεστο συναίσθημα, είναι
το αντίθετο της ηδονής, όμως ο Φιλόδημος, στη τετραφάρμακο, μας λει ότι
«το δεινόν (είναι) ευεκαρτέρητον», έχοντας υπ’ όψιν την ρήση
του Επικούρου:
«Δεν χρονίζει ο σωματικός πόνος, αλλά ο μεν ακρότατος πόνος διαρκεί
ελάχιστα, ο δε πόνος που υπερβαίνει την ηδονή του σώματος δεν διαρκεί πολλές
ημέρες. Οι δε πολυχρόνιες αρρώστιες δίδουν παραπάνω το γλυκύ στο σώμα σε
αντιστάθμισμα του άλγους».
«Οὐ χρονίζει τὸ ἀλγοῦν συνεχῶς
ἐν τῇ σαρκί, ἀλλὰ τὸ μὲν ἄκρον τὸν ἐλάχιστον χρόνον πάρεστι, τὸ δὲ μόνον
ὑπερτεῖνον τὸ ἡδόμενον κατὰ σάρκα οὐ πολλὰς ἡμέρας συμμένει. αἱ δὲ πολυχρόνιοι
τῶν ἀρρωστιῶν πλεονάζον ἔχουσι τὸ ἡδόμενον ἐν τῇ σαρκὶ ἤπερ τὸ ἀλγοῦν». (ΚΥΡΙΑΙ ΔΟΞΑΙ 4)
Γενικά, ό,τι είναι σύμφωνο με τη φύση είναι αγαθό, εκείνο που είναι αντίθετο μ’ αυτήν είναι κακό.
Η ηδονή
είναι, άρα, το αγαθό, και ο
πόνος το κακό. Διότι, στην υγεία του σώματος και στην αταραξία τα ψυχής
βρίσκεται ο τελικός σκοπός τα μακάριας ζωής.
«Ὅταν οὖν λέγωμεν ἡδονὴν
τέλος ὑπάρχειν, οὐ τὰς τῶν ἀσώτων ἡδονὰς καὶ τὰς ἐν ἀπολαύσει κειμένας λέγομεν,
ὥς τινες ἀγνοοῦντες καὶ οὐχ ὁμολογοῦντες ἢ κακῶς ἐκδεχόμενοι νομίζουσιν, ἀλλὰ τὸ
μήτε ἀλγεῖν κατὰ σῶμα μήτε ταράττεσθαι».
(Επιστολή
προς Μενοικέα, 131)
Ο άνθρωπος πρέπει να αποφεύγει ηδονές που
έχουν συνεπακόλουθο πόνο και δυστυχία, διότι…..
«Καμία ηδονή καθαυτὴ
κακή. Ωστόσο, τα επακόλουθα μερικών ηδονών επιφέρουν πολύ περισσότερες οχλήσεις
παρά τέρψεις».
«Οὐδεμία ἡδονὴ καθ΄ ἑαυτὴν κακόν· ἀλλὰ τὰ τινῶν ἡδονῶν
ποιητικὰ πολλαπλασίους ἐπιφέρει τὰς ὀχλήσεις τῶν ἡδονῶν».
(Επ. Προσφώνησις 50)
Στην
επιστολή προς Μενοικέα διαβάζουμε:
«……Και πράγματι, μία αλάνθαστη
θεώρηση των επιθυμιών πρέπει να ανάγει κάθε προτίμηση και κάθε αποφυγή στην υγεία του σώματος και την αταραξία
της ψυχής, επειδή εκεί βρίσκεται ο τελικός σκοπός της μακάριας
ζωής. Επειδή κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε τον σωματικό πόνο
και την ταραχή της ψυχής.
Και από την στιγμή που το επιτύχουμε,
σταματά κάθε ψυχική ταραχή, επειδή το ζωντανό ον δεν χρειάζεται πλέον να
κινηθεί προς κάτι που του λείπει, ούτε να αναζητήσει κάτι άλλο για να
συμπληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Διότι τότε χρειαζόμαστε την
ηδονή, όταν πονούμε εξ’ αιτίας της απουσίας της, και όταν δεν πονούμε, δεν
χρειαζόμαστε καθόλου την ηδονή. Και για τούτο λέμε ότι η ηδονή είναι
αρχή και τέλος (σκοπός) της ευτυχισμένης
ζωής.
Γιατί έχουμε διαγνώσει ότι η ηδονή
είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο αγαθό μέσα μας, και ότι με αυτήν ως
αφετηρία διαλέγουμε τι θα πράξουμε και τι θα αποφύγουμε, και ότι σε αυτήν
καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε κάθε αγαθό με γνώμονα αυτό που αισθανόμαστε. Και ακριβώς επειδή η ηδονή είναι το
πρωταρχικό και σύμφυτο αγαθό μέσα μας, δεν επιλέγουμε κάθε ηδονή, αλλά
υπάρχουν περιπτώσεις όπου προσπερνάμε τα ηδονές όταν μετά απ’ αυτές έπονται
μεγαλύτερες ενοχλήσεις.
«……τούτων
γὰρ ἀπλανὴς θεωρία πᾶσαν αἵρεσιν καὶ φυγὴν ἐπανάγειν οἶδεν ἐπὶ τὴν τοῦ σώματος ὑγίειαν
καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ἀταραξίαν, ἐπεὶ τοῦτο τοῦ μακαρίως ζῆν ἐστι τέλος. Τούτου γὰρ
χάριν πάντα πράττομεν, ὅπως μήτε ἀλγῶμεν μήτε ταρβῶμεν· ὅταν δ’ ἅπαξ τοῦτο περὶ
ἡμᾶς γένηται, λύεται πᾶς ὁ τῆς ψυχῆς χειμών, οὐκ ἔχοντος τοῦ ζῴου βαδίζειν ὡς
πρὸς ἐνδέον τι καὶ ζητεῖν ἕτερον ᾧ τὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀγαθὸν συμπληρώσεται.
Τότε γὰρ ἡδονῆς χρείαν ἔχομεν ὅταν ἐκ τοῦ μὴ παρεῖναι τὴν ἡδονὴν ἀλγῶμεν· <ὅταν
δὲ μὴ ἀλγῶμεν,> οὐκέτι τῆς ἡδονῆς δεόμεθα.
Καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος
λέγομεν εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν· ταύτην
γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν ἔγνωμεν, καὶ ἀπὸ ταύτης καταρχόμεθα πάσης αἱρέσεως
καὶ φυγῆς καὶ ἐπὶ ταύτην καταντῶμεν ὡς κανόνι τῷ πάθει πᾶν ἀγαθὸν κρίνοντες. Καὶ
ἐπεὶ πρῶτον ἀγαθὸν τοῦτο καὶ σύμφυτον, διὰ τοῦτο καὶ οὐ πᾶσαν ἡδονὴν
αἱρούμεθα, ἀλλ’ ἔστιν ὅτε πολλὰς ἡδονὰς ὑπερβαίνομεν, ὅταν πλεῖον ἡμῖν τὸ
δυσχερὲς ἐκ τούτων ἕπηται·
(Επιστ. προς Μενοικέα, 128-129)
Σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση, και
προανάκρουσμα της ηδονής, είναι οι επιθυμίες, οι οποίες κατά τον Επίκουρο διακρίνονται σε τρία είδη:
1)
Φυσικές και ἀναγκαῖες. Αυτές που διώχνουν τον πόνο, όπως το
ποτό διώχνει την δίψα.
2) Φυσικές και μη ἀναγκαῖες. Αυτές
που διανθίζουν την ευχαρίστηση μόνον, χωρίς να
διώχνουν τον πόνο, όπως είναι τα πολυτελή φαγητά.
3) Σ’ αυτές που δεν είναι ούτε φυσικές
ούτε ἀναγκαῖες, αλλά δημιουργούνται από κούφια ματαιοδοξία, όπως είναι
αυτές για στεφάνια και αναθέσεις κατασκευής ανδριάντων.
«Τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ καὶ <ἀναγκαῖαι· αἱ δὲ
φυσικαὶ καὶ> οὐκ ἀναγκαῖαι· αἱ δὲ οὔτε φυσικαὶ οὔτ‘ ἀναγκαῖαι ἀλλὰ παρὰ κενὴν
δόξαν γινόμεναι. φυσικὰς καὶ ἀναγκαίας ἡγεῖται ὁ
Ἐπίκουρος τὰς ἀλγηδόνος ἀπολυούσας, ὡς ποτὸν ἐπὶ δίψους· φυσικὰς δὲ οὐκ ἀναγκαίας
δὲ τὰς ποικιλλούσας μόνον τὴν ἡδονήν, μὴ ὑπεξαιρουμένας δὲ τὸ ἄλγημα, ὡς
πολυτελῆ σιτία· οὔτε δὲ φυσικὰς οὔτ‘ ἀναγκαίας, ὡς στεφάνους καὶ ἀνδριάντων ἀναθέσεις.
(Κύριαι
Δόξαι 29)
Η “κινητική”,
της παρούσας στιγμής, αυτή που αντλείται
από την διαδικασία για την ικανοποίηση της επιθυμίας, και η “καταστηματική”,
αυτή που διέπεται από το λογικό, και την απολαμβάνει κανείς όταν ικανοποιεί τις
φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες του, συγχρόνως με απουσία πόνου.
Προκρίνει την “καταστηματική ηδονή”,
ως τέλος της ζωής…..
H λέξη “τέλος”
έχει διπλή σημασία, κάποιες φορές, ταυτόχρονα. Σημαίνει (κυρίως) σκοπό –
στόχο, αλλά και κατακλείδα – πέρας, όταν η έρευνα του θέματος τελειώνει.
Άλλωστε,
μόνο η αδιάλειπτη, δηλ. η μόνιμου χαρακτήρα ηδονική κατάσταση, η απαλλαγμένη από φόβους και δεισιδαιμονίες,
εξαιτίας της γνώσης των πραγματικών αιτιών των φυσικών φαινομένων, απολυτρώνει
τον άνθρωπο από την ταραχή και φέρνει στη ψυχή του γαλήνη και αταραξία.
Η αταραξία
της ψυχής, είναι η κατάσταση όπου οι εύλογες, φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες
του ανθρώπου είναι ικανοποιημένες, μάλιστα αυτό δεν είναι τόσο δύσκολο, διότι “το
αγαθόν εύκτητον, (“Τετραφάρμακος”). Έτσι,
ο άνθρωπος, αόχλητος, γαληνεύει…….«Ὁ ἀτάραχος ἑαυτῷ καὶ ἑτέρῳ ἀόχλητος». Ο ατάραχος γαληνεύει, μη οχλούμενος ούτε απ’
τον ίδιο και ούτε από άλλους……
(Επ. Προσφώνησις 79)
Η
αταραξία
δεν είναι μια άλλη έκφραση της απάθειας των Στωικών, ούτε της αθαμβίας
(= η κατάσταση να μην να “θαμπώνεται” κανείς με τα ανεξήγητα που βλέπει) του Δημόκριτου. Η
Επικούρεια αταραξία αφορά
την ψυχική υγεία, στοιχείο απαραίτητο της ευδαιμονίας, ζητήματα κορυφαία στον
Επικουρισμό.
Στο ζήτημα της ηδονής,
μεγάλη υπήρξε η αντιπαράθεση της Επικούρειας φιλοσοφίας προς την “Κυρηναϊκή” (ή και “Αριστιππική”, λεγόμενη).
Για τον Κυρηναϊκό φιλόσοφο
Αρίστιππο, ο Διογένης Λαέρτιος παρατηρεί: «Ην δε ικανός αρμόσασθαι και τόπω
και χρόνω και προσώπω, και πάσαν περίστασιν αρμοδίως υποκρίνασθαι».
Στο Διογένη Λαέρτιο (βιβλ. Χ, 136-138) διαβάζουμε:
«Διαφέρεται δὲ πρὸς τοὺς Κυρηναϊκοὺς περὶ τῆς ἡδονῆς·
οἱ μὲν γὰρ τὴν καταστηματικὴν οὐκ ἐγκρίνουσι, μόνην
δὲ τὴν ἐν κινήσει· ὁ δὲ ἀμφότερα <τὰ γένη>
ψυχῆς καὶ σώματος, ὥς
φησιν ἐν τῷ Περὶ αἱρέσεως καὶ φυγῆς καὶ ἐν τῷ Περὶ τέλους καὶ ἐν τῷ πρώτῳ Περὶ
βίων καὶ ἐν τῇ πρὸς τοὺς ἐν Μυτιλήνῃ φίλους ἐπιστολῇ. ὁμοίως δὲ καὶ Διογένης ἐν
τῇ ἑπτακαιδεκάτῃ τῶν Ἐπιλέκτων καὶ Μητρόδωρος ἐν τῷ Τιμοκράτει λέγουσιν οὕτω·
νοουμένης δὲ ἡδονῆς τῆς τε κατὰ κίνησιν καὶ τῆς καταστηματικῆς. ὁ δ' Ἐπίκουρος ἐν
τῷ Περὶ αἱρέσεων οὕτω λέγει· "ἡ μὲν γὰρ ἀταραξία καὶ ἀπονία
καταστηματικαί εἰσιν ἡδοναί· ἡ δὲ χαρὰ καὶ ἡ εὐφροσύνη κατὰ κίνησιν ἐνεργείᾳ
βλέπονται".
Ἔτι πρὸς τοὺς Κυρηναϊκούς· οἱ μὲν γὰρ χείρους
τὰς σωματικὰς ἀλγηδόνας τῶν ψυχικῶν, κολάζεσθαι γοῦν τοὺς ἁμαρτάνοντας σώματι· ὁ
δὲ τὰς ψυχικάς. τὴν γοῦν σάρκα τὸ παρὸν μόνον χειμάζειν, τὴν δὲ ψυχὴν καὶ τὸ
παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. οὕτως οὖν καὶ μείζονας ἡδονὰς εἶναι
τῆς ψυχῆς. ἀποδείξει δὲ χρῆται
τοῦ τέλος εἶναι τὴν ἡδονὴν τῷ τὰ ζῷα ἅμα τῷ γεννηθῆναι τῇ μὲν εὐαρεστεῖσθαι, τῷ
δὲ πόνῳ προσκρούειν φυσικῶς καὶ χωρὶς λόγου. αὐτοπαθῶς οὖν φεύγομεν τὴν ἀλγηδόνα·…….. Διὰ δὲ τὴν ἡδονὴν καὶ τὰς ἀρετὰς
αἱρεῖσθαι, οὐ δι' αὑτάς…….. ὁ δ' Ἐπίκουρος καὶ ἀχώριστόν
φησι τῆς ἡδονῆς τὴν ἀρετὴν μόνην· τὰ
δ' ἄλλα χωρίζεσθαι, οἷον βρωτά.».
Οι
“Κυρηναϊκοί”, λοιπόν, τὴν καταστηματικὴν (ηδονήν) οὐκ ἐγκρίνουσι, μόνην
δὲ τὴν ἐν κινήσει·
Ο Επίκουρος
αποδέχεται και τα δύο είδη ηδονής, της ηρεμίας και της κίνησης,
με άλλα λόγια της ψυχής και του σώματος,
….. οἱ μὲν (Κυρηναϊκοί) τὴν καταστηματικὴν οὐκ ἐγκρίνουσι, μόνην δὲ τὴν
ἐν κινήσει·
ὁ δὲ (Επίκουρος)
ἀμφότερα <τὰ γένη> ψυχῆς καὶ σώματος……
αξιολογεί ως
ανώτερες τις πνευματικές ηδονές….. ούτως ουν και μείζονας ηδονάς είναι
της ψυχής….
και θεωρεί αχώριστη την ηδονή από την αρετή….. καὶ ἀχώριστόν φησι τῆς ἡδονῆς τὴν ἀρετὴν μόνην.
Ο Επίκουρος δεν θα ήταν ειλικρινής και ρεαλιστής, μάλλον υποκριτική σεμνοτυφία θα
έδειχνε, εάν υποτιμούσε τις σωματικές ηδονές, οι οποίες έντονα και αναγκαία
συνδέονται με τη φύση μας και είναι απαραίτητες στη σωματική και ψυχική υγεία – συναισθηματική μας ισορροπία…….
«….
Διότι δεν μπορώ να εννοήσω σε τι συνίσταται το αγαθόν, αν εξαιρέσω τις
ηδονές που προέρχονται από τα γεύματα, τις γενετήσιες πράξεις, τα ακροάματα, τα
εικαστικά…».
«Οὐ
γὰρ ἔγωγε ἔχω τί νοήσω τἀγαθόν, ἀφαιρῶν μὲν τὰς διὰ χυλῶν ἡδονάς, ἀφαιρῶν δὲ τὰς
δι' ἀφροδισίων καὶ τὰς δι' ἀκροαμάτων καὶ τὰς διὰ μορφῆς…..».
(Δ.Λ.
Χ, 6)
Και ο καθηγεμόνας του Κήπου Μητρόδωρος
ο Λαμψακηνός:
«….Όλες
οι ωραίες, οι σοφές και οι λαμπρές επινοήσεις της ψυχής έχουν εμφανιστεί για
χάρη της σαρκικής ηδονής, ή της προσδοκίας για την απόκτησή της. και είναι
μάταιο κάθε έργο που δεν οδηγεί προς αυτό το σκοπό». (Πλούταρχος,
“Προς Κολώτην”, 1125 b)
Εξάλλου (Κ.Δ. 10)…… «Αν οι πράξεις των ασώτων
που φέρνουν σ’ αυτούς ηδονές, έδιωχναν τους φόβους που μας κάνουν όλους να
νοιαζόμαστε και για τα ανεξήγητα στον ουρανό και για τον θάνατο και για τους
πόνους, κι’ αν μας δίδασκαν τα όρια των επιθυμιών, τότε δεν θα μπορούσαμε να
τους κατηγορήσουμε ποτέ για κάτι, επειδή θα ικανοποιούσαν από παντού τις ηδονές
και από πουθενά δεν θα είχαν τον πόνο ή την λύπη, που αυτό ακριβώς είναι το
κακό».
«Εἰ τὰ ποιητικὰ τῶν περὶ
τοὺς ἀσώτους ἡδονῶν ἔλυε τοὺς φόβους τῆς διανοίας τούς τε περὶ μετεώρων καὶ θανάτου
καὶ ἀλγηδόνων, ἔτι τε τὸ πέρας τῶν ἐπιθυμιῶν ἐδίδασκεν, οὐκ ἄν ποτε εἴχομεν ὅ
τι μεμψαίμεθα αὐτοῖς πανταχόθεν ἐκπληρουμένοις τῶν ἡδονῶν καὶ οὐθαμόθεν οὔτε τὸ
ἀλγοῦν οὔτε τὸ λυπούμενον ἔχουσιν, ὅπερ ἐστὶ τὸ κακόν». (Κύριαι Δόξαι 10)
Για τον
Επίκουρο, προϋπόθεση της ευδαιμονίας είναι η φρόνηση….. Η φρόνηση είναι όχι μόνον αχώριστη από τις
αρετές, αλλά από τη φρόνηση αυτές απορρέουν, και επειδή η φρόνηση διδάσκει
«τὸ ζῆν ἡδέως», έπεται ότι η αρετή και η ευδαιμονία είναι -αχώριστα- σύμφυτες…….
Οι Στωικοί πίστευαν ότι
η αρετή από μόνη της αρκεί για την ευδαιμονία, όμως διαφορετικό είναι το
περιεχόμενο των εννοιών της “αρετής” και της “ευδαιμονίας” στις
φιλοσοφίες των Επίκουρου και Ζήνωνα…..
«……Γι’
αυτό είναι πολυτιμότερη από την φιλοσοφία η φρόνηση, από την οποία απορρέουν
και οι υπόλοιπες άλλες αρετές, και είναι αυτή που διδάσκει ότι δεν
είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα αν η ζωή του δεν έχει φρόνηση, ομορφιά
και δικαιοσύνη, και ούτε πάλι μπορεί να έχει η ζωή του φρόνηση ομορφιά και
δικαιοσύνη αν δεν έχει ευχαρίστηση. Γιατί…… οι αρετές έχουν την ίδια φύση
με την ευδαιμονία (ζῆν ἡδέως), και η ευχάριστη ζωή δεν ξεχωρίζει από αυτές».
«διὸ
καὶ φιλοσοφίας τιμιώτερον ὑπάρχει φρόνησις, ἐξ ἧς αἱ λοιπαὶ πᾶσαι πεφύκασιν
ἀρεταί, διδάσκουσα ὡς οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως,
<οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως> ἄνευ τοῦ ἡδέως· συμπεφύκασι γὰρ
αἱ ἀρεταὶ τῷ ζῆν ἡδέως, καὶ τὸ ζῆν ἡδέως τούτων ἐστὶν
ἀχώριστον».
(Επ.
Μενοικέα, 132)
Ο Επίκουρος
θεωρεί ότι ο σοφός άνθρωπος «…..πιστεύει τελικά ότι είναι καλύτερα να
ατυχήσει σε κάτι που σκέφτηκε σωστά, παρά να ευτυχήσει χωρίς να έχει
συλλογισθεί, γιατί είναι καλύτερο τα ανθρώπινες πράξεις να αποτύχει εκείνο
που επιλέχθηκε σωστά, παρά να επιτύχει από ευνοϊκή τύχη εκείνο που κακώς
επιλέχθηκε»……
«……κρεῖττον
εἶναι νομίζοντος εὐλογίστως ἀτυχεῖν ἢ ἀλογίστως εὐτυχεῖν· βέλτιον γὰρ ἐν ταῖς
πράξεσι τὸ καλῶς κριθὲν <μὴ> ὀρθωθῆναι διὰ ταύτην». (Επιστολή προς Μενοικέα, 135)
Ο σοφός, φθάνοντας στην κορυφή έχει βρει
τεράστιο θησαυρό αυτάρκειας. Ασύγκριτος από πάσης απόψεως, δεν προσλαμβάνει
πλέον, παρά μόνον προσφέρει.
«Ὁ σοφὸς εἰς τὰ ἀναγκαῖα συγκριθεὶς μᾶλλον ἐπίστασαι
μεταδιδόναι ἡ μεταλαμβάνειν τηλικοῦτον αὐταρκείας εὑρὲ θησαυρόν». (Επ. Προσφώνησις 44)
Ο δε σεβασμός, που εύλογα δικαιούται ο σοφός, τιμά πρωτίστως (συνιστά ἀγαθὸν μέγα) εκείνον που τον σέβεται….. «Ο του σοφοῦ σεβασμός ἀγαθὸν μέγα τῷ σεβομένω ἐστί». (Επ. Προσφώνησις 32)
Η ηδονή, λοιπόν, συνιστά
την αρχή και το τέλος (σκοπό) της ευτυχισμένης ζωής.
Η
ευδαιμονία βρίσκεται,
ή και ταυτίζεται με την ηδονή.
Και το αξίωμα αυτό αποτελεί θεμελιώδες Επικούρειο δόγμα, αφού αποβλέπει στο σπουδαιότερο από τα ανθρώπινα ζητήματα, δηλ. “εις την του όλου βίου μακαριότητα”.
Η πιο πάνω θέση τονίζεται από τον Επίκουρο επανειλημμένα. Με
ξεκαθάρισμα των εννοιών της ηδονής και της ευδαιμονίας, συνιστά την πιο
χαρακτηριστική διαφορά του Επικουρισμού έναντι όλων των άλλων φιλοσοφικών
δογμάτων, στο ηθικό πεδίο…..
Υπ’ όψη ότι ο Στωικισμός, ο οποίος θα γίνει ο μεγάλος αντίπαλος του Επικουρισμού και σκληρά θα αναμετρηθεί μαζί του σε όλους τους επόμενους αιώνες, δεν κατατάσσει την ηδονή στα αγαθά, αλλά την θεωρεί πάθος της ψυχής.
Πρέπει, επομένως, να ασχολούμαστε με
πράγματα που φέρνουν ευδαιμονία, γιατί όταν την έχουμε, έχουμε τα
πάντα, ενώ σαν λείπει κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε…..
«…..μελετᾶν οὖν χρὴ τὰ
ποιοῦντα τὴν εὐδαιμονίαν, εἴ περ παρούσης μὲν αὐτῆς πάντα ἔχομεν, ἀπούσης δὲ πάντα
πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν…..». (Προς Μενοικέα, 122)
….αλλά και διότι η ανθρώπινη
ευδαιμονία αυξάνει με την προσθήκη ηδονών (και μειώνεται όταν αφαιρούνται), σε αντίθεση με την ακρότατη θεϊκή
ευδαιμονία που δεν επιδέχεται μεταβολή…..
«…… Τὴν εὐδαιμονίαν διχῆ νοεῖσθαι, τήν
τε ἀκροτάτην, οἵα ἐστὶ περὶ τὸν θεόν, ἐπίτασιν οὐκ ἔχουσαν· καὶ τὴν <κατὰ ταὴν>
προσθήκην καὶ ἀφαίρεσιν ἡδονῶν». (Προς Μενοικέα, 121)
Ωστόσο, «……. Όταν τα λέμε ότι η ηδονή
είναι ο σκοπός (της ζωής), δεν εννοούμε τα ηδονές των ασώτων και αυτές που
συνίστανται στην αισθησιακή απόλαυση, όπως νομίζουν μερικοί από άγνοια και
διαφωνούν, ή είναι κακώς πληροφορημένοι, αλλά εννοούμε να μην πονά το σώμα
και να μην ταράσσεται η ψυχή.
Γιατί, την ευχάριστη ζωή, δεν την γεννούν
τα ποτά και οι συνεχείς διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις αγοριών και γυναικών,
ούτε ψαριών και των άλλων εδεσμάτων που προσφέρουν τα πολυτελή τραπέζια, αλλά ο
νηφάλιος λογισμός, που ερευνά τις αιτίες για κάθε προτίμηση ή
αποφυγή και διώχνει τις δοξασίες από τις οποίες προέρχεται η μεγαλύτερη ταραχή
που καταλαμβάνει τα ψυχές μας».
«…Ὅταν οὖν λέγωμεν ἡδονὴν τέλος ὑπάρχειν, οὐ τὰς τῶν ἀσώτων ἡδονὰς
καὶ τὰς ἐν ἀπολαύσει κειμένας λέγομεν, ὥς τινες ἀγνοοῦντες καὶ οὐχ ὁμολογοῦντες
ἢ κακῶς ἐκδεχόμενοι νομίζουσιν, ἀλλὰ τὸ μήτε ἀλγεῖν κατὰ σῶμα μήτε ταράττεσθαι
κατὰ ψυχήν. οὐ γὰρ πότοι καὶ κῶμοι συνείροντες οὐδ’ ἀπολαύσεις παίδων καὶ
γυναικῶν οὐδ’ ἰχθύων καὶ τῶν ἄλλων ὅσα φέρει πολυτελὴς τράπεζα τὸν ἡδὺν γεννᾷ βίον,
ἀλλὰ νήφων λογισμὸς καὶ τὰς αἰτίας ἐξερευνῶν πάσης αἱρέσεως καὶ φυγῆς καὶ
τὰς δόξας ἐξελαύνων ἐξ ὧν πλεῖστος τὰς ψυχὰς καταλαμβάνει θόρυβος.
(Προς Μενοικέα, 130-131
Ολοκληρώνουμε το θέμα της ηδονής με ένα
ποίημα του Άγγλου Abraham
Cowley
(1618-1667)
“The Garden”
«Όταν ο Επίκουρος στον κόσμο είχε
διδάξει ότι η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό,
ίσως
να είχε δίκιο, αν κανείς σωστά τον καταλάβαινε.
Αυτός,
τη ζωή του, στη θεωρία του προσάρμοσε
και
σ’ ενός κήπου τη σκιά εκείνη τη κυρίαρχη
ευχαρίστηση αναζητούσε.
Όποιος αληθινός Επικούρειος γίνει, πλούτο
ανέξοδο κι ενάρετο, μπορεί να βρει».
«When Epicurus to the world had
taught
That pleasure was the
chiefest good,
(And was perhaps i' th' right,
if rightly understood)
His life he to his doctrine
brought,
And in a garden's shade that
sovereign pleasure sought.
Whoever a true epicure would
be,
May there find cheap and
virtuous luxury».
Σημείωση 17η
Η Παθολογία του Έρωτα στο “σαρκασμό” του
Λουκρήτιου
….Το ξαναλέω, λοιπόν, η ηδονή είναι αμοιβαία….. (DRN, IV, 1208)
Σε ζητήματα φυσιολογίας και ψυχολογίας, των
αισθήσεων, του έρωτα και της σεξουαλικότητας, αναφέρεται εκτενώς και o Λουκρήτιος. Στο DRN (βιβλ. IV, στίχοι 1.026 έως 1286), υπάρχει ένα
περίφημο χωρίο, όπου ο ποιητής, σ’ ένα απίθανο “σαρκαστικό ντελίριο”, όπου
παραθέτει καταπληκτικές παρομοιώσεις, απομυθοποιεί τη γυναίκεια ομορφιά και
γοητεία, επιτίθεται σφοδρά στον παραλογισμό που γεννά το ερωτικό πάθος,
οικτίρει
της ερωτευμένους και….. αφήνει άναυδους
και μπερδεμένους – της, γοητευμένους – της
σχολιαστές!
…… Το DRN, ως ποιητικό έργο, επιβάλλεται να έχει «γλώσσα
ποιητική». Έτσι, ο «μισογυνισμός» που εμφανίζει ο ποιητής –
φιλόσοφος Λουκρήτιος, εκεί, της το τέλος του IV βιβλίου του, δεν συνιστά παρά
μια παρωδία και διακωμώδηση του παράφορα (τρελά) ερωτευμένου ανθρώπου. Και
βέβαια, της συχνά συμβαίνει της ποιητές, μπορεί ηθελημένα να τραγουδούν άλλα
απ’ αυτά που πραγματικά πιστεύουν.
Ο Λουκρήτιος γνώριζε, ως από τη μόρφωση και ευφυΐα
του, τη δύναμη αλλά και τη παθολογία, τις κακές συνέπειες και τις αυταπάτες του
έρωτα, όπως και την αξία της αγάπης,
του σεξ και της οικογένειας. Το “De Rerum Natura”, φιλοσοφικό-διδακτικό
έργο, είναι βασισμένο, όπως όλη η Επικούρεια φιλοσοφία, στον ορθολογισμό….
Από το εκπληκτικό-ανελέητο “σφυροκόπημα στον έρωτα” του ποιητή Λουκρήτιου ένα μικρό δείγμα:
Δεν μένει στερημένος απ’ τους καρπούς της Αφροδίτης όποιος τον
έρωτα αποφεύγει. Ίσα-ίσα που γεύεται απολαύσεις που δεν τον τιμωρούν μετά….. Κι’ αν καμιά φορά τύχει ν’ αγαπηθεί μια
γυναικούλα κάπως πιο άσχημη, αιτία γι’ αυτό δεν είναι μήτε θεός μήτε οι σαΐτες της
Αφροδίτης. Καμιά φορά, τα καταφέρνει μια γυναίκα με το φέρσιμό της, της
περιποιητικούς της τρόπους, την καθαριότητα και την νοικοκυροσύνη της, να σε
συμφιλιώσει με την ιδέα να ζήσεις μαζί της για πάντα ….
…… Το ξαναλέω, λοιπόν, η ηδονή είναι αμοιβαία…..». (DRN, IV, 1026 – 1286)
9.11) Αυτάρκεια και λιτότητα βίου
«Τῆς
αὐταρκείας καρπὸς μέγιστος ἐλευθερία».
(Επικούρου Προσφώνησις 77)
Για την ανθρώπινη ευδαιμονία, για μια ζωή
χωρίς να πονά το σώμα και να ταράσσεται
η ψυχή, ο Επίκουρος συνιστά αυτάρκεια και λιτότητα, διότι έτσι
καρπωνόμαστε το μεγάλο αγαθό τα ελευθερίας.
Μας
το λέει η ίδια η φύση μας:
«Σαρκὸς φωνῇ τὸ μὴ πεινῆν, τὸ μὴ διψῆν,
τὸ μὴ ῥιγουν ταὐτὰ γὰρ ἔχων τις καὶ ἐλπίζων ἕξειν κἀν <Διὶ> ὑπὲρ εὐδαιμονίας
μαχέσαιτο». (Επ. Προσφ. 33)
Σε άνθρωπο που θέλει να είναι ελεύθερος,
αδύνατη μοιάζει η απόκτηση πλούτου χωρίς να έχει υπηρετήσει τον όχλο ή τους
δυνάστες, διότι αυτός πάντα με τέτοιους τρόπους αποκτάται……
«Σε
ελεύθερο βίο δεν μπορείς ν’ αποκτήσεις χρήματα πολλά. Διότι αυτή η κατάσταση (η
απόκτηση πλούτου) δεν είναι εύκολη, χωρίς να υπηρετήσεις τον όχλο ή τους δυνάστες, αφού
όλα αυτά αποκτώνται με τέτοιους τρόπους, συνεχώς».
«Ελεύθερος
βίος οὔ δυναταὶ κτήσαθαι χρήματα πολλὰ διὰ τὸ πρᾶγμα μὴ ῥᾴδιον εἶναι χωρὶς
θητείας ὄχλων ἤ δυναστῶν, ἀλλὰ συνέχει δαψιλείᾳ πάντα κέκτηται». (Επ. Προσφ. 67)
Η ευδαιμονία
του σοφού δεν σχετίζεται με τον πλούτο ή
την κακοτυχία….
«Είτε είναι πλούσιος,
είτε είναι φτωχός του είναι αδιάφορο….. ακόμα κι’ αν δεινοπαθεί μένει
ευδαίμων……». (Δ.Λ. Χ, “περί των
βιωτικών” 117-121)
Από
τη συλλογή γνωμικών: «Επικούρου Προσφώνησις»:
- «Η
άδικη φιλαργυρία είναι ασέβεια, αλλά και η δίκαιη είναι αισχρή. Γιατί συνιστά
απρέπεια να φέρεσαι με ευτελείς τρόπους ακόμη και αν τα το δίκιο με το μέρος
σου»…….
«Φιλαργυρεῖν ἄδικα μὲν ἀσεβεῖς, δικαία δὲ αἰσχρὸν ἀπρεπὲς γὰρ ῥυπαρῶς
φείδεσθαι καὶ μετὰ τοῦ δικαίου».
(Επ. Προσφ. 43)
- «Δεν
χρειάζεται ν’ απαξιώνουμε αυτά που έχουμε ήδη, από την επιθυμία όσων δεν
έχουμε, αλλά να σκεφτόμαστε ότι κι’ αυτά που έχουμε, κάποτε τα λαχταρούσαμε»……..
«Οὐ δεῖ λυμαίνεσθαι τὰ παρόντα τῶν ἀπόντων ἐπιθυμία ἀλλ΄ ἐπιλογίζεσθαι
ὅτι καὶ ταὐτὰ τῶν εὐκταίων ἤν».
(Επ. Προσφ. 34)
Η ανθρώπινη πλεονεξία δεν ικανοποιείται
με τίποτα, μάλιστα για εκείνον που θεωρεί λίγο το αρκετό, τίποτε δεν είναι
αρκετό…… «Οὐδὲν ἱκανὸν ὦ ὀλίγον ἱκανόν».
(Επ. Προσφ. 68)
Ο Ιωάννης Στοβαίος (5ος αι. μ.Χ.) διέσωσε και το πιο κάτω Επικούρειο
χωρίο (III XVII 23):
«Αν θες
να κάνεις πλούσιο τον Πυθοκλή, μην του δίνεις χρήματα, αφαίρεσέ του
επιθυμίες».
Από την επιστολή τα Μενοικέα (130-131):
«Και θεωρούμε
την αυτάρκεια μεγάλο αγαθό, όχι για να χρησιμοποιούμε τα λίγα, αλλά για να
αρκούμαστε στα λίγα όταν δεν έχουμε τα πολλά, έχοντας την πεποίθηση ότι
απολαμβάνουν πολύ ευχάριστα την πολυτέλεια αυτοί που την χρειάζονται λιγότερο
και ότι κάθε τι που είναι φυσικό αποκτιέται εύκολα, ενώ κάθε τι που είναι
μάταιο αποκτιέται δύσκολα.
Και οι λιτές τροφές προσφέρουν ίση ηδονή
με τα πολυτελή γεύματα, όταν εξαλείφουν τελείως όλο τον πόνο που προέρχεται από
την έλλειψη, και το ψωμί και το νερό προκαλούν την πιο δυνατή ηδονή σ’ αυτόν
που τα γεύεται αφού έχει νοιώσει την ανάγκη τα.
Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στην απλή
διατροφή και όχι στην πολυτελή διατροφή, και εξασφαλίζει την υγεία και κάνει
τον άνθρωπο ακούραστο τα αναγκαίες ενασχολήσεις τα ζωής του και τα κάνει να
νοιώθουμε πιο ευχάριστα όταν, κατά διαστήματα, πηγαίνουμε σε πολυτελή γεύματα,
και τα προετοιμάζει να μην φοβόμαστε τα εναλλαγές τα τύχης……».
«…καὶ τὴν αὐτάρκειαν δὲ ἀγαθὸν μέγα νομίζομεν, οὐχ ἵνα πάντως
τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα, ἀλλ’ ὅπως ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὰ πολλά, τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα,
πεπεισμένοι γνησίως ὅτι ἥδιστα πολυτελείας ἀπολαύουσιν οἱ ἥκιστα ταύτης δεόμενοι,
καὶ ὅτι τὸ μὲν φυσικὸν πᾶν εὐπόριστόν ἐστι, τὸ δὲ κενὸν δυσπόριστον. Οἵ τε λιτοὶ
χυλοὶ ἴσην πολυτελεῖ διαίτῃ τὴν ἡδονὴν ἐπιφέρουσιν ὅταν ἅπαν τὸ ἀλγοῦν κατ’ ἔνδειαν
ἐξαιρεθῇ· καὶ μᾶζα καὶ ὕδωρ τὴν ἀκροτάτην ἀποδίδωσιν ἡδονὴν ἐπειδὰν ἐνδέων τα αὐτὰ
προσενέγκηται.
Τὸ συνεθίζειν οὖν ἐν ταῖς ἁπλαῖς καὶ οὐ
πολυτελέσι διαίταις καὶ ὑγιείας ἐστὶ συμπληρωτικὸν καὶ πρὸς τὰς ἀναγκαίας τοῦ βίου
χρήσεις ἄοκνον ποιεῖ τὸν ἄνθρωπον καὶ τοῖς πολυτελέσιν ἐκ διαλειμμάτων
προσερχομένους κρεῖττον ἡμᾶς διατίθησι καὶ πρὸς τὴν τύχην ἀφόβους παρασκευάζει.….».
(Επ.Μ.130-131)
Γράφει
ο Ν. Καζαντζάκης («Βίος και Πολιτεία του Αλέξη
Ζορμπά»):
«Η
ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο, ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα
φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή τα θάλασσας. Τίποτα άλλο»
Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε στη ζωή;
«Να
γελάμε, πρέπει, συνάμα να φιλοσοφούμε και ν’ ασχολούμαστε με τα του οίκου μας,
και καθόλου να μην λησμονούμε τις συμβουλές της σωστής φιλοσοφίας».
«Γελᾶν ἅμα δεῖ καὶ φιλοσοφεῖν καὶ οἰκονομεῖν καὶ τοῖς λοιποῖς
οἰκειώμασι χρῆσθαι καὶ μηδαμῇ λήγειν τὰς ἐκ τῆς ὀρθῆς φιλοσοφίας φωνὰς ἀφιέντας». (Επ. Προσφ. 41)
Συμπληρώνουμε την αναφορά μας στο μεγάλο
κεφάλαιο της Επικούρειας Ηθικής, με το περίφημο ρητό “Τετραφάρμακος”,
Φιλόδημου του Γαδαρηνού, το οποίον θαυμάσια συμπυκνώνει τα κυριότερα δόγματα
της:
Και δια παντός έστω και πανταχήι παρεπόμενον η “Τετραφάρμακος”
«ΑΦΟΒΟΝ Ο ΘΕΟΣ
ΑΝΥΠΟΠΤΟΝ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
ΚΑΙ Τ’ ΑΓΑΘΟΝ ΜΕΝ ΕΥKTHTON
ΤΟ ΔΕ ΔΕΙΝΟΝ ΕΥEΚKΑΡΤΕΡΗΤΟΝ»
“Προς Σοφιστάς”, από τους
παπύρους του Herculaneum
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10ο
10.1) H
“Πολιτική” στον Αριστοτέλη
Ο
Αριστοτέλης ξεχωρίζει την “Πολιτική”,
σαν την ανώτατη από τις πρακτικές επιστήμες.
Πρακτικές επιστήμες είναι αυτές που
αποσκοπούν στη γνώση -όχι σαν γνώση- αλλά ως γνώμονα συμπεριφοράς (Βλ. κεφ. 1, το διαχωρισμό των επιστημών σε
θεωρητικές – πρακτικές – ποιητικές).
Την
“Ηθική”, ως είδαμε στο
προηγούμενο κεφάλαιο, εξετάζει όχι
χωριστά, αλλά σαν μέρος της Πολιτικής.
Η
“Πολιτική”, ως υπέρτερη όλων των πρακτικών τομέων γνώσης, ορίζει
ποιες επιστημονικές (τεχνικές) έρευνες πρέπει να γίνουν και από ποιους, τι
πρέπει να κάνουμε και τι να αποφεύγουμε, κ.ά. Επομένως η “Πολιτική” είναι
εκείνη που στοχεύει στο αγαθό. Και δεν είναι μικρό πράγμα η επιδίωξη και
κατάκτηση του αγαθού ακόμα κι από ένα μόνο άτομο, όμως για τα έθνη και τις πόλεις γίνεται πιο ωραίο και πιο
θεάρεστο……
«……
Και όλοι θα συμφωνήσουν πως είναι η κυριότατη από τις αρχιτεκτονικές επιστήμες,
τέτοια φαίνεται να είναι η “Πολιτική”, αφού αυτή ορίζει ποιές τέχνες
πρέπει να καλλιεργούνται σε μια πόλη, ποιές να μαθαίνει ο καθένας και ως ποιο
βαθμό· βλέπουμε επίσης ότι από τις διάφορες ασχολίες, αυτές που συγκεντρώνουν
την πιο μεγάλη εκτίμηση, υπάγονται σ᾽ αυτήν, όπως η στρατηγική, η οικονομία, η ρητορική.
Δεδομένου
δε ότι η πολιτική χρησιμοποιεί τις υπόλοιπες πρακτικές επιστήμες, ακόμα ότι η
πολιτική νομοθετεί τί πρέπει να κάνουμε και τί να αποφεύγουμε, ο σκοπός της
πρέπει να εμπεριέχει τους σκοπούς όλων των άλλων (επιστημών), και αυτό,
ενδεχομένως, να είναι το αγαθό για τον άνθρωπο.
Διότι, κι’ αν ακόμα είναι όμοιο για
ένα άτομο και για ολόκληρη τη πόλη, το αγαθό της πόλης
εμφανίζεται, αναμφίβολα, σαν κάτι το σημαντικότερο και τελειότερο και για
να το επιδιώξει κανείς και για να το διαφυλάξει. Διότι δεν είναι καθόλου λίγο
να το επιζητήσει και να το πετύχει κι ένα μόνο άτομο, όμως, για τα έθνη και
τις πόλεις γίνεται πιο ωραίο και πιο θεάρεστο.
Αυτοί
λοιπόν είναι οι στόχοι της πραγματείας μας αυτής (“Ηθικά
Νικομάχεια”), η οποία, κατά
κάποιον τρόπο, ανήκει στον χώρο της Πολιτικής…..».
«Δόξειε δ᾽ ἂν τῆς
κυριωτάτης καὶ μάλιστα ἀρχιτεκτονικῆς. τοιαύτη δ᾽ ἡ πολιτικὴ φαίνεται·
τίνας γὰρ εἶναι χρεὼν τῶν ἐπιστημῶν ἐν ταῖς πόλεσι, καὶ ποίας ἑκάστους
μανθάνειν καὶ μέχρι τίνος, αὕτη διατάσσει· ὁρῶμεν δὲ καὶ τὰς ἐντιμοτάτας τῶν
δυνάμεων ὑπὸ ταύτην οὔσας, οἷον στρατηγικὴν οἰκονομικὴν ῥητορικήν· χρωμένης δὲ
ταύτης ταῖς λοιπαῖς [πρακτικαῖς] τῶν ἐπιστημῶν, ἔτι δὲ νομοθετούσης τί δεῖ
πράττειν καὶ τίνων ἀπέχεσθαι, τὸ ταύτης τέλος περιέχοι ἂν τὰ τῶν ἄλλων, ὥστε τοῦτ᾽
ἂν εἴη τἀνθρώπινον ἀγαθόν. εἰ γὰρ καὶ ταὐτόν ἐστιν ἑνὶ καὶ πόλει, μεῖζόν γε καὶ
τελειότερον τὸ τῆς πόλεως φαίνεται καὶ λαβεῖν καὶ σῴζειν· ἀγαπητὸν μὲν γὰρ καὶ ἑνὶ
μόνῳ, κάλλιον δὲ καὶ θειότερον ἔθνει καὶ πόλεσιν. ἡ μὲν οὖν μέθοδος
τούτων ἐφίεται, πολιτική τις οὖσα».
(“Ηθικά Νικομάχεια” 1094 a 30-32, b 1-14)
Τα “Πολιτικά”,
φημισμένο έργο του Αριστοτέλη, με πλήθος
ιστορικών πληροφοριών και με οξυδερκείς παρατηρήσεις, αποτελείται από 8 βιβλία.
Πρόκειται για πραγματείες που αφορούν την οικία (πρόδρομο
της πόλης),
το ίδιο το κράτος και τον πολίτη, τα αξιολογότερα υπαρκτά πολιτεύματα,
τις ιδανικές πολιτείες-κράτη, ως και τα κατώτερα πολιτεύματα, καθώς και τα μέσα
που χρησιμοποιούν διεφθαρμένες μορφές διακυβέρνησης.
Στα “Πολιτικά”, ο Αριστοτέλης αναφέρεται, επίσης, στη δουλεία
και την κτητική χρηματιστική, ενώ τα πολιτεύματα
κατατάσσονται, και γίνεται λόγος για τη παθολογία τους. Το έργο αυτό, υπάγεται
στις πρακτικές - εφαρμοσμένες επιστήμες, όμως, μέσα σ’ αυτό προβάλλεται και η
όλη φιλοσοφική ιδεολογία του συγγραφέα.
Ο
Σταγειρίτης και εδώ χρησιμοποιεί μέθοδο έρευνας και μελέτης που είναι σε μεγάλο
βαθμό επαγωγική (η από κάτω προς
τα πάνω, η από το μέρος στο όλο), θεωρώντας δεδομένη την προτεραιότητα του όλου
έναντι του μέρους. Οι πολιτικές απόψεις του, εν γένει, στηρίζονται σε
μεταφυσικές ή ηθικές έννοιες και θεωρίες, απόρροιες του ευρύτερου θεωρητικού
του συστήματος.
Αφού
κάθε κοινωνία αποσκοπεί σε κάποιο αγαθό, το κράτος, ως υπέρτατη και
καθολικότερη μορφή κοινωνίας, πρέπει να αποσκοπεί στο υπέρτατο αγαθό. Ας μην
μας διαφεύγει ότι, για κάθε πράγμα στο κόσμο, ο Αριστοτέλης αναζητά το σκοπό
της ύπαρξης του, η δε ερμηνεία όλων δεν πρέπει να αναζητείται στην αρχή της
ανάπτυξής τους, αλλά στην τελική μορφή, προς την οποίαν αυτή κατατείνει.
Κράτος,
για τον Σταγειρίτη, σαν η ανώτερη μορφή πολιτικής ζωής, είναι η ελληνική
πόλις – κράτος. Θεωρεί δεδομένο ότι σε μια μικρή κοινότητα οι άνθρωποι ζουν
πιο ολοκληρωμένα, οι πολίτες γνωρίζονται μεταξύ τους και συμμετέχουν στις
διαδικασίες άρχειν και άρχεσθαι.
….
Ασφαλώς, υπήρχαν οι συμμαχίες, ή συμπολιτείες, της Αθήνας, της Σπάρτης, κ.ά.
πόλεων, όμως στα “Πολιτικά” δεν αναφέρονται. Ίσως, δεν λαμβάνονταν
σοβαρά το ενδεχόμενο της επιβολής ενός λαού πάνω σε άλλους, εκτεταμένα και
μόνιμα, όπως συνέβη αμέσως στα επόμενα χρόνια και εξακολουθεί να συμβαίνει
μέχρι σήμερα.
Κατά τον Αριστοτέλη, την δημιουργία των κοινωνιών ωθούν τα δύο βασικά ένστικτα
του ανθρώπου, της αναπαραγωγής και της αυτοσυντήρησης. Υπ’ αυτήν την
έννοια, η κοινωνία αποτελεί ένα δημιούργημα της φύσης, χωρίς να παραγνωρίζεται
ότι κατασκευάστηκε με την ανθρώπινη βούληση, αφού ο άνθρωπος είναι - εκ φύσεως -
“ζώο πολιτικό”.
Ο άπολις, δηλ. αυτός που δεν ζει σε
πόλη, ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, είναι είτε θεός, είτε άγριο
θηρίο. Η μικρότερη δυνατή κοινωνία είναι τα τρία άτομα μιας οικογένειας (“οικία”),
ένωση που επιβάλλεται κατά φύσιν, για την ικανοποίηση των καθημερινών
αναγκών.
Το
επόμενο στάδιο κοινωνίας είναι η “κώμη”, που απαρτίζεται από
περισσότερες οικογένειες και εξυπηρετεί ανάγκες που υπερβαίνουν τις καθημερινές
και σ’ ένα μεγαλύτερο φάσμα αναγκών, λόγω του μεγαλύτερου καταμερισμού εργασίας
που επιτυγχάνει. Επίσης εξασφαλίζει πληρέστερη προστασία από τυχόν επιθέσεις
άλλων ανθρώπων ή ζώων.
Η
συνένωση περισσότερων κωμών σε μια ολοκληρωμένη κοινότητα, ικανή ώστε να
είναι και αυτάρκης, διασφαλίζει στα μέλη
της όχι μόνον το ζην, αλλά και το ευ ζην, της
ευζωίας να περιλαμβάνει ηθική και πνευματική δραστηριότητα.
10.2) Η δουλεία στον
Αριστοτέλη
“Μελανό” σημείο στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, συνιστούν οι
απόψεις του για την δουλεία. Υπάρχει η δικαιολογία ότι τέτοιες αντιλήψεις ήταν
συνηθισμένες στην αρχαιότητα, μάλιστα στη μετέπειτα Ρωμαϊκή περίοδο εξελίχθηκαν
πολύ χειρότερα.
Πάντως, η Αριστοτελική μεγαλοφυία θα μπορούσε, και έπρεπε, να είχε εκφραστεί ηπιότερα και συμπαθέστερα γι’ αυτόν, τον ντροπιαστικό για τους ανθρώπους θεσμό.
Ο Αριστοτέλης διερευνά την άποψη σύμφωνα με
την οποίαν η εξουσία πάνω στους δούλους (δεσποτεία) εναρμονίζεται με την
πολιτική εξουσία, ως απόρροια της φυσικής εξουσίας που ασκούν οι ανώτεροι στους
κατώτερους, έναντι της άλλης αντίθετης άποψης ότι η δουλεία στηρίζεται σ’ ένα
παρά την φύση θεσμό, επομένως είναι
άδικη…..
Ο Αριστοτέλης, μέτοικος στην Αθήνα, γνώριζε από
διακρίσεις - τις υφίστατο
και ο ίδιος μέχρις ο Φίλιππος επιβληθεί στην Ελλάδα…… Την σχολή του στην Αθήνα
ίδρυσε και λειτούργησε απρόσκοπτα όσο βασίλευε ο Αλέξανδρος. Όταν όμως από την
Ασία ήρθε η είδηση του θανάτου του η Αθήνα στασίασε με αποτέλεσμα να διωχθεί,
ως προσκείμενος στους Μακεδόνες κατακτητές της ….
Ο
Σταγειρίτης, περιγράφει τον δούλο να είναι ένα άβουλο - υποταγμένο ον, ένα
εργαλείο προς εξυπηρέτηση της ευημερίας των αφεντάδων του, ένα «έμψυχο
κτήμα»…… Τον θέλει να έχει το ρόλο ενός οργάνου πίσω από τα όργανα, δηλ. ως
υπηρέτης που δεν λειτουργεί σαν
όργανο παραγωγής (ποιητικόν),
αλλά χρησιμοποιείται (βοηθητικά) σε όλες τις δουλειές (πρακτικόν).
«Κτῆμά τι ἔμψυχον, καί ὥσπερ ὄργανον πρό ὀργάνων πᾶς ὑπηρέτης». (“Πολιτικά”1253 b 36-38)
Στο ζήτημα, κατά πόσον υπάρχουν άτομα,
προορισμένα εκ φύσεως για την υποτιμητική θέση του δούλου στη
κοινωνία, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι παντού στη φύση υπάρχει η αντίθεση του
ανώτερου προς τον κατώτερο, η φύση έχει την τάση να δημιουργεί διακρίσεις,
ακόμα και ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι,
ορισμένοι άνθρωποι είναι φύσει ελεύθεροι και άλλοι φύσει
δούλοι.
Όσον
αφορά την ψυχή-νου του “φύσει δούλου”, ο Αριστοτέλης άλλοτε υποστηρίζει
ότι αυτός διαθέτει κάποιες πνευματικές δυνάμεις, άλλοτε όμως ότι στερείται
τέτοιων δυνάμεων παντελώς και προτάσσει κατηγορηματική θέση σύμφωνα με την
οποίαν ο “φύσει δούλος” απολύτως δεν διαθέτει την νοητική
αντίληψη, δηλ. την ικανότητα του διαλογίζεσθαι. Στη συνέχεια, για
την γυναίκα, λέει, πως έχει μεν νοητική αντίληψη αλλά δεν έχει εγκυρότητα, για
το παιδί ότι δεν είναι ώριμη (αναπτυγμένη).
«…..
ὁ μέν γάρ δοῦλος ὅλως οὐκ ἔχει τό βουλευτικόν, το δε θήλυ έχει μεν αλλά άκυρον,
ο δε παις έχει μεν αλλά ατελές». (“Πολιτικά”1260 a 13-15)
Η
εξουσία που πρέπει να ασκεί ο κύριος απέναντι στον δούλο είναι η δεσποτική,
ο σύζυγος απέναντι στην συμβία του πολιτική, του πατέρα πάνω στα
παιδιά βασιλική. Φανερό, η σκέψη του Αριστοτέλη διέπεται από τη λογική
ότι, η ανωτερότητα (κατά την
αρετή)
δίνει το δικαίωμα στον ενάρετο και να ασκεί εξουσία, κι’ αυτό να
θεωρείται δίκαιο, παρ’ όλο που μια σχέση, για να θεωρείται δίκαιη, πρέπει να
στηρίζεται στην αμοιβαία αποδοχή και την καλή θέληση.
Την
δουλεία, ως πανάρχαιο θεσμό που προέκυψε από ανάγκη της
κοινωνίας, πιστεύει ότι οφείλουμε να εκτιμούμε και επιτυχώς να διαχειριζόμαστε.
Η δουλεία, που προκύπτει από τη φυσική κατωτερότητα, λειτουργεί προς το
συμφέρον όχι μόνο του κυρίου, αλλά και του δούλου, ως ανίσχυρου-ανίκανου όντος.
Και αφού συμπίπτουν τα συμφέροντα κυρίου και δούλου, ο πρώτος δεν πρέπει να
κάνει κατάχρηση της εξουσίας του, δηλ. δεν πρέπει μόνο να διατάζει, αλλά και να
νουθετεί και να φέρεται φιλικά στο δούλο του.
Επίσης, όπως μεταξύ άρχοντα και αρχομένου η ανάπτυξη φιλίας είναι αδύνατη μιας και δεν υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ τους, το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με τον δούλο. Με την ιδιότητα του δούλου, δεν υπάρχει φιλία· μπορεί όμως να αναπτυχθεί φιλία με δούλο ως άνθρωπο…..
«……Διότι εκεί όπου άρχοντας και αρχόμενος δεν
έχουν κανένα κοινό στοιχείο, δεν υπάρχει και φιλία· ούτε σχέση δικαίου,
μόνο μια σχέση σαν αυτήν που υπάρχει ανάμεσα στον τεχνίτη και στο εργαλείο,
ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, ανάμεσα στο αφεντικό και στον δούλο.
Απολαμβάνουν μεν αυτά τη φροντίδα εκείνου που τα χρησιμοποιεί, φιλία όμως δεν
μπορεί να υπάρξει με τα άψυχα πράγματα, ούτε και δικαιοσύνη.
Αλλ’
ούτε και με ένα άλογο ή με ένα βόδι, ούτε με έναν δούλο ως δούλο· γιατί εδώ δεν
υπάρχει κανένα κοινό· ο δούλος δεν είναι παρά ένα έμψυχο εργαλείο, και το
εργαλείο ένας άψυχος δούλος. Με τον δούλο
λοιπόν ως δούλο δεν υπάρχει φιλία· υπάρχει όμως με τον δούλο ως άνθρωπο.
Κατά την κοινή, πράγματι, αντίληψη υπάρχει κάποια σχέση δικαίου ανάμεσα σε έναν οποιονδήποτε
άνθρωπο και σ’ έναν άλλο που μπορεί να κοινωνεί μαζί του με νόμους και
συμφωνίες· Επομένως, μπορεί να υπάρξει και φιλία, εφόσον πρόκειται
περί ανθρώπου. Και στα τυραννικά,
άρα, πολιτεύματα υπάρχουν, αλλά σε μικρό βαθμό, σχέσεις φιλίας και δικαίου, στα
δημοκρατικά όμως πολιτεύματα οι σχέσεις αυτές υπάρχουν σε πολύ μεγαλύτερο
βαθμό· γιατί οι πολίτες έχουν πολλά κοινά, καθώς είναι ίσοι μεταξύ τους».
«……ἐν οἷς γὰρ μηδὲν
κοινόν ἐστι τῷ ἄρχοντι καὶ ἀρχομένῳ, οὐδὲ φιλία· οὐδὲ γὰρ δίκαιον· οἷον τεχνίτῃ
πρὸς ὄργανον καὶ ψυχῇ πρὸς σῶμα καὶ δεσπότῃ πρὸς δοῦλον· ὠφελεῖται μὲν γὰρ πάντα ταῦτα ὑπὸ τῶν χρωμένων, φιλία δ᾽
οὐκ ἔστι πρὸς τὰ ἄψυχα οὐδὲ δίκαιον. ἀλλ᾽ οὐδὲ πρὸς ἵππον ἢ βοῦν, οὐδὲ πρὸς δοῦλον
ᾗ δοῦλος. οὐδὲν γὰρ κοινόν ἐστιν· ὁ γὰρ δοῦλος ἔμψυχον ὄργανον, τὸ δ᾽ ὄργανον
ἄψυχος δοῦλος. ᾗ μὲν οὖν δοῦλος, οὐκ ἔστι φιλία πρὸς αὐτόν, ᾗ δ᾽ ἄνθρωπος·
δοκεῖ γὰρ εἶναί τι δίκαιον παντὶ ἀνθρώπῳ πρὸς πάντα τὸν δυνάμενον κοινωνῆσαι
νόμου καὶ συνθήκης· καὶ φιλία δή, καθ᾽ ὅσον ἄνθρωπος. ἐπὶ μικρὸν δὴ καὶ ἐν
ταῖς τυραννίσιν αἱ φιλίαι καὶ τὸ δίκαιον, ἐν δὲ ταῖς δημοκρατίαις ἐπὶ πλεῖον·
πολλὰ γὰρ τὰ κοινὰ ἴσοις οὖσιν».
(“Ηθικά Νικομάχεια”
1161 a
36-39, b
1-13)
Ο Αριστοτέλης, δίνει λεπτομερείς οδηγίες πώς οι δούλοι θα
είναι πιο χρήσιμοι, υπάκουοι χωρίς να στασιάζουν (“προς το μηδέν
νεωτερίζειν ασφαλείς”), και γιατί είναι καλό, σε όλους τους δούλους, ως
έπαθλο, να προσφέρεται η ελευθερία…….
«…… ούτω γαρ αν προς τα την
εργασίαν είεν χρήσιμοι και προς το μηδέν νεωτερίζειν
ασφαλείς …….. τίνα δε δει τρόπον χρήσθαι δούλοις, και διότι βέλτιον
πάσι τοις δούλοις άθλον προκείσθαι την ελευθερίαν».
(“Πολιτικά” 1330 a 29-37)
Η δουλεία που προκύπτει από πολεμικές
κατακτήσεις (“νόμω δουλεία”),
για τον Αριστοτέλη δεν είναι παραδεκτή. Κι’ αυτό όχι ένεκα των δεινών που
επιφέρει ο πόλεμος, αλλά γιατί υπεροχή κατά την ισχύ δεν σημαίνει πάντα υπεροχή
και κατά την αρετή, ή, η αιτία ενός πολέμου μπορεί να είναι άδικη.
Πάντως,
Έλληνες δεν πρέπει να εξανδραποδίζουν άλλους Έλληνες….
“χαλεποί πόλεμοι γαρ αδελφών”.
(“Πολιτικά”1328 a 16-17)
Οι
απόψεις του Αριστοτέλη για την δουλεία, αλλά και οι περί της ανωτερότητας των
Ελλήνων έναντι των βαρβάρων, κατακρίνονται. Την κακή εντύπωση αμβλύνουν -κάπως- οι θέσεις του για τη
δυνατότητα φιλίας με δούλο ως άνθρωπο, η αρνητική του θέση για την νόμω
δουλεία (δηλ. των αιχμαλώτων πολέμου), όπως και το γεγονός ότι τέτοιες
αντιλήψεις δεν ήταν σπάνιες και μέχρι τα νεότερα χρόνια.
Ωστόσο, δεν ήταν λίγα τα φωτισμένα μυαλά και στην πριν από τον Αριστοτέλη εποχή, που υποστήριζαν την ισότητα όλων των ανθρώπων, όπως ο Αντιφών και ο Αλκιδάμας:
- Ο Αντιφών,
ο
σοφιστής λεγόμενος (5ος αι.), ήταν συγγραφέας φιλοσοφικών πραγματειών και
μαθηματικός.
Η σημαντικότερη από τις
πραγματείες που του αποδίδονται είναι η «Περί αληθείας», από την οποία
σώζονται αποσπάσματα που καλύπτουν ποικίλα θέματα αστρονομίας, μαθηματικών,
ηθικής. Στο «Περί αληθείας» ο Αντιφών αρνείται την
οντολογική αξία των γνώσεων που αποκτά ο άνθρωπος με τη νόηση και την εποπτεία.
Αποφαίνεται ότι μόνο τα φαινόμενα είναι προσιτά στην ανθρώπινη γνώση,
κριτήριο δε της αλήθειας είναι η σωστή στάθμιση των εμπειρικών δεδομένων.
Καταλήγει σ’ έναν ωφελιμιστικό
ηδονισμό, ενώ δεν δέχεται τις εθνικές και κοινωνικές διακρίσεις, γράφοντας ότι:
“Φύσει πάντα πάντες
ομοίως πεφύκαμεν και βάρβαροι και Έλληνες ... αναπνέομέν τε γαρ εις τον αέρα
άπαντες κατά το στόμα και τας ρίνας και εσθίομεν χερσίν άπαντες”.
….. Από την αρχαιότητα συζητείται το εάν ο πιο πάνω Αντιφών είναι το ίδιο, ή άλλο, πρόσωπο με τον γνωστό ρήτορα Αντιφώντα από τον Ραμνούντα της Αττικής, τον μαθητή του Γοργία που διαπνέονταν από ολιγαρχικές ιδέες.
-
Ο Αλκιδάμας,
ο Ελεάτης (από την Ελαία
της Αιολίδας, 4ος αι.), ήταν ρήτορας και σοφιστής, μαθητής του Γοργία (483-375!).
Πέρασε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, πιστεύεται ότι ο Αισχίνης υπήρξε μαθητής του. Ο
Αλκιδάμας πίστευε ότι θεός είναι η φύση, η παιδεία είναι θέμα “πρώτο εν ανθρώποις”, και τη
φιλοσοφία αποκαλούσε “ἐπιτείχισμα τῷ νόμῳ”, δηλ. φράγμα στον (απάνθρωπο)
νόμο. Στο έργο του «Περί ομονοίας» υποστηρίζει ότι η συναδέλφωση
αποτελεί το θεμέλιο της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης και ευημερίας. Κατά τον Αλκιδάμα…
“Ελεύθερους άφησε όλους ο
θεός, κανέναν δούλο δεν έφτιαξε η φύση”
«ἐλευθέρους
ἀφἢκε πάντας ὁ θεός οὐδένα δοῦλον ἡ φύσις πεποίηκεν»
Πληροφορίες
για τον Αλκιδάμα δίνει και ο Αριστοτέλης στη “Ρητορική” (1406 a)
10.3) H Κτητική χρηματιστική
Ο Αριστοτέλης αναφέρεται, αρχικά, στον φυσικό τρόπο απόκτησης
αγαθών (κτητική κατά φύσιν), που είναι η γεωργία, η
κτηνοτροφία, η αλιεία……. περιλαμβάνονται ληστεία και πειρατεία, που καλύπτει της
βασικές ανάγκες (τροφή, ρουχισμό) της οικιακής οικονομίας.
Περνώντας
της στην οικονομία της πόλεως (πολιτική), δημιουργείται η ανάγκη
χρησιμοποίησης και συσσωρευμένων αγαθών, η δε κτητική (δηλ. ο τρόπος
απόκτησης αγαθών) προκύπτει τότε λόγω ανταλλακτικής, ή χρηματιστικής
δραστηριότητας.
Τον τρόπο κτήσης αγαθών, όχι δι’ ανταλλαγής με
άλλα αγαθά, αλλά με χρήματα, ο Σταγειρίτης θεωρεί αφύσικο, αν και σημειώνει το
πλεονέκτημα του ευβάστακτου των χρημάτων. Αφύσικη, ωσαύτως, θεωρεί και
την απόκτηση πλούτου που προκύπτει όχι με αντιπραγματισμό, αλλά με εμπόριο (καπηλική). Τον χρηματιστή θεωρεί άνθρωπο βίαιο και
ο πλούτος, ολοφάνερο, δεν είναι το
ζητούμενο αγαθό, διότι επιδιώκεται (χρησιμεύει) και για χάρη άλλου αγαθού.
«……ὁ δὲ χρηματιστὴς βίαιός της ἐστίν,
καὶ ὁ πλοῦτος δῆλον ὅτι οὐ τηςὸ ζητούμενον ἀγαθόν· χρήσιμον γὰρ καὶ ἄλλου χάριν.… (“Ηθικά Νικομάχεια” 1096 a 6-7)
Οι αντιρρήσεις του Αριστοτέλη για την χρηματιστική είναι ηθικής τάξεως, διότι μέμφεται την υπερβολική επίδειξη πλούτου. Απηχεί της και τη προκατάληψη των αρχαίων προγόνων της για το εμπόριο, που το θεωρούσαν μια ανελεύθερη ενασχόληση. Ο Αριστοτέλης καταφέρεται ενάντια και στην τοκογλυφία (οβολοστατική), παρά φύσιν κτητική, με το σκεπτικό ότι το χρήμα, το οποίον από τη φύση του είναι αφύσικη επινόηση, χρησιμοποιείται σ’ αυτή τη περίπτωση ακόμα πιο αφύσικα.
Σε άλλο σημείο του έργου του, ο Αριστοτέλης θ’ αναγνωρίσει την χρησιμότητα του εμπορίου, όσον αφορά τη κάλυψη αναγκών σε αγαθά και τη διάθεση των πλεονασμάτων.
10.4) Το κράτος και ο πολίτης
στον Αριστοτέλη
«……και η κοινωνία της των
πολιτών χάριν του συμφέροντος θεωρείται ότι και εξ αρχής συνήλθε (συγκροτήθηκε)
και εξακολουθεί να υπάρχει· Αυτό δε στοχάζονται και οι νομοθέτες και λένε ότι δίκαιο είναι αυτό που υπηρετεί το
κοινό συμφέρον…..».
«……καὶ ἡ πολιτικὴ δὲ κοινωνία τοῦ
συμφέροντος χάριν δοκεῖ καὶ ἐξ ἀρχῆς συνελθεῖν καὶ διαμένειν· τούτου γὰρ καὶ οἱ
νομοθέται στοχάζονται, καὶ δίκαιόν φασιν εἶναι της κοινῇ συμφέρον».
(“Ηθικά Νικομάχεια” 1060 a 12-16)
«……..συνάγεται ότι η πόλη αποτελεί μια φυσική
πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο πολιτικό…..». (“Πολιτικά”, 1253 a 1-3)
Η «πόλις» έχει μεγαλύτερη αξία από την οικογένεια και η οικογένεια έχει μεγαλύτερη αξία από το άτομο, καθώς το όλον είναι
σημαντικότερο από το μέρος.
Στην
εκτενή έρευνα του θέματος (“Πολιτικά”,
κ.ά. βιβλία), με μακροσκελείς – διεξοδικές
αναλύσεις, ο Αριστοτέλης καταπιάνεται με
(συγ)κριτική μελέτη διαφόρων προτάσεων για την ιδανική πολιτεία.
Διερευνά
πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των κάθε λογής πολιτευμάτων. Προσπαθώντας
να βρει το (κατά περίπτωση) ιδεώδες πολίτευμα, ξεκινά από την «Πολιτεία» του Πλάτωνα…..
Ο Πλάτων προβλέπει τρεις διακεκριμένες τάξεις: των
αρχόντων, των φυλάκων και των δημιουργών, σε αντιστοιχία των τριών μερών της
ψυχής: του λογιστικού (σοφία), του θυμοειδούς (ανδρεία) και του επιθυμητικού
(ορμές-πάθη). Στις δύο πρώτες τάξεις, τις ανώτερες, των αρχόντων και των
φυλάκων, ο Πλάτων καθιερώνει κοινοκτημοσύνη γυναικών – παιδιών και ακτημοσύνη. (Βλ.την 17η σημείωση μας)
Ο Αριστοτέλης κατακρίνει τις
πολιτειακές απόψεις του διδασκάλου του. Ό,τι αφορά της πάντες, λέει, τελικά δεν
αφορά κανένα. Τα ιδρύματα και οι βρεφονηπιακοί σταθμοί, που προτείνει ο
Πλάτωνας σε αντικατάσταση των γονέων, δεν θα παρέχουν, πιθανόν, την απαραίτητη
στοργή.
Στην
άποψη του Πλάτωνα πως φιλόσοφοι πρέπει να είναι οι βασιλείς, σημειώνει:
“Δεν
είναι απλά περιττό για ένα βασιλιά να είναι φιλόσοφος, αποτελεί και μειονέκτημα.
Καλύτερα ένας βασιλιάς να συμβουλεύεται τους
αληθινούς φιλοσόφους….”.
Ο Αριστοτέλης μνημονεύει και τον ποιητή Αναξανδρίδη,
που είχε μιλήσει για πόλη που έχει πάρει μεν αποφάσεις, αλλά αδιαφορεί για
την εφαρμογή της (“ἡ πόλις ἐβούλεθ᾽, ᾗ νόμων οὐδὲν μέλει”), και
συμπληρώνει πόσο κακό είναι η πόλη να εφαρμόζει μεν της νόμους της, αλλά οι
νόμοι της να είναι κακοί….
(“Ηθικά Νικομάχεια” Η, 1152 a 26-27)
Ως προς την κοινοκτημοσύνη, ο Σταγειρίτης επισημαίνει πως συνιστά σοβαρή πηγή προστριβών, ενώ οι άνθρωποι για κάτι που τους ανήκει εργάζονται πιο αποδοτικά. Η ιδιοκτησία παρέχει την δυνατότητα αγαθοεργίας, το δε αίσθημα της ιδιοκτησίας αποτελεί πηγή ηδονής, γιατί είναι μια μορφή αγάπης προς τον εαυτό της. Για τους λόγους αυτούς, και δεδομένου ότι ο Αριστοτέλης αποκρούει τη συσσώρευση αγαθών πέραν των αναγκαίων για την επιβίωση και την ευζωία (ουσιαστικά αρνείται τη συγκέντρωση πλούτου), ο Αριστοτέλης καταλήγει να ευνοεί ένα καθεστώς με ατομική ιδιοκτησία στη γη και κοινή χρήση των προϊόντων, ένα ιδιότυπο κράμα ατομικισμού και σοσιαλισμού.
Η
συγκέντρωση πλούτου σ’ ένα κοινό ταμείο, λέει, προϋποθέτει να έχει καταπολεμηθεί
η φιλαυτία και να έχει αναπτυχθεί η
παιδεία, ώστε να εκλείψει η πλεονεξία των πονηρών φύσεων.
Ο
Αριστοτέλης προβληματίζεται ποιος και τι ακριβώς είναι πολίτης….. Ο τόπος δεν
τον καθορίζει, αφού στον ίδιο τόπο συγκατοικούν μέτοικοι και δούλοι. Ούτε το
δικαίωμα του ενάγειν και ενάγεσθαι, αφού αυτό δυνατόν, με συνθήκη, να το έχουν και
μέτοικοι. Ούτε καν η καταγωγή είναι ασφαλές κριτήριο, διότι πρέπει να
γίνει αναγωγή σε πολλές γενεές ανιόντων με αβέβαια αποτελέσματα.
Από
την πολιτική ζωή ο Σταγειρίτης εξαιρεί και τους νέους σε ηλικία ανθρώπους, ως μη έχοντες εμπειρία της
πρακτικής ζωής.
«……διὸ τῆς πολιτικῆς οὐκ ἔστιν οἰκεῖος ἀκροατὴς
ὁ νέος· ἄπειρος γὰρ τῶν κατὰ τὸν βίον πράξεων, οἱ λόγοι δ᾽ ἐκ τούτων καὶ περὶ
τούτων·…». (“Ηθικά
Νικομάχεια” 1095 a
3-5)
Έπειτα από την μελέτη του θέματος, και όσον αφορά το δημοκρατικό
πολίτευμα, διότι ανάλογα με το πολίτευμα του κράτους καθορίζεται και η έννοια
του πολίτη, καταλήγει:
«……Ποιος λοιπόν είναι ο πολίτης, σύμφωνα μ’ αυτά, είναι φανερό: Αυτόν, λοιπόν, που έχει
την δικαιοδοσία να μετέχει στη βουλευτική ή στη δικαστική αρχή (εξουσία),
πολίτη λέγομεν της της πόλεως, η πόλη βέβαια να έχει πληθυσμό ικανοποιητικό
για την αυτάρκεια της ζωής, για να το πούμε απλά».
«……
Της μεν ουν εστίν ο
πολίτης, εκ τούτων φανερόν. Ω΄ γαρ εξουσία κοινωνείν αρχής
βουλευτικής ή κριτικής, πολίτην ήδη λέγομεν είναι ταύτης της πόλεως,
πόλιν δε το των τούτων πλήθος ικανόν της αυτάρκειαν ζωής , ως απλώς ειπείν». (“Πολιτικά” 1275 b 18-24)
Ο Αριστοτέλης μιλώντας για πολιτεία και πολίτη, προϋποθέτει ένα κράτος, όπου η εξουσία ασκείται όχι δι’ αντιπροσώπων, αλλά άμεσα από τους πολίτες, οι οποίοι πέραν του να εκλέγουν της ηγέτες της, συμμετέχουν και οι ίδιοι τόσο στην εκτελεστική εξουσία, όσο και στην θέσπιση των νόμων και την απονομή της δικαιοσύνης, δυο κρατικές λειτουργείες που τοποθετεί υψηλότερα της εκτελεστικής.
Ο άνθρωπος γίνεται πολίτης, αποκτά δηλ. την
δυνατότητα να “μετέχει κρίσεως και αρχής” μέσω της μορφώσεως του (παιδείας).
Γι’
αυτό, ο Αριστοτέλης, κάνει λόγο για νομοθετημένη παιδεία,
δημόσιου χαρακτήρα:
Η παιδεία διαμορφώνει ενάρετους
ανθρώπους, και η εξουσία απονέμεται,
αποκλειστικά και μόνον, στους ενάρετους.
Κατονομάζει και τα όργανα της κράτους, που είναι:
Οι
τεχνίτες (το βάναυσον), οι έμποροι (το
αγοραίον), οι έμμισθοι
χειρώνακτες (το θητικόν),
οι πολεμιστές (το προπολεμήσον), οι δικαστές, οι εύποροι που ασκούν
δαπανηρά δημόσια καθήκοντα, οι κρατικοί λειτουργοί (το δημιουργικόν) και το βουλευτικό σώμα (το βουλευόμενον).
Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της πόλης, πέραν των μετοίκων
και των δούλων, ο Αριστοτέλης το
εξαιρεί από την άσκηση νομοθετικού,
εκτελεστικού και δικαστικού έργου.
Χειρώνακτες,
γεωργό-κτηνοτρόφοι, κ.ά., που ασκούν βάναυσα (σκληρά, τραχέα)
επαγγέλματα, και γενικά όσοι δεν έχουν ως αντικείμενο ενασχόλησης την
δημιουργία της αρετής (ενν. την ύψιστη των αρετών, το αγαθό), δεν κρίνονται ικανοί να μετέχουν στη
διακυβέρνηση του κράτους, διότι ……
«Οι ασχολούμενοι με τα
βάναυσα έργα δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα, ούτε άλλη καμιά τάξη της κοινωνίας, που δεν είναι
δημιουργός της αρετής».
«Το γαρ βάναυσον ου μετέχει της
πόλεως, ουδ’ άλλον ουθέν γένος ό μη της αρετής δημιουργόν εστίν».
(“Πολιτικά” 1329 a 21-23)
Προϋπόθεση
για κάποιον να είναι πολίτης είναι να επιτελεί με ικανότητα τις ορισμένες
λειτουργίες, που πρέπει να πραγματοποιούν οι πολίτες. Ο άρχοντας, μόνο
διευθυντική ικανότητα απαιτείται να τον
χαρακτηρίζει ιδιαίτερα, γιατί όλες τις άλλες αρετές του, οφείλουν να τις έχουν
και οι αρχόμενοι. Ένας κύριος δεν χρειάζεται να γνωρίζει με ποιο τρόπο ο
υπηρέτης του εκτελεί τα καθήκοντά του……
Ο Αριστοτέλης χωρίζει την κοινωνία σε δυο στεγανά τμήματα, με το ένα να έχει αποστολή την ευημερία του προνομιούχου άλλου. Οι θέσεις του Αριστοτέλη περί αποκλεισμού των εργαζόμενων από την ιδιότητα του πολίτη, επειδή, δήθεν, η χειρωνακτική εργασία υποδουλώνει την ψυχή και την κάνει ανίκανη για την αρετή, είναι χειρότερες κι’ απ’ αυτές του Πλάτωνα, ο οποίος συμπεριλαμβάνει στους πολίτες και αυτούς που ανήκουν στην εργατική τάξη, αν και κανένα πολιτικό ρόλο δεν τους αναθέτει, παρά μόνο την πειθήνια εργασία.
Ο Πλάτων ήταν αριστοκρατικής
καταγωγής, ολιγαρχικών και φιλολακωνικών αντιλήψεων. Ιδανικό πολίτευμα γι’
αυτόν ήταν η «αριστοκρατία», δηλαδή κυβέρνηση από ανθρώπους που
ξεχωρίζουν για τη σοφία, τη γνώση, την αρετή, τη δικαιοσύνη και την ικανότητα
διακυβέρνησης. Κάθε πολίτης μέσα σ’ αυτήν έχει θέση, σύμφωνα με τη φύση, την
παιδεία που έλαβε, τις ικανότητες και το έργο που προσφέρει ανάλογα με τις
κλίσεις του.
Οι κοινωνικές τάξεις δεν είναι κληρονομικές, οι
γυναίκες έχουν τα αυτά με τους άντρες δικαιώματα, προάγεται η ευγονική.
Ο πολίτης μπορεί να ανήκει, σύμφωνα με
τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του και ανάλογα με την εκπαίδευση που χρειαζόταν να
πάρει, σε μία από τις παρακάτω τρεις κοινωνικές τάξεις:
α) στην τάξη των αρχόντων,
δηλ. αυτών που κυβερνούν. Περιώνυμη, βέβαια, είναι η πεποίθησή του ότι….. οι
φιλόσοφοι -και μόνον αυτοί- πρέπει να κυβερνούν.
β) στην τάξη των φυλάκων –
πολεμιστών, δηλαδή των υπερασπιστών της ασφάλειας της πόλης, και
γ) στην τάξη των γεωργών,
εμπόρων, τεχνιτών, αυτών δηλαδή που διασφαλίζουν τα μέσα που χρειάζεται η
πόλη για να διατηρηθεί ζωντανή και να επιβιώσει.
Οι ανήκοντες στις δύο πρώτες τάξεις (Οι
άρχοντες και οι φύλακες) δεν επιτρέπεται να έχουν ιδίαν οικογένεια, ούτε
περιουσία, απλά λαμβάνουν ένα μισθό. Ο Πλάτων περιφρονεί την δίψα της απόκτησης
υλικών αγαθών, θεωρώντας ότι διαφθείρει τις ψυχές. Οι τρεις πιο πάνω τάξεις σχετίζονται
με τις τρεις υποδιαιρέσεις - δυνάμεις της ψυχής:
Το λογιστικόν (οι
άρχοντες), το θυμοειδές (οι φύλακες), το επιθυμητικόν
(οι λοιποί) καθώς και με τα τέσσερα στοιχεία της Φύσης (γη, νερό, αέρα, και
φωτιά), που αντιστοιχούν στα κύρια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης.
Ωστόσο,
ο Πλάτων δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη με την «Πολιτεία»….. Στο, από τα τελευταία της
ζωής του και εκτενέστερο όλων, έργο: «Νόμοι»,
εκφράζει απόψεις
για πολλά θέματα ηθικής, παιδείας, νομοθεσίας, πολιτείας κλπ. που σε πολλά
αποκλίνουν από βασικές προηγούμενες θέσεις του……
Στο έργο του «Νόμοι», το
οποίον ο ίδιος ο Πλάτων φέρεται να θεωρεί και το σπουδαιότερό του, παρουσιάζεται
ωριμότερος, συνετότερος, πλουσιότερος σε γνώσεις, έχοντας αποκτήσει ωφέλιμες εμπειρίες από τους
πολιτικούς του πειραματισμούς στη Σικελία, όπως και με επίγνωση της μετά τον
Πελοποννησιακό πόλεμο παρακμής της Αθήνας και άλλων πόλεων – κρατών και της διαφαινόμενης
ανόδου της ισχύος της μακεδονικής μοναρχίας….
Στους «Νόμους», όπως λέει
και ο τίτλος του, ο Πλάτων ασχολείται με τους Νόμους, που, σαν θεμέλιο, κάθε πόλη-κράτος
πρέπει να έχει και να τηρεί, καθώς και
με άλλα ζητήματα πολιτικής επιστήμης. Εξιστορεί την πρόοδο της ανθρωπότητας από
το αρχικό στάδιο της νομαδικής ζωής και την γεωργία ως την δημιουργία πόλεων,
με συνεπακόλουθα την υιοθέτηση κανόνων διαβίωσης, ανάπτυξης μορφών εξουσίας
κλπ.
Διατυπώνει την αρχή καταμερισμού της
εξουσίας, θέτει τις βασικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την σύνταξη της
νομοθεσίας, όπως την καλή πληροφόρηση για τον τόπο, πόλη και επικράτεια, το
κλίμα, την οικονομία, τον χαρακτήρα του λαού κ.ά. Το σύνταγμα και η νομοθεσία
του κράτους πρέπει να ανταποκρίνονται σε όλες αυτές τις συνθήκες….
Ο
Πλάτων, πλέον, εμφανώς, διανοείται με ρεαλισμό, εγκαταλείποντας ουτοπίες, όπως και το, παλαιότερα
κυρίαρχο στην Αθήνα, πνεύμα του εμποριο-κρατικού ιμπεριαλισμού, που έσυρε την
Αθήνα σε πολεμικές περιπέτειες και τελικά κατέστρεψε την Περίκλεια
δημοκρατία…..
Πιστεύει, πλέον, πως μια ηθικά υγιής
κοινωνία πρέπει να είναι αγροτικού και όχι εμποροβιομηχανικού χαρακτήρα, όπου
-κατά παραχώρηση στην ανθρώπινη αδυναμία- θα υπάρχουν ιδιωτικά κτήματα και
σπίτια, ενώ θεσπίζονται αυστηροί κανόνες παρεμπόδισης των κοινωνικών ανισοτήτων,
που καθορίζει να κινούνται εντός στενών πλαισίων.
Θεμελιακή
αρχή της καλής διακυβέρνησης δεν είναι η κυριαρχία ενός προσώπου ή μιας τάξης,
αλλά του απρόσωπου νόμου. Tα αξιώματα δεν
χορηγούνται λόγω καταγωγής, πλούτου ή δύναμης, η πιστή τήρηση των Νόμων αποτελεί τιμητική διάκριση, η δε
προστασία τους ανατίθεται στους “Νομοφύλακες” (“Νομοφυλακία”: Θεσμός στην αρχαιότητα για τη
διαφύλαξη και την εποπτεία εφαρμογής των νόμων), ένα ειδικό σώμα 37 ανδρών
εγνωσμένης εντιμότητας και ευφυΐας.
Και διευκρινίζει ότι η καλλίτερη και ευτυχέστερη κοινωνία θα ήταν η χωρίς ιδιωτικά συμφέροντα, όπου ακόμα και οι γυναίκες και τα παιδιά θα ήταν κοινά και δεν θα ακουγόταν ποτέ η αντωνυμία “δικός μου-δική μου- δικό μου”, όμως τώρα περιγράφει μια κοινωνία που αποτελεί την καλύτερη δυνατή προσέγγιση αυτού του ιδανικού, που είναι εφικτό σε υπεράνθρωπα μόνον όντα (“θεούς ή παίδας θεών”, 739d).
Μεγάλη σημασία δίνει στην παιδεία
(γενική – δημόσια, που θεωρεί ως την σπουδαιότερη υπόθεση του βίου, 803a-804d), σε κοινωνικούς θεσμούς
όπως είναι η οικογένεια, από την ποιότητα και το εύρος εφαρμογής των οποίων
εξαρτάται η ευημερία της πόλης, στη γεωργία που αποτελεί το
οικονομικό θεμέλιο της κοινωνίας, στη δικαιοσύνη και ποινική
νομοθεσία, εμμένοντας στη φιλοσοφική του αρχή ότι όλα τα αδικήματα
διαπράττονται ακούσια (861d), ενώ για πρώτη φορά
ξεχωρίζει το ποινικό αδίκημα από την αποζημίωση λόγω ζημίας ή άλλης βλάβης (861e-864b) κ.ά.…..
Ο Πλάτων προτείνει σειρά
νομοθετημάτων επί όλων αυτών των (ευρύτατου φάσματος) θεμάτων, και μέχρι
λεπτομερειών, ώστε να είναι καλώς ρυθμισμένη η κοινωνική ζωή και να βγαίνει
ενισχυμένη η κοινωνική
συνοχή…..
Ενδεικτικά:
…… Οι άντρες θα παραμένουν στρατεύσιμοι, όπως ίσχυε στην Αθήνα, από 16 ως 20
ετών (πρώτιστο καθήκον).
Οι ποιητές πρέπει να λογοκρίνονται και
να μην κυκλοφορούν τις συνθέσεις τους χωρίς την έγκριση των νομοφυλάκων.
Οι δούλοι να τιμωρούνται όταν απειθούν,
και ιδιαίτερα σκληρά αν έβλαψαν ελεύθερο πολίτη..… όμως επί κακουργημάτων οι
μεν πολίτες να τιμωρούνται αναλόγως (ως και με θάνατο), ενώ οι αλλοδαποί ή οι
δούλοι (αν δεν ζημίωσαν ελεύθερο) να
μαστιγώνονται ή απελαύνονται, κλπ. κλπ.…..
Και ως συνεπής ιδεαλιστής ο Πλάτων, δεν απομακρύνεται και από θεοκρατικές
αντιλήψεις στη διακυβέρνηση της πόλης….
«Σ’ ένα σωστό πολίτευμα κυρίαρχος
δεν είναι το συμφέρον των τάξεων, αλλά ο Θεός.
Και Νόμος είναι η
φωνή με την οποίαν ο θεός κάνει γνωστές τις εντολές του»!
(Πλάτωνος: «Νόμοι»)
10.5) Η
Αριστοτελική κατάταξη των πολιτευμάτων
Ο
Αριστοτέλης αναγνωρίζει ως ορθά πολιτεύματα αυτά που αποβλέπουν
στο κοινό συμφέρον και τέτοια είναι η βασιλεία, η αριστοκρατία,
και η πολιτεία (ή τιμοκρατία).
Όταν
όμως υπερισχύσει το ίδιον συμφέρον δημιουργούνται οι λεγόμενες παρεκβάσεις
(παρεκτροπές) των πολιτευμάτων, και η βασιλεία
μεταπίπτει σε τυραννία, η αριστοκρατία σε ολιγαρχία
και η πολιτεία σε δημοκρατία…….
Δημοκρατία, εκείνα τα χρόνια εννοούσαν την άμεση, την απ’ ευθείας, χωρίς πληρεξούσιους - μεσολαβητές, αναγόμενη στους πολίτες. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την Δημοκρατία (όπως και τις ολιγαρχία και τυραννία), αυτήν που όλοι εμείς σήμερα θαυμάζουμε και καμαρώνουμε σαν την μεγαλύτερη προσφορά της Ελλάδας στην ανθρωπότητα, κακό πολίτευμα, ως παρεκτροπή του τελευταίου σε εκτίμησή του αποδεκτού πολιτεύματος, δηλ. της πολιτείας (ή τιμοκρατίας).
Ίδια αντίληψη έτρεφαν και πολλοί άλλοι
περιώνυμοι πρόγονοί μας, τασσόμενοι υπέρ μιας πεφωτισμένης απολυταρχίας,
εκθειάζοντας δεσποτικά και στρατοκρατικά καθεστώτα και ενεργά στηρίζοντας μονάρχες….
Ο Αριστοτέλης τους Μακεδόνες και Ερμία τον Αταρνέα, ο Πλάτων των Συρακουσών Διονύσιο τον Α΄, Διονύσιο τον Β΄ και Δίωνα, ο
Ισοκράτης, ο Ξενοφών κ.ά.….
Στην Αριστοτελική ταξινόμηση, επειδή η διάκριση του λαού σε πλούσιους (ή έγκριτους) και σε φτωχούς (ή
δήμο) είναι βασική, η ολιγαρχία γίνεται
μια κυβέρνηση πλουσίων, που, επίσης, διαθέτουν ευγενή καταγωγή (γένος) και μόρφωση (παιδεία), ενώ η δημοκρατία αποτελεί
διακυβέρνηση από φτωχούς, που εκτός της φτώχειας τους (πενία),
έχουν ταπεινή καταγωγή (αγένεια) και ασκούν κατώτερα (βάναυσα)
επαγγέλματα.
«….. Τρία είδη πολιτείας (πολιτεύματος) υπάρχουν, και
ισάριθμες παρεκβάσεις (παρεκκλίσεις) κάτι σαν φθορές τους. Τα
πολιτεύματα είναι βασιλεία, αριστοκρατία και τρίτο αυτό που
βασίζεται στην αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και φαίνεται ότι θα ήταν
σωστό να το λέμε τιμοκρατικό, πάντως πολλοί συνηθίζουν να το λένε
πολιτεία.
Το
καλύτερο από τα τρία αυτά πολιτεύματα είναι η βασιλεία, το
χειρότερο η τιμοκρατία. Παρέκκλιση της βασιλείας είναι η
τυραννίδα· πράγματι, και τα δύο αυτά είναι μοναρχικά πολιτεύματα, υπάρχει όμως
μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Διότι ο μεν τύραννος επιζητεί το δικό του
συμφέρον, ενώ ο βασιλιάς το συμφέρον των υπηκόων του. Κανείς, όντως, δεν
μπορεί να είναι βασιλιάς, αν δεν είναι αυτάρκης και αν δεν ξεπερνά τους
υπηκόους του ως προς όλα τα αγαθά.
Ένας
τέτοιος δεν χρειάζεται πια τίποτ’ άλλο· Δεν θα κοιτάζει, επομένως, το δικό του
συμφέρον, αλλά το συμφέρον εκείνων που εξουσιάζει· Όποιος δεν πληροί αυτές τις
προδιαγραφές, θα είναι ένας, μετά από κλήρωση, εκλεγμένος βασιλιάς.
Η
τυραννίδα, πάλι, είναι το αντίθετο της βασιλείας, γιατί ο τύραννος
επιδιώκει ό,τι είναι καλό για τον ίδιο· και είναι ολοφάνερο ότι αυτή η περίπτωση είναι η
χειρότερη (από τις παρεκκλίσεις)· γιατί το κάκιστο είναι το αντίθετο του
βέλτιστου. Μεταπηδά δε η βασιλεία στην
τυραννία, διότι εκφαυλισμό της μοναρχίας
συνιστά η τυραννία, και ο μοχθηρός βασιλιάς γίνεται τύραννος.
Από
δε αριστοκρατία προκύπτει ολιγαρχία, λόγω της κακίας των αρχόντων, οι
οποίοι νέμονται ό,τι ανήκει στην πόλη, αδιαφορώντας για αξίες, κρατώντας για
τον εαυτό τους τα αγαθά, όλα ή τα περισσότερα, και απονέμοντας τα αξιώματα
πάντοτε στους ίδιους, δίνοντας μεγάλη
σημασία στον πλούτο· Έτσι όμως την εξουσία την κατέχουν λίγοι, κι’ αυτοί
μοχθηροί, αντί των καλυτέρων.
Η τιμοκρατία περιπίπτει στη δημοκρατία, καθότι τα δύο αυτά
πολιτεύματα είναι γειτονικά, στο δε
πολίτευμα της τιμοκρατίας την
κυριαρχία έχουν οι πολλοί, και όλοι έχουν την ίδια περιουσία. Η δημοκρατία
είναι η λιγότερο κακή από τις παρεκκλίσεις, διότι συνιστά μικρή μόνο παρέκκλιση
από το καθεστώς της πολιτείας (τιμοκρατίας).
Με
αυτούς, λοιπόν, κυρίως τους τρόπους μεταβάλλονται τα πολιτεύματα· Έτσι, η
μεταβολή είναι ελάχιστη και το πέρασμα
γίνεται πολύ εύκολα…..».
«…. Πολιτείας δ᾽ ἐστὶν εἴδη τρία,
ἴσαι δὲ καὶ παρεκβάσεις, οἷον φθοραὶ τούτων. εἰσὶ δ᾽ αἱ μὲν πολιτεῖαι βασιλεία
τε καὶ ἀριστοκρατία, τρίτη δὲ ἀπὸ τιμημάτων, ἣν τιμοκρατικὴν λέγειν
οἰκεῖον φαίνεται, πολιτείαν δ᾽ αὐτὴν εἰώθασιν οἱ πλεῖστοι καλεῖν. τούτων
δὲ βελτίστη μὲν ἡ βασιλεία, χειρίστη δ᾽ ἡ τιμοκρατία. παρέκβασις δὲ
βασιλείας μὲν τυραννίς· ἄμφω γὰρ
μοναρχίαι, διαφέρουσι δὲ πλεῖστον· ὁ μὲν γὰρ τύραννος τὸ αὑτῷ συμφέρον σκοπεῖ, ὁ
δὲ βασιλεὺς τὸ τῶν ἀρχομένων. οὐ γάρ ἐστι βασιλεὺς ὁ μὴ αὐτάρκης καὶ πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς
ὑπερέχων· ὁ δὲ τοιοῦτος οὐδενὸς προσδεῖται· τὰ ὠφέλιμα οὖν αὑτῷ μὲν οὐκ ἂν
σκοποίη, τοῖς δ᾽ ἀρχομένοις· ὁ γὰρ μὴ τοιοῦτος κληρωτὸς ἄν τις εἴη βασιλεύς. ἡ
δὲ τυραννὶς ἐξ ἐναντίας ταύτῃ· τὸ γὰρ ἑαυτῷ ἀγαθὸν διώκει. καὶ φανερώτερον ἐπὶ
ταύτης ὅτι χειρίστη· κάκιστον δὲ τὸ ἐναντίον τῷ βελτίστῳ.
Μεταβαίνει δ᾽ ἐκ βασιλείας εἰς
τυραννίδα· φαυλότης γάρ ἐστι μοναρχίας ἡ τυραννίς, ὁ δὲ μοχθηρὸς βασιλεὺς
τύραννος γίνεται. ἐξ ἀριστοκρατίας δὲ εἰς ὀλιγαρχίαν κακίᾳ τῶν ἀρχόντων, οἳ
νέμουσι τὰ τῆς πόλεως παρὰ τὴν ἀξίαν, καὶ πάντα ἢ τὰ πλεῖστα τῶν ἀγαθῶν ἑαυτοῖς,
καὶ τὰς ἀρχὰς ἀεὶ τοῖς αὐτοῖς, περὶ πλείστου ποιούμενοι τὸ πλουτεῖν· ὀλίγοι δὴ ἄρχουσι
καὶ μοχθηροὶ ἀντὶ τῶν ἐπιεικεστάτων. ἐκ δὲ τιμοκρατίας εἰς δημοκρατίαν· σύνοροι
γάρ εἰσιν αὗται· πλήθους γὰρ βούλεται καὶ ἡ τιμοκρατία εἶναι, καὶ ἴσοι πάντες οἱ
ἐν τῷ τιμήματι. ἥκιστα δὲ μοχθηρόν ἐστιν ἡ δημοκρατία· ἐπὶ μικρὸν γὰρ
παρεκβαίνει τὸ τῆς πολιτείας εἶδος. μεταβάλλουσι μὲν οὖν μάλισθ᾽ οὕτως αἱ
πολιτεῖαι· ἐλάχιστον γὰρ οὕτω καὶ ῥᾷστα μεταβαίνουσιν……».
(“Ηθικά Νικομάχεια” κεφ.
12, 1160 a
35-41, b
1-26)
Τιμοκρατία, είδαμε, ο Αριστοτέλης εννοούσε
το πολιτικό σύστημα όπου η συμμετοχή των πολιτών στη
κυβέρνηση ήταν ανάλογη με την περιουσιακή τους κατάσταση, «πολιτεία από των
τιμημάτων», πλουτοκρατία.
Κατά κυριολεξία Τιμοκρατία σημαίνει πολίτευμα όπου καθοριστικός παράγοντας είναι η «τιμή» - τιμιότητα, η κατά τον Πλάτωνα «φιλότιμος πολιτεία». Γνωρίσματα, αλλά και αίτια παρακμής και πτώσης, της Τιμοκρατίας είναι φιλοδοξίες και ανταγωνισμοί για δύναμη, υπερίσχυση, κατακτήσεις και πλούτο. Στο πολίτευμα της Τιμοκρατίας ανθούν στρατοκρατικές αντιλήψεις (βλ. λίγο πιο κάτω), γι’ αυτό ο Πλάτωνας το ονομάζει Κρητική και Λακωνική Πολιτεία.…..
Ο Αριστοτέλης, σε πολλά απ’ αυτά που συζητά
στα βιβλία του, προβάλλει διάφορες απόψεις, καθώς, κατά περίπτωση, υπάρχουν
διάφορα πλεονεκτήματα – μειονεκτήματα.
Αναφορικά με το ποιο είναι το καλύτερο
πολίτευμα για έναν λαό, προκειμένου να αποφανθεί κάποιος, θα πρέπει να έχει
λάβει υπ’ όψη του τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του λαού, επίσης να καθορίσει
τον από μέρος του επιθυμητό τρόπο ζωής (αιρετώτατος βίος).
Αν πρόκειται για λαό που αποτελείται από ελεύθερους πολίτες, ικανούς να
κυβερνηθούν από άτομα τόσο ενάρετα ώστε να μπορούν να ασκήσουν σωστά την
πολιτική εξουσία, τότε το καλλίτερο πολίτευμα είναι η αριστοκρατία.
Προϋποτίθεται εδώ ότι όλοι οι πολίτες έχουν τα προσόντα καταλληλότητας του
πολίτη και αναλαμβάνουν διαδοχικά τους ρόλους αρχόντων και αρχομένων.
Σε άλλες περιπτώσεις, τα καταλληλότερα πολιτεύματα είναι άλλα, όπως π.χ. σε λαό όπου υπάρχει πλήθος πολεμικόν (στρατοκρατία, θα το λέγαμε), ταιριάζει η Πολιτεία / Τιμοκρατία. Το ίδιο πολίτευμα, την Πολιτεία, ο Αριστοτέλης θεωρεί ως το κατεξοχήν εφικτό ιδεώδες για τις ελληνικές πόλεις, αφού η ρωμαλέα στρατιωτική αρετή της μεσαίας τάξης, συνιστά το μεγαλύτερο προσόν, στην εποχή του.
Όσον
αναφορά το πολίτευμα της Δημοκρατίας, που είναι η παρέκβαση
του πολιτεύματος της Πολιτείας (Τιμοκρατίας), ο Αριστοτέλης
κρίνει ότι πρόκειται για μια -μάλλον- μικρής διάρκειας παρεκτροπή, και
συμβουλεύει ένα πολιτικό να την καταστήσει ασφαλή….. ενισχύοντάς την, με μια γερή δόση ολιγαρχίας! (βλ. και την πιο πάνω αναφορά μας στην Τιμοκρατία)
Πάντως, η τυραννία είναι η χειρότερη μορφή παρέκκλισης από ορθό πολίτευμα (συνιστά την παρέκβαση του άριστου πολιτεύματος της βασιλείας), η ολιγαρχία έρχεται αμέσως μετά, ενώ η δημοκρατία αποτελεί την πιο ανεκτή από τις τρεις παρεκβάσεις.
Ο Αριστοτέλης προτιμά την μονοκρατορία ενός “θεού
(ανδρός διαθέτοντος υπερβατική αρετή) ανάμεσα στους ανθρώπους”,
σπεύδοντας να παραδεχτεί ότι πρόκειται για ιδεώδες, σχεδόν, απραγματοποίητο.
Σκοπός
του κράτους, και αφορά όλα τα πολιτεύματα, είναι:
«Η
τέλεια και αυτάρκης ζωή, η κοινωνία του ευ ζην».
Αριστοτελικές
απόψεις σχετικά με την Πολιτική και τα πολιτεύματα είναι και οι πιο κάτω:
Η
γνώμη των πολλών είναι προτιμότερη παρά των ολίγων, μια επιτροπή είναι σοφότερη
και από το πιο σοφό μέλος της, η εξουσία πολλών ενάρετων ανδρών (αριστοκρατία)
είναι καλλίτερη από την εξουσία ενός ανάλογης αρετής, οι κυβερνώντες
παρακινούνται συχνά από φθόνο και μεροληπτικότητα. Οι άγραφοι νόμοι και οι
εθιμικοί κανόνες, που πάντα υπάρχουν, συνιστούν την σημαντικότερη μορφή
δικαίου. Πρέπει, βέβαια, ο νόμος κατά το δυνατόν να ακολουθείται, αλλά και οι
πολίτες να έχουν το δικαίωμα να κρίνουν μόνοι τους περιπτώσεις όπου ο νόμος
σιωπά…..
Ο Αριστοτέλης εγκρίνει, άρα, την
δυσπιστία των πολιτών απέναντι και σε διατάγματα της “Εκκλησίας του Δήμου”,
πιστεύει όμως ότι αν υπερισχύουν των νόμων, αυτό είναι καταστροφικό για την
πολιτεία.
Ένας μόνιμος αποκλεισμός των πολλών από κάθε
συμμετοχή στα κρατικά αξιώματα είναι επικίνδυνος, γιατί προκαλεί μεγάλης
έκτασης δυσαρέσκεια. Ένα άτομο μπορεί να καταβληθεί από ένα πάθος, σ’ ένα
πλήθος ατόμων - απίθανο - όλοι συγχρόνως να καταβληθούν από το ίδιο πάθος.
Ο
Αριστοτέλης περιγράφει
και παραλλαγές των πολιτευμάτων. Ειδικά στη Δημοκρατία, διακρίνει
πέντε διαφορετικούς τύπους, από εκείνον όπου υπάρχει αυστηρή ισότητα
δικαιωμάτων μεταξύ πλουσίων και φτωχών, έως αυτόν όπου τα διατάγματα εκτοπίζουν
τους νόμους και ο λαός παρασύρεται από δημαγωγούς.
Δεν παραλείπει να ασχοληθεί με τα αίτια και τη πορεία των (κοινωνικών)
επαναστάσεων, ακόμα και με τα μέσα για την πρόληψη ή θεραπεία τους. Ως
αίτια, απαριθμεί την αγανάκτηση για την συσσώρευση πλούτου και αξιωμάτων, τη
θρασύτητα, το φόβο, τις άδικες διακρίσεις, τις εκλογικές μηχανορραφίες, την
παραμέληση αναγκαίων αλλαγών κ.ά.
Οι
ολιγαρχίες ανατρέπονται όχι μόνο με εξεγέρσεις που οφείλονται σε καταπιεστική
διακυβέρνηση, αλλά και από ανταγωνισμούς ανάμεσα στους ίδιους τους κυβερνήτες.
Σαν
τρόπους πρόληψης των επαναστάσεων αναφέρει την επιβολή μέτρων συμμόρφωσης στους
νόμους, την αποφυγή μεθόδων εξαπάτησης του λαού με τεχνάσματα, κανένα άτομο ή
ομάδα ατόμων να μην αποκτά υπερβολική ισχύ και να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου
ανάμεσα σε πλουσίους και φτωχούς, που σημαίνει ούτε οι ολιγάρχες να καταπιέζουν
τους φτωχούς, ούτε, στη δημοκρατία, οι φτωχοί τους πλούσιους.
Η
κυρίαρχη τάξη οφείλει να συμπεριφέρεται προσεκτικά, πάντως ο άρχων μπορεί να
επισείει στο λαό του μια ανάγκη, ή έναν εξωτερικό κίνδυνο, εν ανάγκη
επινοημένα, αν αυτό τον εξυπηρετεί!
Την κατοχή κρατικών αξιωμάτων λογαριάζει σαν ανταμοιβή
της (ηθικής και πνευματικής) αρετής αυτών που τα κατέχουν, οι
οποίοι πάντως οφείλουν να έχουν τρία επί πλέον προσόντα:
α) Πίστη στους θεσμούς του πολιτεύματος, β) ακεραιότητα
και γ) διοικητικές ικανότητες.
…… Τέτοια
προτερήματα, βεβαίως, συγκεντρώνουν οι ικανότεροι των πολιτών, οι οποίοι
πρέπει, άρα, και να κυβερνούν.
Όπως μας έχει ξαναπεί, σαν κυβερνήτες δεν μπορεί να υπάρχουν γεωργοί,
ακόμα και λόγω έλλειψης χρόνου, ούτε τεχνίτες, γιατί η άσκηση βάναυσων
επαγγελμάτων εκ μέρους τους, δεν τους επιτρέπει να έχουν αποκτήσει την αρετή.
Την αρετή ο Αριστοτέλης,
θεωρεί το σημαντικότερο στοιχείο, όχι μόνον για τον άνθρωπο, αλλά και για το
κράτος, αφού το κράτος απαρτίζεται από ένα σύνολο ατόμων.
Απορρίπτει την ιδέα ότι οποιαδήποτε μορφή εξουσίας αποτελεί εμπόδιο στην
ευδαιμονία του ατόμου, ή, ότι η ευδαιμονία εξασφαλίζεται από δεσποτικά
καθεστώτα. Την κυριαρχία πάνω σε άλλους ανθρώπους δικαιολογεί όταν ασκείται
πάνω σε φύσει κατώτερα όντα, δηλ. αν πρόκειται για “γεννημένους
δούλους”.
Την αύξηση του πληθυσμού, ως και την είσοδο ξένων στη χώρα, καθόλου δεν
βλέπει ανησυχητικά, δηλ. μη τυχόν και
διαταράξουν την ομαλή ζωή του τόπου. Ίσα-ίσα φρονεί ότι η πόλη πρέπει να είναι
εμπορική, ώστε να εισάγει όσα αγαθά χρειάζεται, και να εξάγει τα περισσεύματά
της.
Για
τους Έλληνες, πιστεύει ότι συνδυάζουν την υψηλοφροσύνη των βόρειων φύλων με
τις νοητικές ικανότητες των ανατολικών. Μόνο στους Έλληνες η ελευθερία
εναρμονίζεται με την χρηστή διοίκηση, και αν όλα τα ελληνικά φύλα σχημάτιζαν
ένα κράτος θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν στο κόσμο.
10.6) Επίκουρος & “Πολιτική”
«Ας απελευθερώσουμε τους εαυτούς
μας από τη φυλακή των καθημερινών υποθέσεων και της πολιτικής»
“Ἐκλυτέον ἑαυτοὺς ἐκ τοῦ περὶ τὰ ἐγκύκλια
καὶ πολιτικὰ δεσμωτηρίου” (Επικ. Προσφ. 58)
Ο Διογένης ο Λαέρτιος γράφει
απόψεις του Επίκουρου περί θεμάτων της ζωής, καθώς και τι πρέπει να επιλέγουμε
και τι να αποφεύγουμε:
“Περί των βοιωτικών και όπως χρη τα
μεν ημάς αιρείσθαι, τα δε εκφεύγειν”.
(“ΒΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ”, βιβλ. Χ, 117-121)
«Ο σοφός ακόμα κι αν βασανιστεί δεν παύει να ευδαιμονεί. Ο σοφός μόνον ευγνωμοσύνη αισθάνεται, ενώ για τους φίλους του - εξίσου για παρόντες και απόντες - έχει πάντα καλά λόγια να πει. Όταν βασανίζεται βογγά και οδύρεται…...Ούτε γάμο θα κάνει, ούτε παιδιά θα αποκτήσει ο σοφός, όπως αναφέρει ο Επίκουρος στις “Διαπορίες” και στο “Περί φύσεως” έργο του.
Σε ειδικές
περιπτώσεις της ζωής του θα κάνει γάμο, αν και μερικοί θα τον αποφύγουν……
Ούτε θα
πολιτευθεί, όπως λέει (Επίκουρος) στο πρώτο βιβλίο του
“Περί βίων” έργου του, ούτε
τύραννος θα γίνει, ούτε κυνικός, όπως λέει στο δεύτερο
βιβλίο του “Περί βίων” έργου του…..και θα δικασθεί και συγγράμματα θ’ αφήσει
πίσω του, αλλά δεν θα γράψει πανηγυρικούς λόγους, και για τ' αποκτήματά του θα
προνοήσει και για το μέλλον του, και θ’ αγαπήσει την αγροτική ζωή, και θ’ αντιταχθεί
στην κακοτυχία και δεν θα εγκαταλείψει κανέναν φίλο του και θα φροντίσει για
την φήμη του, τόσο όσο χρειάζεται για να μην καταφρονηθεί, και στα θεάματα θα
ευχαριστηθεί περισσότερο από τους άλλους. Θα αφιερώσει και αναθήματα. Είτε είναι πλούσιος, είτε είναι φτωχός του είναι
αδιάφορο…..
Όταν χάσει
τους πόρους του θα δεχτεί χρήματα, αλλά μόνο για τη σοφία του. Στην κατάλληλη
στιγμή θα υπηρετήσει και κάποιον μονάρχη, ενώ θα χαρεί όταν κάποιος διορθωθεί.
Και σχολή θα ιδρύσει, αλλά όχι για μπούγιο (οχλαγωγία), και θα κάνει δημόσιες
διαλέξεις αλλά όχι με δική του πρωτοβουλία. Θα είναι δογματικός και όχι
σκεπτικιστής. Και στον ύπνο του τέτοιος θα είναι, και για χάρη ενός φίλου του
μπορεί να πεθάνει ….». (Δ.Λ. 117-121)
Οι Επικούρειοι απείχαν της πολιτικής, θα τους χαρακτηρίζαμε “απολιτικούς”. Εξάλλου, η άσκηση της πολιτικής συνιστά τον ιδανικό χώρο άσκησης και της σοφιστικής τεχνουργίας, που στοχεύει, μέσω της δημιουργίας παραποιημένων ή ψευδών ειδήσεων, την παραπλάνηση των πολιτών, η οποία σαφώς ζημιώνει τους πολλούς χάριν εξυπηρετήσεως των συμφερόντων λίγων.
Άλλωστε,
πόσο συμβατό με την αταραξία του…..ως απαραίτητο όρο ψυχικής υγείας, άρα, και
ευδαιμονίας, είναι ένας φιλόσοφος να είναι μπλεγμένος με
παραταξιακές αντιπαραθέσεις και εμφύλιες διαμάχες, ή να είναι επιφορτισμένος με
πολιτειακά αξιώματα;
Και πόσο δυνατή η ταύτιση ηγεμόνα με φιλόσοφο,
όπως θεωρεί ο Πλάτωνας;
Επίσης, οι κυβερνήτες,
που επιζητούν και κολακεύονται να τους αποκαλούν σωτήρες του λαού, μεγάλους,
σοφούς κλπ., ασχολούνται με την φιλοσοφία, ή
αποκλειστικά με το πώς να εξουσιάσουν, σύμφωνα με θεσπίσματα που οι ίδιοι
επιβάλλουν, ασκώντας -κατά κανόνα- πολιτική βίας;
Έτσι, για
την ενασχόληση με τα φθοροποιά ζητήματα τρέχουσας πολιτικής, που όχι σπάνια
δημιουργούν μεγάλες αναστατώσεις και διχόνοιες, οι Επικούρειοι διατύπωναν
σοβαρές επιφυλάξεις.
Έθεταν δε
ως προϋπόθεση ενασχόλησης με τη πολιτική, αυτή να ασκείται μετά «καλοκαγαθίας».
Υπό αυτή-μόνη
προϋπόθεση, θεωρούσαν ότι θα αποφέρει πολλά και μεγάλα αγαθά στις πόλεις….
“Πολιτική πολλάκις αίτιον και συμφορών
ανηκέστων. μετά μέντοι καλοκαγαθίας λαμβανομένην ταις μεν πόλεσιν αγαθά πολλά
συμβάλλεσθαι και μεγάλα”.
Φιλόδημος. Απόσπασμα από το «Περί Ρητορικής»
έργο του
Στον
Πλούταρχο (“Περί ευθυμίας”) αναφέρεται η εξής Επικούρεια παραίνεση:
«Όσοι φλέγονται από επιθυμία και φιλοδοξία και δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, ας ακολουθήσουν τη φυσική τους ορμή για πολιτική. Γιατί η απραγμοσύνη, όσο δεν κάνουν αυτό που ορέγονται, θα τους ταράξει περισσότερο».
Δεν θα
είναι, όμως, πλήρης η εντύπωση που αποκομίζουμε από τις πιο πάνω Επικούρειες
θέσεις για την πολιτική, αν δεν λάβουμε υπ’ όψιν τις πολιτικές συνθήκες της
εποχής, το γενικότερο δηλ. πολιτικό κλίμα που υπήρχε στην Αθήνα, στον Ελλαδικό και
Ρωμαϊκό χώρο, στα χρόνια του Αριστοτέλη, του Επίκουρου, των διαδόχων τους, ως
τον Λουκρήτιο και μετέπειτα…….
Διότι από τα
χρόνια της Μακεδονικής κυριαρχίας και μετά, δεν εφαρμόστηκε ακώλυτα, χωρίς
φόβο, απειλή βίας, ωμές επεμβάσεις, το πολίτευμα της (άμεσης,
βεβαίως) Δημοκρατίας στην Αθήνα, αν εξαιρέσουμε λίγες και σύντομες περιόδους, ώστε
να έχει ουσιαστικό νόημα το “πολιτεύεσθαι”, δηλ. η ενασχόληση με
τα κοινά, προς όφελος των πολλών.
Τα περιθώρια
για αδέσμευτο, ήρεμο, δημόσιο διάλογο, πολύ περισσότερο για άσκηση κριτικής, ήσαν ελάχιστα. Κυριαρχούσε η
έλλειψη ελευθερίας που είχε επιβάλλει η
απολυταρχία και αυθαιρεσία των, διορισμένων από μια ελίτ αριστοκρατών,
κυβερνητών - τυράννων. Η κατάσταση είχε ξεφύγει, και καθώς δεν διαφαίνονταν καμιά
δυνατότητα αντιστάσεως, στήριγμα και ελπίδα
αλλαγής, η απογοήτευση και η αδιαφορία για την πολιτική
είχε κατακλύσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού…….
(Βλ. την 18η σημείωσή
μας)
Παρ’ όλ’ αυτά ο Επικούρειος δεν είναι ένα άτομο αδιάφορο για το καλό της πατρίδας και του λαού, μάλιστα φροντίζει και αγωνίζεται γι’ αυτά, όπως και η ιστορία έχει δείξει. Δεν αποφεύγει την κοινωνική ζωή σαν να είναι αναχωρητής - ασκητής. Αποφεύγει την ανάμειξη στα δημόσια πράγματα, όταν την κρίνει επιζήμια ή ατελέσφορη. Θέλει να ζει ήσυχα, μακριά από τη δημοσιότητα, χωρίς να προβάλλεται, δηλ. επιζητεί να περνά στη ζωή του απαρατήρητα, σύμφωνα με την αρχή του «λάθε βιώσας»……. Το πρόσταγμα «λάθε βιώσας» μνημονεύεται στην πραγματεία του Πλουτάρχου: “Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας”. («Ηθικά», Βιβλ. XIV, 1086c κ.ε.,77
Ο σοφός, δεν πασχίζει να κερδίσει αναγνωρισιμότητα,
θαυμασμό και επαίνους του πλήθους, διότι αυτά δεν ανήκουν “οὔτε στις φυσικές, οὔτε στις ἀναγκαῖες επιθυμίες͵ ἀλλὰ
παρὰ κενὴν δόξαν γίγνονται”. Άλλωστε…. «Δεν λύνει την ταραχή της ψυχής,
ούτε δίνει αξιόλογη χαρά, ακόμα και ο μεγαλύτερος πλούτος που υπάρχει, ούτε η
τιμή και η υπόληψη του πλήθους, ούτε ό,τι άλλο προέρχεται από αβέβαιες αιτίες».
«Οὐ λύει τὴν τῆς ψυχῆς ταραχὴν οὐδὲ τὴν ἀξιόλογον ἀπογέννα χαρὰν οὔτε πλοῦτος
ὑπάρχων ὁ μέγιστος οὔθ’ ἡ παρὰ τοῖς πολλοῖς τιμὴ καὶ περιβλέψις οὔτ ἄλλο τι τῶν
παρὰ τὰς ἀδιορίστους αἰτίας». (Επ. Προσφ. 81)
Οι
Επικούρειοι, ξεπερνώντας προκαταλήψεις,
παραμένουν ατάραχοι σε όλες τις περιστάσεις….
Στη μεγάλη
πέτρινη επιγραφή στα Οινόανδα, σκάλισε ο Διογένης:
- «….Γιατί,
λοιπόν, να τρέχουμε πίσω από πράγματα που τα ορίζουν άλλοι»;
- «….
διότι κάθε φορά που διαιρείται η γη, άλλη πατρίδα έχει ο καθ’ ένας. Αλλ’ αυτός
ο κόσμος περιλαμβάνει όλες τις περιοχές και όλοι μας μια πατρίδα έχουμε,
ολόκληρη τη γη. Και μια κατοικία έχουμε, ολόκληρο τον κόσμο».
Ο
Επίκουρος γράφει στο δοκιμαζόμενο φίλο του Μιθρή, ένα Σύρο αξιωματούχο του
Λυσίμαχου:
«….. Χρειάζεται
ν’ αντέχεις, ως έρχονται τα πράγματα. Γιατί δεν αξίζει να φοβάσαι την ενόχληση
που προκαλεί η οποιαδήποτε μεταβολή της τύχης….. Πράγματι, μα τους
θεούς, φάνηκες με όλο το ήθος σου άξιος για μια ζωή ελεύθερη και διαφορετική
απ’ αυτή που θεσπίζουν οι νόμοι».
(Πλούταρχος “Προς Κολώτην” 1127 d-e)
Πάντως, η αποστροφή από τα κοινά πράγματα, δεν συνιστά απαράβατο δόγμα….
«Ο
Επίκουρος είπε πως ο σοφός δεν ασχολείται με την πολιτική, παρεκτός κι αν
συντρέχουν σοβαροί λόγοι».
(Σενέκας “Περί
ησυχίας” 30.2)
…… Και
επειδή είναι σύνηθες να “συντρέχουν σοβαροί λόγοι”, οι
Επικούρειοι στη πράξη είναι δραστήριοι πολίτες και όχι μόνο θεωρητικά τους
ενδιαφέρει το κοινό όφελος, αλλά αγωνίζονται για τα, καλώς εννοούμενα, συμφέροντα
των ανθρώπων……
Σημείωση 19η
Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα στην Ελληνιστική-Ρωμαϊκή
εποχή
Η Ελληνιστική-Ρωμαϊκή εποχή, υπήρξε περίοδος ακμής του
Επικουρισμού, όμως, όπως σημειώσαμε και προηγούμενα, η πολιτική κατάσταση στην
Αθήνα και στον ευρύτερο χώρο της Ελλάδας, ήταν αξιοθρήνητη…..
Η κυριαρχία των Μακεδόνων στις
πόλεις-κράτη της κυρίως Ελλάδας, που ξεκίνησε στο «Συνέδριο της Κορίνθου»
(338/337), όπου ο Φίλιππος είχε αυτοανακηρυχθεί «στρατηγός αυτοκράτορας»
των Ελλήνων….. πλην Λακεδαιμονίων, θα τερματισθεί το 196, πάλι πανηγυρικά,
στους αγώνες των Ισθμίων, από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο Φλαμινίνο. Της
ψευτο - «Ανακήρυξης της Ελευθερίας και Ανεξαρτησίας των Ελλήνων»
από τον Φλαμινίνο προηγηθεί, το προηγούμενο έτος (197), νίκη του επί
του βασιλιά Φιλίππου Ε΄, στην
αποφασιστική μάχη του 2ου Μακεδονικού πολέμου, στην τοποθεσία “Κυνός
Κεφαλές” της Θεσσαλίας.
Ο Φλαμινίνος, ήθελε να
παριστάνει τον φιλέλληνα. Το έτος 197, στα αφιερώματα που έστειλε στους
Δελφούς, έγραψε το πιο κάτω εκπληκτικό μήνυμα – μνημείο μεγαλοστομίας, επίλογος
στον Τρωικό Πόλεμο!
«Γιοι του Δία, που ευφραίνεστε
με την ταχεία ιππική τέχνη, και Τυνδαρείδες, βασιλείς της Σπάρτης, ο Τίτος των
Αινειάδων (δηλαδή αυτός ο ίδιος, ο
Τίτος Φλαμινίνος, ως απόγονος του Αινεία!) σας έφερε το πιο πολύτιμο από όλα
τα δώρα. Για τους γιους των Ελλήνων, έχει διαμορφώσει τις συνθήκες για την
Ειρήνη”.
(Πλουτάρχου, Φλαμινίνος
12.6)
Όμως, οι συμφορές στον Ελληνικό κόσμο θα
συνεχισθούν στο χειρότερο και για αιώνες…… Το 190 στη Μικρά Ασία, στη μάχη της
Μαγνησίας του Σιπύλου, ο Αντίοχος Γ' ηττάται και χάνει σημαντικό μέρος των
εδαφών του. Το 168 ο στρατηγός Αιμίλιος Παύλος, νικητής του βασιλιά της
Μακεδονίας Περσέα στη μάχη της “Πύδνας”, οριστικά υποδουλώνει τη
Μακεδονία…..
Στις
“Κυνός Κεφαλές” οι Ρωμαίοι έσφαξαν 8.000 Μακεδόνες, αφού προηγούμενα είχαν
σκοτώσει άλλες 2.000, ενώ 5.000 πούλησαν σκλάβους. Στη Μαγνησία (190) έσφαξαν
και πούλησαν 50.000, στη Πύδνα (168) έσφαξαν 20.000 και πούλησαν 11.000.
Η Ελλάδα, από τον 3ο π. Χ. αι. και μετά
θα κυβερνηθεί απολυταρχικά. Αρχής
γενομένης με τους Μακεδόνες μονάρχες, μικροί και μεγάλοι τύραννοι πόλεων και
περιοχών (συνήθως διορισμένοι από κατοχικούς στρατούς, ή από συντηρητικές
ολιγαρχίες), εφήμεροι βεβαίως, απαιτούσαν όχι απλά την υποταγή, αλλά και….. τη
θεοποίηση τους, ακόμα και των συζύγων και ερωμένων τους, με τιμές, αγάλματα,
ναούς και πόλεις αφιερωμένες σ’ αυτούς……
Απαιτούσαν, ούτε λίγο-ούτε πολύ, να
τους αποκαλούν υιούς ή αδελφούς (Ελλήνων ή ξένων) θεών, Ηρακλείς,
Σωτήρες
και…. νέους Διόνυσους για
να είναι εναρμονισμένοι με τα μεθύσια και οργιώδη συμπόσιά τους, τις
θεατρινίστικες λιτανείες τους.
Ύμνοι, στεφάνια, επιγράμματα,
δοξαστικές τελετουργίες, προσκυνήματα και άλλες ντροπιαστικές εκδηλώσεις,
που παλαιότερα μόνο στους βαρβάρους αποδίδονταν, αδιανόητες στους Έλληνες, των
Μακεδόνων συμπεριλαμβανομένων, οργανωμένες από στρατιές αυλοκολάκων
ψευδό-καλλιτεχνών και διανοουμένων, ήταν καθημερινά φαινόμενα, στα οποία
συμμετείχαν διεφθαρμένα πλήθη λαού….
Όταν η
Αθήνα είχε Δημοκρατία η προσφώνηση των ατόμων ήταν το όνομά τους στη
κλητική… Ω Σώκρατες, Ω Δημόσθενες…. χωρίς τίτλους ταξικών διακρίσεων και
βαρύγδουπα λόγια υποτέλειας ή κολακείας.
Οι
ρήτορες στην εκκλησία του Δήμου (ή στα δικαστήρια) άρχιζαν τις ομιλίες τους:
«Άνδρες Αθηναίοι (ή Δικασταί)»…… Στη Γαλλική Επανάσταση: «πολίτης
(citoyen)»,
αντί
«κύριος (monsieur)».
Τους αιματηρούς πολέμους, την ανηθικότητα της
εξουσίας, τη λατρεία του χρήματος και των αξιωμάτων, τον εκμαυλισμό των ηθών,
τη διαφθορά και ξεπεσμό και λαϊκών
στρωμάτων της κοινωνίας (….. “το της πόλεως ήθος ομοιούται
τοις άρχουσιν”, γράφει “προς Νικοκλέα”, 31,
ο Ισοκράτης) τη
φτώχια και δυστυχία των πολιτών, κλπ., καταστάσεις που γιγαντώθηκαν στη
Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο, περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα οι
ιστοριογράφοι της αρχαιότητας και οι νεότεροι ιστορικοί και σχολιαστές
(Κυριάκος Σιμόπουλος, ο πιο οξύς), όσοι βέβαια, αμερόληπτοι τολμούν να πουν την
“πάσα αλήθεια”.
Ο
Πλούταρχος, εκφράζοντας το πνεύμα της εποχής, αλλά και τη δική του
πολιτικοθρησκευτική αντίληψη:
«Νόμος
δ’ άρχοντος έργον, άρχων δ’ εικών θεού του πάντα κοσμούντος»
(“Ηθικά”,
βιβλ.
X, 811d)
Δεν έλειψαν
εξεγέρσεις – αντιστάσεις κατά τους αιώνες αυτούς, και μία κορυφαία στην Αθήνα
του 1ου π.Χ. αι. αξίζει να αναφερθεί, και για τον πρόσθετο λόγο ότι ηγήθηκε
αυτής ένας Επικούρειος φιλόσοφος, ο
Αριστίων, σύμφωνα με τον Ρωμαίο, ελληνικής καταγωγής, ιστορικό Αππιανό
…. Ο Αριστίων, περί το 88,
ανέλαβε πλήρη την εξουσία (τυραννία)
στην Αθήνα, υπό την κάλυψη του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του
Μεγάλου, βασιλιά του Πόντου (120 - 63), ο οποίος ενεργούσε ως προστάτης της
Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού και χρησιμοποίησε αυτή τη στάση στις
φοβερές αντιπαραθέσεις του με τη Ρώμη…..
Ο
Μιθριδάτης ΣΤ΄ υπήρξε από τους πιο επιτυχημένους εχθρούς της Ρώμης, πολεμώντας
διαδοχικά εναντίον τριών από τους μεγαλύτερους στρατηγούς της ύστερης
Δημοκρατίας: του Σύλλα , του Λούκουλλου και του Πομπήιου.
…… Εν τω μεταξύ, ο (Λεύκιος Κορνήλιος) Σύλλας
έφτασε στην Ελλάδα και αμέσως πολιόρκησε τον Πειραιά, την οποίαν κατείχε
στρατός του Μιθριδάτη, και την Αθήνα, όπου προκλήθηκε λιμός…..
Ο Πλούταρχος αφηγείται πως ο λιμός ήταν τόσο φοβερός που ο κόσμος αναγκαζόταν να μαγειρέψει τα υποδήματά του, ενώ οι ναοί έμεναν αφρόντιστοι. Ο λαός έφτασε στο σημείο να παρακαλά να παραδοθεί η πόλη, ωστόσο ο Αριστίων απαντούσε με απειλές και ειρωνείες. Φρόντιζε δε να θυμώνει όλο και περισσότερο τον Σύλλα εξαπολύοντας από τα τείχη της πόλης προσβολές για τον ίδιο και τη γυναίκα του…… (Πλούταρχος, “Βίοι Παράλληλοι”, Σύλλας Κεφ. 14)
Τελικά η Αθήνα καταλήφθηκε και….
«Μια μεγάλη και ανελέητη σφαγή ακολούθησε στην Αθήνα. Οι κάτοικοι ήταν πολύ
αδύναμοι για να φύγουν, λόγω έλλειψης τροφίμων. Ο Σύλλας διέταξε μια αδιάκριτη
σφαγή, χωρίς να φείδεται γυναικών ή παιδιών….. Οι περισσότεροι Αθηναίοι, όταν
άκουσαν τη διαταγή, όρμησαν εθελοντικά ενάντια στα ξίφη των επιτιθέμενων τους.
Κάποιοι πήραν τον δρόμο προς την Ακρόπολη, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο τύραννος
Αριστίων, ο οποίος είχε κάψει το Ωδείο, έτσι ώστε ο Σύλλας να μην έχει ξύλα
διαθέσιμα για να κάψει την Ακρόπολη….».
(Αππιανός,
“Μιθριδατικοί Πόλεμοι”, 38)
Ο Αριστίων συνελήφθη στην Ακρόπολη,
σύρθηκε μπροστά στο βωμό της Αθηνάς, και εκτελέστηκε με δηλητήριο. Κατόπιν, ο
Σύλλας κατέλαβε και τον Πειραιά, τον οποίον έκαψε σχεδόν ολοσχερώς,….και έφυγε
κατάφορτος από ανεκτίμητης αξίας λάφυρα και μια στρατιά σκλάβων.
Την κατάκτηση της Ελλάδας, τις λεηλασίες,
τις σφαγές, το ξεθεμελίωμα της Κορίνθου (146) από τον Λεύκιο Μόμμιο, τη
καταστροφή της Αθήνας και του Πειραιά (87) από τον Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα, κ.ά.
τέτοια εγκλήματα, οι νέοι κατακτητές δικαιολογούν…… ούτε λίγο-ούτε πολύ…. σαν
εκδίκηση των Ρωμαίων - απογόνων του Αινεία, για την καταστροφή και πυρπόληση
της Τροίας και των ανακτόρων του Πρίαμου!
Εκεί ωστόσο
που η πολιτική πρακτική, η συνδεμένη με δημόσια αξιώματα, στρατιωτική
σταδιοδρομία, πόλεμο -μάλιστα σε ανώτατο βαθμό- συμβάδισε
με έναν ενδοτικό στην αυστηρότητα των δογμάτων Επικουρισμό, ήταν στην Ιταλία της ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας (1ος π.Χ. αι.).
Εποχή Ελληνιστική
– Ρωμαϊκή, στη διάρκεια της οποίας δύο φιλοσοφίες ξεχώρισαν, ανταγωνίστηκαν και
επιβλήθηκαν επί των άλλων. Και αυτές ήταν ο Στωικισμός και ο
Επικουρισμός….
Οι ερευνητές, σε κατάταξη που
αφορά περίοδο τεσσάρων αιώνων, από τον 1ο π.Χ. έως τον 3ο μ.Χ. αι. και με
διακυμάνσεις κατά υποπεριόδους, πρώτο σε επιρροή τοποθετούν το Στωικισμό. Τον
Επικουρισμό ταξινομούν στη δεύτερη θέση, ενώ η απήχηση της Πλατωνικής και της
Αριστοτελικής (Περιπατητικής) φιλοσοφίας είναι αδύναμη.
Ο Πλατωνισμός θα ανακάμψει,
μετέπειτα, με τον «Νεοπλατωνισμό»….
Ο Επικουρισμός στη Ρώμη, στον 1ο αι. π.Χ.
Ο Επίκουρος δημιούργησε
μια απολιτική και ειρηνική φιλοσοφία “εν τόπω και χρόνω”. Ο Επικουρισμός, σε άλλους τόπους και χρόνους και με διαφορετικές
κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, θα προσαρμοστεί ανάλογα, χωρίς εντούτοις να
μεταβληθεί στον πυρήνα της ιδεολογίας του, που είναι η έξω από κάθε
δεισιδαιμονία επιδίωξη ανθρώπινης αταραξίας, ηδονής, ευδαιμονίας.
Στη πρώτη και σημαντική έξοδο της Επικούρειας φιλοσοφίας από την κοιτίδα της («Κήπο Αθηνών»)
στην Ιταλία στα χρόνια της ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας (1ος
αι. π.Χ.), εντυπωσιάζει η μεγάλη διάδοση και δημοφιλία της στη Ρωμαϊκή κοινωνία.
Η Επικούρεια φιλοσοφία
φαίνεται να είχε υποστήριξη από μια ισχυρή ελίτ Ρωμαίων αριστοκρατών, και
βέβαια ανάμεσα στους πεπαιδευμένους, στους ποιητές και στους συγγραφείς, όπως
οι Αττικός, Φιλόδημος, Σείρων, Λουκρήτιος κ.ά., ενώ ο Κικέρων, ομολογεί, με
λύπη του, ότι βλέπει “σχεδόν άδειες τις αίθουσες διαλέξεων των Στωικών”…..
Ο D. N. Sedley, στο
έργο
του: “Epicureanism in the Roman Republic”, διαπιστώνει:
«…. Η εποχή του Κικέρωνα (1ος αι. π.Χ.) είναι
αξιοσημείωτη, και ενδεχομένως μοναδική, ως προς το βαθμό του απόλυτου σεβασμού
που ο Επικουρισμός κατέκτησε μεταξύ των Ρωμαίων πολιτών…».
(“The
age of Cicero is remarkable, and probably unique, for the degree of sheer civic
respectability that Epicureanism had acquired…”).
O Φρειδερίκος Νίτσε…. σφοδρός πολέμιος
του Χριστιανισμού σαν διαφθορέα της ανθρώπινης ψυχής μέσω της ιδέας της ενοχής,
της τιμωρίας και της αθανασίας….. ιδιαίτερα υπολήπτεται τις θέσεις του
Επίκουρου και του Λουκρήτιου για την θρησκεία,
παγανιστική χωρίς τις προαναφερθείσες ψυχοφθόρες αντιλήψεις. Έτσι, στο έργο του «Ο Αντίχριστος» σημειώνει
εμφαντικά ότι «….. κάθε διάνοια που μετρούσε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
ήταν επικούρειος…..», μάλιστα αν δεν υπήρχε ο ιδιοφυής (απόστολος)
Παύλος τελείως διαφορετικό θα ήταν το πεπρωμένο της Ρώμης.
(Φρ. Νίτσε, «Ο
Αντίχριστος», 1888, ΚΑΚΤΟΣ, σελ. 234)
Δημιουργείται πάντως η απορία, πως η ειρηνόφιλη
και απολιτική φιλοσοφία του Επίκουρου, κατάφερε επιτυχώς να διεισδύσει και
προσελκύσει άνδρες μέσα από μια, από τις πιο φιλόδοξες και αρχομανείς ομάδες
της αρχαιότητας, όπως ήταν η τάξη των
Ρωμαίων αριστοκρατών στα ταραχώδη και βάναυσα χρόνια της Res Publica Romana;
Βέβαια, δεν ήταν μόνον
οι Επικούρειοι της Ιταλίας, που εκείνα τα χρόνια είχαν δημιουργήσει ενδιαφέροντα
για τα πολιτικά πράγματα και συνδιαλλάσσονταν με πολιτικοστρατιωτικούς
παράγοντες. Και οι κύριοι αντίπαλοι των Επικουρείων, οι Στωικοί, με τους
περιώνυμους συγγραφείς και δάσκαλους τους Παναίτιο (185–109)
και Ποσειδώνιο (135–51), μέσω και προσωπικών επαφών
και διασυνδέσεων με τη
Ρωμαϊκή ανώτερη τάξη, συνετέλεσαν τα μέγιστα στην εξάπλωση της Στωικής
φιλοσοφίας στον Ρωμαϊκό κόσμο. Ακαδημεικοί,
Περιπατητικοί, Στωικοί, κ.ά., μάλιστα από της ιδρύσεως των
φιλοσοφικών σχολών τους στην Ελλάδα είχαν την πολιτική ως κύριο μάθημά τους,
και ουκ ολίγοι φιλόσοφοι τους ενεργά στήριζαν “πεφωτισμένους” ολιγάρχες.
…. Στα επόμενα χρόνια το φαινόμενο της συμπόρευσης φιλοσόφων με την
ιμπεριαλιστική πολιτική της Ρώμης πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις…..
Ασφαλώς, πολλοί Ρωμαίοι στράφηκαν προς τον Επίκουρο πέραν της
ιδιοσυγκρασίας τους, από αίσθημα αποστροφής στην πολιτική, όπως ο Αττικός και ο
Paetus, οι οποίοι δεν διέτρεξαν πολιτικές σταδιοδρομίες. Όμως αυτό δεν αποτέλεσε το κυρίαρχο
χαρακτηριστικό των Ρωμαίων θιασωτών του, διότι παρατηρείται, οι περισσότεροι
από τους Ρωμαίους Επικούρειους που γνωρίζουμε, και από την ύπαρξη των οποίων
μπορούμε να κρίνουμε την επιτυχία της φιλοσοφίας αυτής, να είναι ενεργοί
πολιτικοί, στρατιωτικοί, ή επιχειρηματίες. Πολλά αποδεικτικά στοιχεία από τα
γραπτά του Κικέρωνα, προέρχονται ή είναι αναφορές από Επικούρειους που
συζητούσαν για τον φιλοσοφικό τους προσανατολισμό, ενώ βρίσκονταν σε στρατόπεδα
πολεμώντας σε αποφασιστικούς πολέμους της Ρώμης.
Ο Φιλόδημος είχε τη δεξιότητα να δημιουργεί σχέσεις φιλίας με
υψηλόβαθμους πολιτικούς της Δημοκρατίας, (Κικέρωνα, Piso, Pansa κ.ά. Ρωμαίους
ευγενείς όπως οι Quintilius και Lucius
Varius Rufus), όπως και με αξιόλογα μέλη της κοινωνίας και βέβαια θερμό ζήλο να
διαδώσει την Επικούρεια φιλοσοφία, ευρύτερα.
Αντιλαμβανόμαστε, ότι πολλά μέλη της ελίτ της Ρωμαϊκής κοινωνίας από
αυτά που δήλωναν Επικούρειοι, ήταν ιδιαίτερα “χαλαροί’ ως προς τη
συμμόρφωσή τους με τα δόγματα της Επικούρειας φιλοσοφίας που αφορούν τη (μη)
συμμετοχή των Επικουρείων στην ενεργό πολιτική ζωή και στις αντιπαραθέσεις που
μια τέτοια ενασχόληση συνεπάγεται.
Για την επιτυχία του Ρωμαϊκού
Επικουρισμού στα χρόνια της ύστερης Ρ. Δημοκρατίας,
εξηγούν ότι…. Οι πόλεμοι, οι σκληρές κοινωνικές αντιπαραθέσεις, τα τρομερά
γεγονότα που σημάδεψαν τις δύο τελευταίες γενιές της Δημοκρατίας, οι εμπειρίες
που κατέλειπαν όλ’ αυτά, επέτρεψαν -τελικά- στο δόγμα του Επίκουρου να
συνηχήσει με τη γενική ατμόσφαιρα, τα ήθη, και την κοινωνικοπολιτιστική
κατεύθυνση, τη διάθεση - κύριο ρεύμα της εποχής, (mainstream ή trend),
το Zeitgeist της εποχής.
Και αυτή η ερμηνεία, φαίνεται, να εξηγεί την επιτυχία του Ρωμαϊκού Επικουρισμού επαρκώς, καθώς δείχνει να ερμηνεύει και τη χρονολογική του διακύμανση, αποκαλύπτοντας γιατί η ελκυστικότητα της Επικούρειας φιλοσοφίας μειώθηκε, όταν η Ρωμαϊκή Δημοκρατία (Roman Republic: 509–27 π.Χ.) περιέπεσε στο καθεστώς της Ηγεμονίας (Principate 27 π.Χ. – 284 μ.Χ.) και Αυτοκρατορίας (Roman Empire 27 π.Χ. – 395 μ.Χ.).
Ήταν ο Καίσαρ Επικούρειος;
Στο τέλος αυτού του σημειώματος, μια
σύντομη αναφορά για πιθανές (και μέχρι ποιου βαθμού σε θετική προσέγγιση) Επικούρειες αντιλήψεις του Ιουλίου Καίσαρα.
Το ζήτημα έχει απασχολήσει μελετητές, επειδή, βέβαια, ο Καίσαρ (100 - 44) είναι
ο σημαντικότερος Ρωμαίος όλων των εποχών…… Εκφράστηκαν προβληματισμοί, οι
σχετικές απόψεις είναι μοιρασμένες…..
1) Από άρθρο μου (μετά από
διαδικτυακή έρευνα):
«….. επιστολές του Κικέρωνα αποκαλύπτουν
συζητήσεις που είχε με διαφόρους φίλους του, για τις Επικούρειες τάσεις τους,
όπως για παράδειγμα….. πειράγματα του Γάιου Τρεμπάτιου Τέστα (Gaio Trebazio Testa) για να γίνει κάποιος
Επικούρειος κατά τη παραμονή του στο στρατόπεδο του Καίσαρα, και έρευνα
των Επικούρειων πεποιθήσεων του Κάσσιου …..».
….. Γάιος Κάσσιος Λογγίνος: ο εις εκ των δύο
αρχισυνωμοτών της δολοφονίας του Καίσαρα. Ο Μάρκος Ιούνιος Βρούτος ήταν οπαδός της παλαιάς
Ακαδημαϊκής σχολής του Πλάτωνα…..
2) William
Temple. Από την πραγματεία του: “Upon
the Gardens of Epicurus” (1685)
« …… Εντούτοις, ακόμα κι’ αν όλα
αποτύγχαναν, ο Επίκουρος θα βρισκόταν πολύ καλά προστατευμένος, ως από την
ανωτερότητα (by the excellence) πολλών μελών της ανά τους αιώνες ομάδας
υποστηρικτών του, και ιδιαίτερα εκείνων που βρέθηκαν κοντά στα σπουδαιότερα της
ιστορίας πρόσωπα και γεγονότα. Δεν
χρειάζεται να ονομάσω περισσότερους από τον Καίσαρα, τον Αττικό,
τον Μαικήνα, τον Λουκρήτιο, τον Βιργίλιο, τον Οράτιο.
Όλοι, άντρες αξιοθαύμαστοι στα δικά τους διαφορετικά πεδία και, ενδεχομένως,
απαράμιλλοι στην ιστορία (and perhaps unparalleled in story).
- Ο Καίσαρας, μ’ όποιο τρόπο κι αν ιδωθεί, δίκαια μπορεί να
διεκδικήσει την πρώτη θέση στα κατάστιχα της ανθρωπότητας, ίσος μόνον ως προς
τον εαυτό του. Και ξεπερνά όλους τους
άλλους του έθνους και της εποχής του, στις αρετές και διακρίσεις ενός
πολιτικού, ενός στρατιωτικού διοικητή, ενός ρήτορα, ενός ιστορικού. Πέραν απ’
όλα αυτά, ενός ποιητή, ενός φιλοσόφου όταν η σχόλη του το επέτρεπε. Ο σπουδαιότερος άνδρας σκέψης και δράσης, σχεδίων και εκτέλεσης (the
greatest man of counsel and of action, of design and execution). Ο πλέον ευγενής από τη γέννα
του, ως άτομο και μορφή (countenance). Ο μεγαλύτερος άντρας και η ευλογία της
φύσης (the greatest humanity and clemency of nature), εν μέσω των μεγαλύτερων
προκλήσεων, περιστάσεων και περιστατικών αγριότητας και εκδίκησης.
Είναι αλήθεια, ότι ανέτρεψε τους νόμους
και τους θεσμούς της χώρας του, ωστόσο αυτό έγινε αφότου τόσοι άλλοι, όχι μόνο
είχαν ξεκινήσει τη διαδικασία, αλλά ήδη είχαν φτάσει πολύ μακριά ως προς το να
τους αλλάξουν και παραβιάσουν. Έτσι, ως προς το τι έκανε, φαίνεται ότι μάλλον
απέτρεψε άλλους από το να κάνουν αυτό το οποίο σχεδίαζε ο ίδιος για τον εαυτό
του, γιατί αν και η φιλοδοξία του ήταν απέραντη, ωστόσο φαίνεται ότι έφτασε σε
τέτοια ύψη, περισσότερο λόγω της θρασύτητας των εχθρών του, παρά από τη δική
του διάθεση.
Και το μόνο που ταίριαζε στη φύση του,
ήταν η επιθυμία για δόξα πραγματική και το να την αποκτήσει μέσω πράξεων ωραίων
και μεγάλων, με την κατάκτηση βάρβαρων εθνών, επεκτείνοντας τη Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία. Υπερασπιζόμενος αρχικά τις πολιτικές ελευθερίες των πληβείων,
εναντιωμένος στην φατρία (faction) που είχε ξεκινήσει με το Σύλλα, για να
καταλήξει στον Πομπήιο. Και στην όλη διαδρομή των νικών και επιτυχιών του,
επιζητούσε σε κάθε περίσταση την ανταμοιβή των φίλων του και το έλεος των
εχθρών του…..».
- «Ο
Μαικήνας ήταν ο σοφότερος σύμβουλος, ο πιο αληθινός φίλος τόσο των προϊσταμένων του όσο και της χώρας του, ο
καλύτερος κυβερνήτης της Ρώμης, ο πιο πνευματώδης και ικανός διαπραγματευτής, ο
καλύτερος κριτής μάθησης και αρετής, ο πιο επιλεγμένος των φίλων του και έτσι ο
πιο ευχάριστος στις συζητήσεις που γνώρισε η ιστορία. Και πιστεύω ότι στη
συμμετοχή του στα πολιτικά πράγματα και στις στρατιωτικές δράσεις του Αγρίππα, μπορεί αληθινά ν’
αποδοθεί όλη η επιτυχία και το μεγαλείο του Αυγούστου, που τόσο έχει εκτιμηθεί
στον κόσμο…..».
3) F. C. BOURNE: Από την διατριβή
του: “ΚΑΙΣΑΡ Ο ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ”
Κατά τον F. C. BOURNE, ο Ιούλιος Καίσαρ,
με βάση τις “αρετές”, ικανότητες και τα άλλα χαρίσματα, που, ομολογουμένως
(Σουετώνιος, Πλούταρχος, Δίων Κάσσιος κ.ά.), τον διέκριναν, εμφορείτο, βασικά (ως
επί το πολύ), από Επικούρειες αντιλήψεις και αρχές. Αυτές -βέβαια-
προσαρμοσμένες στον εκρηκτικό χαρακτήρα του, στις πολιτικές φιλοδοξίες του, στο
περιβάλλον του και στην ταραχώδη εποχή του.
4) Katharina Volk
Θεωρεί ότι ο Καίσαρ ήταν μάλλον εκλεκτικός,
επηρεασμένος από την Επικούρεια φιλοσοφία, αλλά όχι συνειδητοποιημένος
Επικούρειος……
Περισσότερα στο μπλογκ μου, στο
άρθρο:
«Η δημοφιλία της Επικούρειας φιλοσοφίας στην Ιταλία, στα χρόνια της ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας
Στα νεώτερα χρόνια, από
τους μεγάλους στη πολιτική και Επικούρειους, ας αναφερθούν οι:
α) Ο
Τόμας Τζέφερσον (1743 – July 4, 1826), εκ των Ιδρυτών - Πατέρων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Αmerican Founding Father), κύριος συντάκτης της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας της
και τρίτος της Πρόεδρος (από το 1801 έως το 1809).
…… Ο Τζέφερσον υπήρξε επίσης ο ιδρυτής του
πρώτου (και δημόσιου πανεπιστημίου) στη Πολιτεία Βιρτζίνια των ΗΠΑ, το 1819, του μόνου βορειοαμερικανικού
πανεπιστήμιου που αναδείχτηκε από την UNESCO “Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς”. Ήταν και το πρώτο στις ΗΠΑ που προσέφερε
εκπαίδευση σε θέματα όπως η αρχιτεκτονική, η αστρονομία και η φιλοσοφία, καθώς
επίσης και το πρώτο πανεπιστήμιο που κράτησε την εκκλησία έξω από την
εκπαίδευση, καθότι ο ιδρυτής του Τ. Τζέφερσον ήταν υπέρμαχος του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας.
(Βλ. Παναγιώτη Παναγιωτόπουλου: “Τόμας
Τζέφερσον, “Είμαι και εγώ Επικούρειος”)
β) Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883), ο οποίος στην
εμπεριστατωμένη διδακτορική διατριβή του: “Διαφορά της Δημοκρίτειας και
Επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας” (Βερολίνο, 1841), δικαιώνοντας τον Επίκουρο,
αποφαίνεται….
…… «Ο
Επίκουρος είναι, λοιπόν, ο μέγιστος Έλληνας διαφωτιστής, και του ταιριάζει ο
έπαινος του Λουκρήτιου: “Humana ante oculos….” (DRN I,
62-79)».
γ) Ο Χαράλαμπος
Θεοδωρίδης (1883-1958), πανεπιστημιακός καθηγητής
της φιλοσοφίας, δημοτικιστής, αγωνιστής –
πατριώτης, κομμουνιστής. Ο πρώτος σύγχρονος Έλληνας ένθερμος Επικούρειος, που
ασχολήθηκε επιστημονικά, πλατιά και μεθοδικά με τον Επίκουρο.
Mε τα μνημειώδη έργα του:
«Εισαγωγή στη Φιλοσοφία» (Πρώτη έκδοση 1933, β'
έκδοση αναθεωρημένη 1955) και «Επίκουρος, η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου» (1954), άνοιξε διάπλατα το δρόμο
στη γνωριμία και επαναδραστηριοποίηση της Επικούρειας φιλοσοφίας, στην εποχή μας,
στη χώρα μας.
(Φωτογραφία του Χ. Θεοδωρίδη στο εμπροσθόφιλό μας)
Σημείωση 21η
Από
τη θεωρία του σύγχρονου Ωφελιμισμού
«Εκείνο που επιμαρτυρείται ότι
συμφέρει στις ανάγκες της κοινωνικής ζωής, πρέπει να έχει την ισχύ του δικαίου,
είτε είναι είτε δεν είναι το ίδιο για όλους».
«Τὸ μὲν ἐπιμαρτυρούμενον
ὅτι συμφέρει ἐν ταῖς χρείαις τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας τῶν νομισθέντων εἶναι
δικαίων ἔχειν τοῦ δικαίου χώραν (δ)εῖ͵ ἐάν τε τὸ αὐτὸ πᾶσι γένηται ἐάν τε μὴ τὸ
αὐτό·……..». (Κ.Δ. 37)
Η έννοια του «ωφελιμισμού»,
προφανής
η σημασία και η χρησιμότητα του, ενυπάρχει στην ηθική θεωρία του Επίκουρου. Με τον όρο
όμως Ωφελιμισμός (Utilitarianism) αναφερόμαστε σε μια σύγχρονη πολιτική
θεωρία, με κανόνες και δράσεις που τείνουν
- για όλα τα άτομα της
κοινωνίας- να παραχθεί όφελος, πλεονέκτημα, ευχαρίστηση στο μέγιστο
βαθμό και αντίθετα να αποτραπεί η αναταραχή, ο πόνος, το κακό, η δυστυχία.
Ιδρυτής του (σύγχρονου) «Ωφελιμισμού»
είναι ο Άγγλος φιλόσοφος Ιερεμίας Μπένθαμ (1748 - 1832) και βασικοί
υποστηρικτές του οι: John Stuart Mill (1806 – 1873), Henry Sidgwick (1838 – 1900), Richard Mervyn Hare (1919 – 2002), Peter Singer (born 1946) κ.ά.
Ο
Ιερεμίας Μπένθαμ (Jeremy Bentham)
Ο Ιερεμίας Μπένθαμ υπήρξε σπουδαίος νομομαθής και νομικός, στο συγγραφικό του έργο ασκεί κριτική στο ισχύον σύστημα
δικαίου, καθώς και ηγετική μορφή του ριζοσπαστικού κινήματος στην Αγγλία και
παντού στον κόσμο. Ως φιλόσοφος, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής κάθε προσπάθειας
πολιτικής και εθνικής χειραφέτησης υπόδουλων λαών και δημιουργίας θεσμών και
νομοθεσίας επάνω σε ορθολογικές βάσεις.
Για την υπόθεση της ελληνικής
ανεξαρτησίας έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, υπήρξε μέλος του «Φιλελληνικού
κομιτάτου» του Λονδίνου και οι πολιτικές του ιδέες έγιναν γνωστές και
συζητήθηκαν στην επαναστατημένη Ελλάδα.
Κατά καιρούς αλληλογράφησε με κορυφαίους
εκπροσώπους του απελευθερωτικού μας αγώνα, όπως τον Αδαμάντιο Κοραή, στον οποίον πρότεινε να μεταφράσει τα έργα
του στα Ελληνικά, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον Θεόδωρο Νέγρη και τον Οδυσσέα
Ανδρούτσο. Παρενέβη στα ελληνικά πράγματα στέλνοντας διάφορα δοκίμια, επιστολές
αλλά και απεσταλμένους.
Στόχος του Μπένθαμ ήταν η διάδοση και η
έμπρακτη εφαρμογή της Ωφελιμιστικής φιλοσοφίας του, καθώς και η προς αυτή τη
κατεύθυνση προσαρμογή κάποιων σημείων του ελληνικού Συντάγματος, έτσι ώστε να
διασφαλισθεί δημοκρατική μορφή
διακυβέρνησης, να αποκρουστεί όποια μορφή αυταρχικής εξουσίας, ακόμα και των
αιρετών αρχόντων, πάνω στους πολίτες.
Ο Μπένθαμ σχολίασε το προσωρινό
πολίτευμα της Επιδαύρου, κάνοντας ουσιώδεις
υποδείξεις για την υιοθέτηση σύγχρονων δημοκρατικών θεσμών, ώστε να αποτραπεί
κάθε κίνδυνος διολίσθησης του νεοσύστατου πολιτεύματος στον αυταρχισμό, όπως θα
συνέβαινε - έγραφε - αν ήθελεν επιβληθεί μοναρχία, αλλά και να διασφαλισθεί ότι «Ο μέγιστος αριθμός πολιτών θα
απολαμβάνει το μεγαλύτερο αριθμό ωφελημάτων» (γνωμικό του Βενιαμίν
Φραγκλίνου) ….
Οι σοφές παραινέσεις του Μπένθαμ δεν
έτυχαν της προσοχής που άξιζαν και δεν αξιοποιήθηκαν από τους Έλληνες του 1821.
Τα κείμενά του ωστόσο μας διαφωτίζουν τόσο για τις ριζοσπαστικές δημοκρατικές
ιδέες του μεγάλου Άγγλου λόγιου, όσο και αναδεικνύουν μια άγνωστη -εν πολλοίς-
ιδεολογική διάσταση του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, που αποτέλεσε για ένα μέρος
των πρωταγωνιστών της και συνειδητή επιλογή…..
Ο Μπένθαμ, ωστόσο, υπήρξε μεγάλος πνευματικός καθοδηγητής των επαναστατών στους
πολέμους ανεξαρτησίας των λαών της Νότιας Αμερικής από τον αποικιοκρατικό ζυγό
της Ισπανίας, την ίδια εποχή.
Ο
Λέστερ Στάνχοπ και ο Αναστάσιος Πολυζωίδης
Δύο διακεκριμένοι οπαδοί του
Μπένθαμ, που εργάστηκαν για τη διάδοση των ιδεών του στην Ελλάδα, κυρίως μέσα
από τις σελίδες της τότε σημαντικότερης
εφημερίδας, τα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου ήταν και ο Άγγλος
συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ και ο νεαρός δημοσιογράφος Αναστάσιος
Πολυζωίδης….
Στη πρώτη σελίδα της εφημερίδας ήταν
τυπωμένο το motto: «Τα πλείω οφέλη τοις πλείοσι», για να τονισθεί
ο φιλελεύθερος χαρακτήρας της και ο
προσανατολισμός της προς τις αρχές του ωφελιμισμού του Τζέρεμι Μπένθαμ.
Ο
Λέστερ Στάνχοπ
Ο Άγγλος συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ (Leicester Stanhope, 1784 - 1862), έφθασε στο Μεσολόγγι στα
τέλη του 1823, φέρνοντας μαζί του ένα πιεστήριο με τον αναγκαίο τυπογραφικό
εξοπλισμό, δαπάνης του «Φιλελληνικού Κομιτάτου»
του
Λονδίνου. Σαν έφθασε στο Μεσολόγγι, γνωρίστηκε με τον φιλέλληνα Ιωάννη - Ιάκωβο Μάγερ (1798-1826) άνθρωπο που τον εντυπωσίασε. Ο Μάγερ είχε
πάρει την Ελληνική υπηκοότητα, είχε παντρευτεί και Μεσολογγίτισσα ασπασθείς το
Ορθόδοξο δόγμα. Ο Stanhope στο πρόσωπο του Μάγερ είδε ένα «έξοχο Ελβετό»
διαπνεόμενο από φιλελεύθερες ιδέες, αντίστοιχες με τις δικές του. Έτσι τον
όρισε υπεύθυνο συντάκτη των «Ελληνικών Χρονικών»…..
Στις 18 Δεκεμβρίου 1823
κυκλοφόρησε το φυλλάδιο αναγγελίας της ίδρυσης της εφημερίδας «Ελληνικά
Χρονικά», το οποίο περιελάμβανε ένα απόσπασμα του δοκιμίου περί
ελευθεροτυπίας του Τζέρεμι Μπένθαμ, ενώ από τη 1η Ιανουαρίου 1824 αρχίζει η
τακτική έκδοση της εφημερίδας…..
Εκτός από τα «Ελληνικά Χρονικά» με
εκδότη τον Ιάκωβο Μάγερ, ο Λέστερ Στάνχοπ ίδρυσε και στήριξε οικονομικά και την «Εφημερίδα
Αθηνών», με εκδότη τον Γεώργιο Ψύλλα. Τον Γ. Ψύλλα ο Στάνχοπ τον επέλεξε διότι διέθετε κι αυτός τα απαραίτητα φιλελεύθερα
διαπιστευτήρια…… Το 1824 είναι η χρονιά της γέννησης του ελληνικού Τύπου!
Ο Stanhope, στις 21 Φλεβάρη του 1824,
έχοντας συμπληρώσει παραμονή 70 ημερών στο Μεσολόγγι, θα ξεκινήσει ταξίδι στις
επαναστατημένες περιοχές της χώρας. Σε όλες τις επαφές που θα πραγματοποιήσει
με σημαίνοντες παράγοντες της Ελληνικής επανάστασης, και θα είναι πολλές, θα
προπαγανδίσει, με σθεναρότητα που εντυπωσιάζει, τις ιδέες του φιλελευθερισμού, της ελευθεροτυπίας και ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, της
αβασίλευτης δημοκρατίας και συντριβής των ολιγαρχών. Πρώτο του μέλημα η ενότητα
των Ελλήνων στον αγώνα, και, βέβαια, η
διάδοση του Ωφελιμισμού, της ριζοσπαστικής φιλοσοφικής θεωρίας του πάτρωνα του
Ιερεμία Μπένθαμ. Ακούραστα, δημόσια διαμηνύει:
«Σκοπός
της κυβέρνησης είναι το δημόσιο αγαθό, με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο καλό του
μεγαλύτερου αριθμού».
Στις 12 Μαΐου 1824 ο Leicester Stanhope θα περάσει στην Αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο, προκειμένου να διαχειριστεί την παράδοση στην Ελληνική κυβέρνηση των χρημάτων της πρώτης δόσης του πρώτου Αγγλικού δανείου που συνομολογήθηκε και συνυπογράφτηκε στο Λονδίνο στις 21 Φλεβάρη 1824. Είναι ο μοναδικός από τρείς επιτρόπους που διορίστηκαν, διότι για τους άλλους δύο, ο μεν λόρδος Μπάιρον είχε αποθάνει, ο δε Τόμας Γκόρντον δεν είχε πρόθεση να έρθει από την Αγγλία. Ως επίτροπος του δανείου δηλώνει:
«Θα λαμβάνω υπ’ όψιν εξίσου τα
συμφέροντα τόσο των δανειστών όσο και των δανειζομένων… Η θέσπιση μιας ισχυρής και δίκαιης κυβέρνησης
είναι αυτό που απαιτούν και τα δύο μέρη: Εάν, πιθανόν, δεν επιτευχθεί αυτός ο
σκοπός, δεν θα συναινέσω να διεκπεραιώσω τη παράδοση των χρήματων».
Τότε, όλως αιφνιδίως, εντεταλμένος Άγγλος αξιωματικός τον πρόσταξε, κατόπιν αυστηρής Βασιλικής εντολής, να παρουσιαστεί αμέσως στον Ύπατο Αρμοστή στην Κέρκυρα, και να επιστρέψει στην Αγγλία με το πρώτο καράβι!
Ο
Λέστερ Στάνχοπ, χωρίς αντιρρήσεις, αφήνοντας ημιτελές το έργο του στην Ελλάδα,
θα υπακούσει στην άνωθεν εντολή και θα μπαρκάρει για το Λονδίνο με το ιστιοφόρο
“Florida”, που θα μεταφέρει και τη σορό του λόρδου Μπάιρον…..
Ο εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών»
Ι. Φ. Μάγερ, σε μια πολύ γενναία και δραματική επιστολή, ευγενική αλλά και
πικρής αποδοκιμασίας, γράφει στον Στάνχοπ:
«Με εξορκίζετε στο πρώτο γράμμα σας
να συνεχίσω τον αγώνα κατά των εχθρών της ελευθερίας. Δεν θα τον
σταματήσω. Θα προτιμήσω να πεθάνω παρά να αποφύγω να ανοίξω τα μάτια ενός λαού
που ενσαρκώνει τις πιο μεγάλες και πιο υψηλές ελπίδες μου. Στο γράμμα σας
βλέπω πως εμπιστευόσαστε πολύ τον Νέγρη.
Ούτε αυτός, ούτε ο Μαυροκορδάτος είναι
πατριώτες. Τους κατηγόρησα και τους δύο, τον ένα στο φ.36, τον άλλο στο
φ.38 των «Χρονικών» μου μπροστά σε όλη
την Ελλάδα, σαν Φαναριώτες και μηχανορράφους.
Στενοχωρήθηκα που επιστρέφετε στην Αγγλία.
Η θέση σας ήταν εδώ στην Ελλάδα. Ωστόσο και στην Αγγλία μπορείτε να
δουλέψετε για το καλό της πατρίδας μας. Όσο για μένα, συνταγματάρχα μου, να
είστε σίγουρος, ότι ως άφοβος πατριώτης, δεν θα σταματήσω να αγωνίζομαι για
την ευτυχία των πολλών, για την αληθινή ελευθερία και την αληθινή ανεξαρτησία.
Φεύγετε για την Αγγλία, εγώ θα μείνω στην
Ελλάδα. Ελπίζω να σας μιλήσω μια μέρα και είμαι βέβαιος πως θα μου πείτε τότε,
έχοντας παρακολουθήσει τις πράξεις μου: Μάγερ έκανες σωστά. Αντίο συνταγματάρχα
μου, ο θεός μαζί σας».
……. Ο φιλέλληνας Ελβετός Ιωάννης - Ιάκωβος Μάγερ,
η γυναίκα του, τα δύο κοριτσάκια του και η υπηρέτριά τους, καθώς και ο
τυπογράφος της εφημερίδας, ο Μακεδόνας Δημήτρης Μεσθενέας, βρήκαν τραγικό θάνατο την ημέρα της ηρωικής
Εξόδου του Μεσολογγίου - 10 Απριλίου 1826…..
Στην Αγγλία ο Στάνχοπ δημοσιοποιεί «Έκθεση (Report)» για τα
Ελληνικά πράγματα, μια λεπτομερή και εμπεριστατωμένη παρουσίαση της πολιτικής
και στρατιωτικής κατάστασης της Ελλάδας. Και ενημερώνει, για την όλη δράση του,
το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, το οποίον εκδίδει απόφαση «….. ότι ο αξιότιμος συνταγματάρχης
Stanhope δικαιούται τας πιο ευγνωμόνους ευχαριστίας της Επιτροπής, για τον
ακούραστο ζήλο, τη βαθιά διακριτικότητα και την πλατιά καλοσύνη, που εκδηλώθηκε
από αυτόν, ενώ ενεργούσε ως εκπρόσωπος της στην Ελλάδα……».
Ο Stanhope γράφει και εκδίδει βιβλίο με τα
απομνημονεύματά του: “Greece in 1823 and 1824”. Κατόπιν, αποσύρεται από το προσκήνιο, και δεν θα ασχοληθεί ξανά
με την Ελληνική υπόθεση…… Το 1851, θα
κληρονομήσει τον τίτλο του κόμη, από τον αδελφό του. Έτσι, θα λάβει τον τίτλο: 5th Earl of
Harrington. Το 1852, στο αριστοκρατικό προάστιο Kensington του Λονδίνου, θα
οικοδομήσει εντυπωσιακή οικία, η οποία χτίστηκε στον αγαπημένο του γοτθικό
ρυθμό.
Ο Leicester Stanhope, 5th κόμης (Earl) of Harrington, θα πεθάνει στις 7 Σεπτεμβρίου 1862, σε ηλικία 78 ετών.
Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης
Στα «Ελληνικά Χρονικά» θα
αρθρογραφήσει επανειλημμένα και ο νεαρός Αναστάσιος Πολυζωίδης (Μελένικο
1802 - Αθήνα 1873), ο οποίος, με την έκρηξη της επανάστασης διέκοψε σπουδές του
στη Βιέννη και στο Βερολίνο κι
επέστρεψε στην Ελλάδα, στο Μεσολόγγι, όπου συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο
Μαυροκορδάτο, ασπάστηκε τις πολιτικές του αντιλήψεις και έγινε γραμματέας του
εκτελεστικού…..
Θα γίνει πασίγνωστος (μαζί με τον
συνάδελφό του Γεώργιο Τερτσέτη) για τη θαρραλέα και αμερόληπτη κρίση του ως
πρόεδρος του δικαστηρίου, στη δίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα το 1834.
Ο Πολυζωίδης στα «Ελληνικά Χρονικά»
προβάλλει και προπαγανδίζει τις αρχές του ριζοσπαστικού «Μπενθαμικού
ωφελιμισμού», που τις θεωρούσε απαραίτητες για την πολιτική αγωγή των
Ελλήνων, για τη πολιτική και ηθική ωφέλεια του Ελληνικού Έθνους, για την
ευδαιμονία του.
Ένα από τα δοκίμια του Μπένθαμ, που ο
Πολυζωίδης θα μεταφράσει και δημοσιεύσει στα «Ελληνικά Χρονικά» είναι
το: “Περί δημοσιότητος”. Σε αυτό το δοκίμιο ο Μπένθαμ επιχειρηματολογεί
υπέρ της διαφάνειας που πρέπει να περιβάλλει τα πεπραγμένα κάθε νομοθετικής
συνέλευσης σε μια αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Και, στις ωφέλειες και
προτερήματα της δημοσιότητας συναριθμεί την «εκ ταύτης πηγάζουσαν διάχυσιν
(έτσι μετέφρασε ο Πολυζωίδης την ευχαρίστηση)……
«Είναι δε η διάχυσις αύτη
καλόν διόλου (=εντελώς), πραγματικόν, καλόν δηλαδή ηνωμένον με ωφέλειαν, επειδή
και συνεισφέρει εις τον φωτισμόν, και επομένως εις την ευδαιμονίαν όλου του
έθνους».
Θέση του Μπένθαμ ήταν ότι η δημοσιότητα
απομυθοποιεί τους πολιτικούς, καθώς παρέχει στους πολίτες τη δυνατότητα να
αποκτήσουν μια πιο πραγματική εικόνα από αυτήν, που επιδιώκουν πολλοί πολιτικοί
να δώσουν στους ψηφοφόρους τους. Και, ως εχθρούς της δημοσιότητας ο Άγγλος
σοφός δείχνει τους κακούργους για να κρύψουν τα εγκλήματα τους, τους
απολυταρχικούς για να καταπνίξουν την κοινή υπόληψη γι’ αυτούς, τους δειλούς
και τους ανάλγητους. Κατά τον Μπένθαμ, οι δημόσιες συνελεύσεις εξυψώνουν το
γενικό πνεύμα, κάνουν γνωστές τις υγιείς ιδέες, πολεμούν τις βλαβερές
προλήψεις, την αγυρτεία των δημαγωγών, τις απάτες των συκοφαντών.
Το
1825 ο Πολυζωίδης δημοσιεύει ένα σύντομο εγχειρίδιο που τιτλοφορείται: «Θεωρία
γενική περί των διαφόρων διοικητικών συστημάτων και εξαιρέτως περί του
κοινοβουλευτικού». Πρόκειται περί πραγματείας για τη πρόσληψη φιλελεύθερων
ιδεών στην επαναστατημένη Ελλάδα, καθώς αυτές οι ιδέες αποτελούν προάσπιση της
κοινοβουλευτικής συνταγματικής δημοκρατίας, η οποία εκθειάζεται ως το πολίτευμα
που προάγει την ευτυχία, διασφαλίζει την ελευθερία και είναι σύμφωνο με τον
ορθό λόγο.
Ο Πολυζωίδης, αποδίδοντας τις απόψεις του Μπένθαμ, διακηρύσσει ότι στο κοινοβουλευτικό
πολίτευμα η κυριαρχία ανήκει και πηγάζει από το σύνολο του έθνους. Η διοίκηση
ασκείται χάριν των διοικουμένων. Επικρατεί η ισονομία. Οι αξιωματούχοι
εκλέγονται με κριτήριο την αξία τους. Οι πολίτες οι ίδιοι υπερασπίζονται με τα
όπλα την πατρίδα τους. Όλα τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα γίνονται σεβαστά. Και η
δημόσια εκπαίδευση καθιστά τους πολίτες εγγυητές των νόμων. Ως παραδείγματα
δημοκρατικών πολιτευμάτων αναφέρει μόνο το Αμερικανικό και το θεσπισμένο
σύμφωνα με αυτό, Ελληνικό. Αντίθετα, η Βρετανία και η Γαλλία χαρακτηρίζονται ως
συνταγματικές μοναρχίες. Στη σκιαγράφηση θεωρίας περί δικαίου που προσιδιάζει
στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, υιοθετεί ωφελιμιστική προσέγγιση.
Ακολουθεί το λήμμα «Νομολογία
(Jurisprudence)» της εγκυκλοπαίδειας Βritannicα, που συνέταξε ο γνωστός
ιστορικός και φιλόσοφος James Mill,
στενός συνεργάτης του Μπένθαμ και πατέρας του John Stuart Μill. Έτσι, γράφει ότι η αρχή που οφείλει να
διέπει τον καθορισμό των δικαιωμάτων είναι:
«Η μεγαλητέρα ευτυχία του
μεγαλητέρου αριθμού των πολιτών».
Στα κείμενα του, τα δημοσιευμένα στα «Ελληνικά Χρονικά», διαβάζουμε, επίσης, και τους πιο κάτω φιλοσοφικούς στοχασμούς, άμεση απόρροια -ασφαλώς- της Ωφελιμιστικής προσέγγισης του Μπένθαμ στην Επικούρεια Ηθική φιλοσοφία:
-
Όλα τα αντικείμενα, όσα οι άνθρωποι επιθυμούν, είν' επιθυμητά ή ως
τέλη, ή ως μέσα.
- Η ευάρεστος διάθεσις τής ψυχής είναι το
τέλος, και προέρχεται από τα ηδέα αισθήματα αυτής.
- Τα αντικείμενα της επιθυμίας, τα οποία
είναι και αντικείμενα του δικαίου, δεν είναι τα ηδονικά αισθήματα που
επιθυμούνται ως τέλη, άλλα αυτά που επιθυμούνται ως μέσα προς τούτο το τέλος.
Υπάρχει κι ένα σημείο όπου ο Πολυζωίδης
διαφοροποιείται από την ωφελιμιστική προσέγγιση, όταν διαφωνεί με τη θέση του
James Mill ότι το δίκαιο είναι ανθρώπινη κατασκευή. Πιστεύει, ο νεαρός
Πολυζωίδης, ότι υπάρχει μία αρχετυπική ιδέα περί δικαιοσύνης από την οποίαν: «….
οι θετοί δίκαιοι Νόμοι άναβλύζουσι, και εις την οποίαν όλαι αι όρθαί των
ανθρώπων πράξεις ανάγονται»……. Ο Μπένθαμ βέβαια θα χαρακτήριζε αυτή την
περί δικαίου ιδέα ως «πλασματική οντότητα» (ficticious entity), δηλαδή
σαν μια οντότητα για την οποία κάνουμε λόγο σαν να υπάρχει, ενώ στην
πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη.…..
Για τους J. Bentham και L. Stanhope εκτενέστερα στην ιστοσελίδα μου PGiavis.blogspot.com
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο
11.1) Αριστοτέλης και Ρητορική
- «….. και η ρητορική περί τα επί μέρους, ου
τα καθόλου την πραγματείαν έχει»
(Διογένης Λαέρτιος Γ-1 Πλάτων, 55)
- «Ο μεν φιλόσοφος
περί αυτά ταύτα τα “είδη των πραγμάτων” διατρίβει, ο δε (ρήτωρ) περί
αυτών εις τα οποία (τα “είδη”) μετέχουν, όπως π.χ. ο μεν (φιλόσοφος) εξετάζει τι είναι η αδικία,
ο δε (ρήτωρ) αν είναι άδικος ο δείνα, και ο μεν τι είναι η τυραννίς, ο δε τι ο
τύραννος»……
“Ο μεν φιλόσοφος περί αυτά τα είδη των
πραγμάτων διατρίβει, ο δε περί τα μετέχοντα, οίον ο μεν τι έστιν
αδικία, ο δε ως άδικος ο δείνα, και ο μεν τι η τυραννίς, ο δε τι ο τύραννος”.
(“Προβλήματα” 956 b 7)
Η
“Ρητορική” για τον Αριστοτέλη είναι μια
δύναμη (= τεχνική δεξιότητα), η ικανότητα να βρίσκει κανείς τους δυνατούς
τρόπους να πείσει τους άλλους για οποιοδήποτε θέμα.
Η ρητορική
περιγράφεται ως αντίστοιχο (αντίστροφος)
της διαλεκτικής, κλάδος (μόριον)
αυτής.
Μέσα πειθούς
μπορεί να είναι εξωτεχνικά, όπως μάρτυρες, αποδείξεις, βασανιστήρια, ή τεχνικά,
έντεχνα δηλ. τεχνάσματα του λόγου, συγκινησιακές φράσεις, και βέβαια, η καθαρή
αγόρευση, με δυνατό λόγο, παραδείγματα, ενθυμήματα και επιχειρήματα.
Ο ρητορικός λόγος, μαζί με
το ήθος και το πάθος, συγκροτούν την τριάδα των
τρόπων της πειθούς.
Τρείς και οι κλάδοι
της ρητορικής, η συμβουλευτική, η δικανική και η επιδεικτική ρητορική.
Ο
Αριστοτέλης αναφέρεται και στον συλλογισμό των
σοφιστών, τον ονομαζόμενο συλλογισμό των
ψευδομένων.
“Ο
συλλογισμός του ψευδομένου”, αποδίδεται στον Ευκλείδη τον Μεγαρέα:
«Αν όντως
ψεύδομαι, και λέγω ότι ψεύδομαι, ψεύδομαι ή λέγω την αλήθεια;»
Σύμφωνα με τη
συλλογιστική αυτή μέθοδο, οι σοφιστές
επιδιώκουν να δημιουργήσουν αμηχανία στους ακροατές, με συλλογισμό που
προέρχεται από τις αλλόκοτες γνώμες που
προβάλλουν.
(“Ἠθικὰ Νικομάχεια” 1146 a 23-29)
Ο Αριστοτέλης με
αυστηρότητα βλέπει τον πολιτικό ρήτορα, να κάνει ακροβασίες με τον γραπτό ή τον
άγραφο νόμο, προκειμένου να εξυπηρετήσει καλλίτερα την υπόθεση του. Και με
ειρωνεία παρατηρεί ότι ο (σοφιστής)
συνήγορος μιας υπόθεσης μπορεί να παραδεχθεί ότι η λύση που υποστηρίζει είναι
άδικη, όχι όμως και ασύμφορη για τον πελάτη του. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι ο πελάτης του έβλαψε, όχι
όμως και ότι παρέβει τον νόμο!
- «Συνάγεται μεν
εκ τε της αναλυτικής (λογικής) επιστήμης και της περί τα ήθη πολιτικής, όμοια
δ’ εστί τα μεν τηι διαλεκτικήι , τα δε τοις σοφιστικοίς
λόγοις».
(“Προβλήματα” 1359 b 9)
Την επίκριση του Σταγειρίτη δεν γλυτώνει ούτε ο φημισμένος ρητοροδιδάσκαλος
Ισοκράτης (436-338), για τον
οποίον πίστευε ότι ενδιαφέρονταν περισσότερο για την ρητορική επιτυχία, γεγονός
που του είχε αποφέρει και πολλά χρήματα, παρά για την αναζήτηση της αλήθειας. Διέφεραν
και σε φιλοσοφικές αντιλήψεις….
Ο Ισοκράτης εδέχετο σαν πραγματικότητα την άμεση εμπειρία, ενώ την μεταφυσική θεωρούσε χάσιμο χρόνου και ενέργειας. Η γνώση είναι σχετική, έλεγε, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τίποτα, μόνο να έχουμε καλές απόψεις μπορούμε, ως βοηθό στην οδό της ζωής.
Ο Ισοκράτης έχει αναγορευθεί ως “πνευματικός πατέρας του
Ελληνικού Έθνους”, διότι δυνατά διατύπωσε την ανάγκη της ενότητας του.
Ολιγαρχικών πεποιθήσεων, πίστευε ότι η Ελλάδα, υπό τον Φίλιππο Β΄ τον Μακεδόνα
(382-336), έπρεπε να εκστρατεύσει εναντίον της Περσικής αυτοκρατορίας……
Την άποψη μιας αντιπερσικής εκστρατείας, με ομολογημένο τελικό
σκοπό το προσπορισμό του απίθανου πλούτου της Ασίας, είχαν ενστερνιστεί και οι
Γοργίας, Λυσίας, Αισχίνης κ.ά., ενώ σφοδρά εναντιώθηκε ο Δημοσθένης
(384-322)…..
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, 42
χρόνια μετά το θάνατό του Δημοσθένη, τον
τίμησε στήνοντας χάλκινο ανδριάντα και ψηφίζοντας να τρέφεται στο Πρυτανείο
κάθε φορά ο μεγαλύτερος εν ζωή των απογόνων του. Στη βάση του ανδριάντα του
χαράχτηκε το περίφημο επίγραμμα:
«εἴπερ ἴσην γνώμῃ ῥώμην Δημόσθενες
ἔσχες, οὔποτ' ἂν Ἑλλήνων ἦρξεν Ἄρης Μακεδών»
(Πλούταρχου “Βίοι Παράλληλοι” Δημοσθένης/Κικέρων)
Ο Ισοκράτης, επανειλημμένα, καλούσε τον Φίλιππο όπως “των βαρβάρων ως
πλείστον άρχειν”, δηλ. να κατακτήσει
τις περισσότερες περιοχές της Ασίας (από την Κιλικία ως τη Σινώπη). Επίσης, με
επαφές και αλληλογραφία ασκούσε ιδιαίτερη
επίδραση και στον διανοούμενο, και πιο έμπιστο σύμβουλο του Φιλίππου, τον Αντίπατρο…….
Ο στρατηγός Αντίπατρος του Ιολάου (398-319),
ήταν επιστήθιος φίλος του Φιλίππου, 16 χρόνια μεγαλύτερος του. Κατά τον Πλούταρχο, ο Φίλιππος κοιμόταν
ήσυχος, γιατί ξαγρυπνούσε ο Αντίπατρος. Εθεωρείτο λόγιος και κρατούσε πάντα συχνή επικοινωνία με τον Αριστοτέλη. Με την αναχώρηση
του Αλέξανδρου στην Ασία, ο Αντίπατρος διορίσθηκε αντιβασιλέας της Μακεδονίας,
στρατηγός-αυτοκράτωρ της Ευρώπης, και είχε στη διάθεσή του επαρκείς δυνάμεις
για να επιτηρεί την τάξη σε Μακεδονία, Θράκη και νότια Ελλάδα…... (ΔΗΜ. ΤΣΙΜΠΟΥΚΙΔΗ: “Μακεδόνες πολέμαρχοι”,
σελ. 129-176)
11.2) Επίκουρος & Ρητορική
Αντίθετος
στη Ρητορική βρίσκεται και ο Επίκουρος, στη λογική πως οι διφορούμενες και ασαφείς
έννοιες, “οι σοφιστείες”, λεκτικές και νοητικές ακροβασίες, που μπορεί
να υποκρύπτουν άγνοια είτε κακή πρόθεση, εξαπατούν και παγιδεύουν τον νου.
Ο Διογένης Λαέρτιος
αναφέρει επίσης ότι οι
Επικούρειοι:
«Την διαλεκτικήν, ως παρέλκουσαν, αποδοκιμάζουσιν»…..
Την διαλεκτική, όχι με την
κυριολεξία της λέξης («διαλέγειν
κατά γένη και σκοπείν τι έκαστον είη των όντων»), αλλά όπως ο Πλάτων εννοούσε, ως “θριγκό ναού – τέλος (σκοπό) των μαθημάτων” (της φιλοσοφίας του).
Γράφει,
επίσης, ότι οι Επικούρειοι ονόμαζαν σοφιστές όσους διαστρέβλωναν τη
διδασκαλία τους.
Ο Επίκουρος απαιτούσε από τον ρήτορα
σαφήνεια, και κάθε συζήτηση να ξεκινά με ριζικό ξεκαθάρισμα των εννοιών…..
«Πρῶτον μὲν οὖν τὰ ὑποτεταγμένα τοῖς φθόγγοις,
ὦ Ἡρόδοτε, δεῖ εἰληφέναι»
(Προς Ηρόδοτο 37)
Ο Μητρόδωρος έγραψε
βιβλίο 9 τόμων "Εναντίον των Σοφιστών".
«Τον ρήτορα δεν τον κάνουν τα τεχνάσματα,
παρά η φύση»
«Φύσις γαρ εστιν η κατορθούσα
λόγους, τέχνη δε ουδεμία».
Ο Φιλόδημος
έγραψε "Περί ρητορικής", λίγα όμως αποσπάσματα διασώθηκαν
στους παπύρους του Ερκουλάνουμ.
Κατά τους
Επικούρειους, ο σοφιστής - ρήτορας, θεωρώντας ότι κατέχει την γνώση και την
αλήθεια, με ομιλία όπου ο εντυπωσιασμός και το πυροτέχνημα παίζει πιο σημαντικό
ρόλο από την ουσία των λεγομένων, προσπαθεί να την μεταδώσει και να την
επιβάλει στους απέναντι. Έτσι, έριδες
και ταραχές -μάλλον- προκύπτουν παρά γόνιμα αποτελέσματα.
Στους
Επικούρειους η γνώση θεμελιώνεται όχι πάνω στην τεχνική του ρήτορα να πείθει
ότι οι ισχυρισμοί του (που
άλλωστε αλλάζουν κατά τα συμφέροντα του εντολέα) είναι σωστοί, αλλά πάνω σε θεμέλιο επιστημονικό, και αυτό είναι ο “Επικούρειος
Κανόνας”.
Ο Επικουρισμός είχε σκοπό την απόκτηση γνώσης που να συμβάλλει στην
ανθρώπινη ευδαιμονία. Δεν εκπαίδευε συνηγόρους υπεράσπισης ιδιωτικών
συμφερόντων ή επιδεικτικούς ρήτορες
αναγκαίους σε κοινωνίες «αγορών». Ούτε μέλλοντες πολιτικούς ή
στρατιωτικούς ηγέτες, ιερείς ή μεταπράτες. Πανηγυρικοί λόγοι και ματαιοδοξίες,
ήταν ξένες προς την Επικούρεια αντίληψη.
Έτσι, οι Επικούρειοι αντιπαρέρχονταν τις άσκοπες και ανώφελες, αν μη βλαπτικές λογομαχίες.
Αντ’ αυτών προέκριναν συζητήσεις “φιλικού τύπου”.
Σε κάθε φιλικού τύπου συζήτηση επιζητείται ο διάλογος για όλους ωφέλιμης
γνώσης, χωρίς να της λείπει η ζωντάνια, η κριτική, η παρρησία.
Και από ένα
τέτοιο διάλογο βγαίνουν όλοι κερδισμένοι, ή μάλλον, πιο κερδισμένος βγαίνει
αυτός που θεωρείται “ηττημένος”, καθώς αυτός κάτι παραπάνω μαθαίνει, που
δεν το ήξερε προηγουμένως!
«Εν φιλολόγω
συζητήσει πλείον ήνυσεν (κέρδισε/ανύω=επιτελώ,
κατορθώνω) ο ηττηθείς, καθ’ ο
προσέμαθεν
(δηλ. έμαθε περισσότερα)». (Επικούρου
Προσφώνησις 74)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12ο
12.1) Η “Ποιητική” του Αριστοτέλη
Αναρίθμητοι οι
σχολιασμοί και οι αναλύσεις της “Ποιητικής”
του
Αριστοτέλη….
Η “Ποιητική” είναι φημισμένο έργο του Αριστοτέλη. Η θεματολογία του δείχνει να αφορά περισσότερο την λογοτεχνία και περιορισμένα την φιλοσοφία, ωστόσο, περιλαμβάνει, πέραν ερευνών και πληροφοριών, σημαντικούς φιλοσοφικούς στοχασμούς και συμπεράσματα.
Στον Αριστοτέλη, ο
όρος “Ποιητική” έχει αρκετές
σημασίες, βασικά όμως αναφέρεται στις πρακτικές και καλές τέχνες, σε
αντιδιαστολή με τη τέχνη της ζωής και την επιστήμη.
…… Ο Πλάτων έλεγε ότι η
τέχνη είναι μίμηση αισθητών πραγμάτων δια της αντιγραφής στο κατώτερο επίπεδο
της πραγματικότητας. Ο καλλιτέχνης μιμείται τα αισθητά όντα που αποτελούν
αμυδρές σκιές των πραγματικών….. (Πλάτωνος “Πολιτεία”)
Ο Αριστοτέλης, δεν αντικρούει μεν ρητά
τις υποτιμητικές για την τέχνη, απόψεις του δασκάλου του, πάντως τις βελτιώνει,
παρέχοντας άφθονο υλικό. Ορίζει δε την τέχνη να μιμείται ήθη και
πάθη και πράξεις. Έτσι η μουσική,
κατά συνέπεια στον ορισμό του, είναι η πιο μιμητική τέχνη, αφού εκφράζει
αυθεντικότερα το πάθος της συγκίνησης.
Από όλες τις ποιητικές
τέχνες, αναμφίβολα για τον Σταγειρίτη, η δραματική αναπαράγει
πληρέστερα την πράξη, ενώ η ποίηση είναι φιλοσοφικότερη και
σπουδαιότερη από την ιστορία, διότι περισσότερο αναφέρεται
στο καθόλου, ενώ την ιστορία αφορά το επί μέρους.
«Διό και φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν. Η μεν γαρ ποίησις μάλλον τα καθόλου, η δ’ ιστορία τα καθ’ έκαστον λέγει». (“Ποιητική” 1451 b 5-7)
…… Ο
«μύθος», ο οποίος κατ’ εξοχήν προβάλλεται
στη ποίηση, αποτελούσε τον μεγάλο δάσκαλο του πνευματικού βίου των
αρχαίων προγόνων μας, πηγή των ηθικών παραγγελμάτων και της αρετής. Όμως η ιστορία,
όταν βέβαια γράφεται μετά από έρευνα, διασταύρωση των στοιχείων και αμεροληψία,
και όχι “κατά πληρωμήν” προκειμένου να δοξολογήσει καθεστώτα και τυράννους,
συνιστά επιστήμη, διότι υπηρετεί την αλήθεια (γνώση).
Ο Αριστοτέλης
διαχωρίζει την τραγωδία από την κωμωδία, με την
πρώτη να απεικονίζει αγαθούς χαρακτήρες, τους κακούς να συμμετέχουν
μόνον εάν απαιτείται από την πλοκή και σε δεύτερους ρόλους, και την δεύτερη να
απεικονίζει κακούς, τουλ. από το μέσο όρο χειρότερους, όχι όμως
αναφορικά με κάθε είδους ελάττωμα, αλλά μόνον όσον αφορά το γελοίο, ως
μέρος του άσχημου, που μπορεί να συνιστά λάθος (αμάρτημα),
ή ελάττωμα (αίσχος), χωρίς να περιέχει πόνο, ή βλάβη (ανώδυνον
και ου φθαρτικόν). (“Ποιητική” 1449 a
32-35)
Εξιχνιάζει τη γένεση
της ποίησης, ειδικότερα του δράματος, μέσα από τα πρωτογενή ένστικτα.
Στη ποίηση, κατά τα
οικεία ήθη των ποιητών, οι μεν σοβαρότεροι απ’ αυτούς περιγράφουν ευγενείς
πράξεις, ενώ οι υποδεέστεροι πράξεις των φαύλων. Δηλώνει την σύνδεση τραγωδίας
- χορού, περιγράφει τα μέτρα και τ' άλλα χαρακτηριστικά των ειδών της ποίησης
και της δραματουργίας. Αναδεικνύει
την ηδονή που δίδουν τα έργα
τέχνης, την απόλαυση στοιχείων, όπως το χρώμα, η αρμονία, ο ρυθμός, η μελωδία……
Προχωρεί κατόπιν στον
περίφημο ορισμό της τραγωδίας:
«….. ἔστιν οὖν τραγῳδία μίμησις
πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν
ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι᾽ ἀπαγγελίας, δι᾽ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα
τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
(“Ποιητική”
1449 b 25)
Σημειώνουμε ότι στον
ορισμό αυτό διαφαίνονται δύο αντικειμενικοί σκοποί της τραγωδίας:
Πρώτος - άμεσος, είναι η διέγερση των
συναισθημάτων του ελέους για τα
βάσανα που τράβηξε και τραβά ο ήρωας, και του φόβου γι’ αυτά που
του επιφυλάσσει η μοίρα.
…… Ασφαλώς, δεν φοβάται κανείς μην
έχει ακριβώς την ίδια τύχη με τον ήρωα, φ.ε. με τον Οιδίποδα.
Φόβος του θεατή είναι
ο γενικός και αόριστος φόβος όλων μας, για το άγνωστο πεπρωμένο μας. Άλλωστε,
κάθε αληθινή τραγωδία περιέχει μια μετάπτωση από την ευτυχία στη δυστυχία, ή
από την δυστυχία στην ευτυχία, ως αντιστροφή της μοίρας (περιπέτεια).
Πάντως, ο ίδιος ο
Αριστοτέλης, ρητά δηλώνει ότι ο φόβος αφορά τον ήρωα…..
Να σημειώσουμε εδώ ότι από τους βασικότερους λόγους που ο Πλάτων κατεφέρετο κατά της τραγωδίας, ήταν επειδή προκαλούσε δυνατές συγκινήσεις (έλεος και φόβος), με συνέπεια οι άνθρωποι να γίνονται περισσότερο συναισθηματικοί και αδύναμοι.
Ο Αριστοτέλης δεν δείχνει να δέχεται αυτή την
άποψη, ίσα-ίσα λέει ότι επακόλουθο μιας παράστασης τραγωδίας είναι ο άνθρωπος
να απομακρύνεται από τέτοια συναισθήματα. Και ο λόγος βρίσκεται στον παρακάτω δεύτερο- έμμεσο αντικειμενικό σκοπό της τραγωδίας, που
είναι η κάθαρση.
Δεύτερος-
έμμεσος αντικειμενικός σκοπός της τραγωδίας, λοιπόν, είναι η κάθαρση.
Έτσι, ο πιο πάνω ορισμός αποκτά την απαραίτητη πληρότητα του,
καθόσον ορίζεται η κάθαρση το
τελικό αίτιο – σκοπός της τραγωδίας.
Τεκμηριώνει δε την περί
καθάρσεως θεωρία του ο Αριστοτέλης, περιγράφοντας είδη μουσικής, τα
ονομάζει οργιαστικά ή ενθουσιαστικά, που αποσκοπούν μόνον στην κάθαρση,
ούτε στην παιδεία, ούτε στη αναψυχή.
Άλλα είδη μουσικής, τα ηθικά,
αποσκοπούν στη παιδεία - βελτίωση του ανθρώπινου χαρακτήρα.
Εν τέλει, ο τελικός σκοπός της τραγωδίας είναι η ηδονή, η ηδονή που γεννά η κάθαρση, ένα ιδιαίτερο είδος διαφορετικό απ’ αυτό της απλής ξεκούρασης και της αναψυχής.
Ο Αριστοτέλης
τοποθετεί την τραγωδία υψηλότερα από την εποποιΐα, ενώ δίνει και επεξηγηματικές
οδηγίες στους ποιητές της, όπως ότι πρέπει να αποφεύγουν μύθους όπου αγαθοί
άνθρωποι μεταπίπτουν στη δυστυχία, ή, αντίθετα, κακοί γίνονται ευτυχισμένοι.
Επίσης, να επιδιώκουν εκείνη την ηδονή που προκαλεί ανακούφιση από το έλεος και
το φόβο, και καμιά άλλη.
Η “Ποιητική”, έχει κερδίσει την εκτίμηση των μελετητών. Ατυχώς, το έργο δεν σώθηκε ολοκληρωμένο. Εικάζεται, πως ένα κεφάλαιο του, το για την ιστορία της κωμωδίας, εξετάζεται στο χαμένο δεύτερο βιβλίο της “Ποιητικής”, και σ’ αυτό -υποθέτουν- ο Αριστοτέλης θα παρουσίαζε ολοκληρωμένη την περιγραφή της κάθαρσης και στη περίπτωση της κωμωδίας.
Διότι, όπως η τραγωδία επιφέρει κάθαρση από έλεος και φόβο, το ίδιο συμβαίνει και στην κωμωδία, όπου η κάθαρση επέρχεται από την τάση του γέλιου!
Σημείωση 22η
Ουμπέρτο Έκο “Το Όνομα του Ρόδου”
Στο
πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα “Το Όνομα του Ρόδου”
του Ουμπέρτο Έκο (1932-2016), ο κεντρικός
ήρωας, ένας μοναχός, αναζητά στο scriptorium (δωμάτιο γραφής) και στην
βιβλιοθήκη ενός αβαείου (μονής) των Άλπεων, τον -χαμένο- δεύτερο τόμο της
“Ποιητικής του Αριστοτέλη”. Εποχή Μεσαίωνα και στην επίσημη Εκκλησία κυρίαρχη
ιδεολογία ήταν ο “Σχολαστικισμός”, σύμφυρμα θεολογίας με Αριστοτελικές
(βασικά) και Πλατωνικές αντιλήψεις.
Η μονή
εκείνες τις ‘μέρες συνταράσσεται από μια σειρά μυστηριωδών δολοφονιών….. Η λύση
στο κεντρικό μυστήριο του μυθιστορήματος συναρτάται από το περιεχόμενο του
αναζητουμένου βιβλίου του Αριστοτέλη, που αποκαλύπτεται τελικά ότι αφορά τη
κωμωδία, τη σάτιρα και το γέλιο, καθώς και η δύναμη που προσδίδει η παρωδία, ο
σαρκασμός, η ειρωνεία και η διακωμώδηση στο λόγο…..
….. Ρωτά
ο μοναχός, ο Guglielmo da Baskerville, τον ηγούμενο της μονής: «Μα,
γιατί αυτό το βιβλίο το θεωρείται
επικίνδυνο;», και αυτός απαντά: «Γιατί
είναι του Αριστοτέλη και σε κάνει να γελάς και το γέλιο σκοτώνει τον φόβο
και χωρίς φόβο δεν μπορεί να υπάρξει πίστη…… Πάντως, όποιος δεν
φοβάται τον διάβολο δεν έχει ανάγκη το Θεό»!
Οι
μοναχοί και οι άλλοι κληρικοί, αλλά και οι πιστοί όλοι, όφειλαν να μην
αστειεύονται και να μην γελούν, όπως έκανε και ο Ιησούς. Άρα, το βιβλίο αυτό του Αριστοτέλη, λόγω του τεράστιου και παγκόσμιου κύρους
που διέθετε ο Σταγειρίτης, ήταν πολύ επικίνδυνο για τις κρατούσες θεολογικές
αντιλήψεις, και κατά κανένα τρόπο δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί!
Στο
μυθιστόρημα του Έκο, το τελευταίο αυτό αντίτυπο της “Ποιητικής”
υπάρχει, ανεξήγητα όμως όσοι έρχονται σε επαφή μαζί του θανατώνονται φρικτά, ενώ
το ίδιο καίγεται (στο τέλος της διηγήσεως) σε μεγάλη πυρκαγιά, από εμπρησμό…
…… Για καλή τύχη της ανθρωπότητας όμως - κι αυτό δεν είναι μύθος αλλά ιστορία αληθινή - ένας αληθινός μοναχός, ιστοριοδίφης και λόγιος, ο Πόντζο Μπρατσολίνι, σε κάποιο μοναστήρι της κεντρικής Ευρώπης, ανακάλυψε το 1417, και έφερε στο φως ένα σπάνιο χειρόγραφο. Και αυτό ήταν το μοναδικό σωζόμενο έργο του Ρωμαίου ποιητή, του 1ου αι. π.Χ., Λουκρητίου, το “De rerum natura”, βιβλίου όχι μικρότερης φιλοσοφικής, “ποιητικής” και επιδραστικής αξίας, από του Αριστοτέλη……
12.2) Επίκουρου απόψεις “περί μουσικής και ποιητικής”
«Μόνον
ο σοφός είναι σε θέση να μιλήσει σωστά για ποίηση και μουσική.
ο ίδιος βέβαια δεν θα γράψει
ποιήματα».
«Μόνον τε τον σοφόν ορθώς αν περί
μουσικής και ποιητικής διαλέξασθαι. ποιήματά τε ἐνεργείᾳ οὐκ ἂν ποιῆσαι» (Διογένης Λαέρτιος Χ, 121)
Σχετικά με τις απόψεις του Επικούρου για την μουσική και το
θέατρο, οι Σέξτος, Κικέρων, Πλούταρχος, Πρόκλος, έχουν γράψει:
- «Η
μουσική δεν συντελεί στην ευδαιμονία, της αρέσει η σκόλη, το κρασοπότηρο, το
ρεμπελιό»
(Σέξτος)
- «Η
ποίηση δεν δίδει καμιά στέρεη ωφέλεια. Το πολύ είναι μια διασκέδαση» (Κικέρων, De Finibus)
-
«Τη χειρότερη θέση έχει το παραμύθι, οι ψευτιές που κοπανάν οι αοιδοί. Γι’
αυτό η προκατάληψη της σχολής για τους ποιητές και η λίγη ευλάβεια ακόμα και
στον Όμηρο».
«Ποιητική τύρβη….Ομήρου μωρολογήματα»
(Πλούταρχος)
-
«Οι Πλατωνικοί μύθοι πάνε δίπλα με τους Ομηρικούς κι είναι στην ουσία από
την ίδια οικογένεια»
(Πρόκλος)
Για την τέχνη: «Τέχνη εστί μέθοδος ενεργούσα τω βίω το
συμφέρον» (αρχαίος σχολιαστής)
Χ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ: “ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ / Η
ΑΛΗΘΙΝΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ”, σελ. 223, 256-261
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Στο τέλος της πραγματείας μας αυτής,
ως φόρο τιμής στους Αριστοτέλη και Επίκουρο, γράφουμε επαίνους, που πνευματικοί άνθρωποι απηύθυναν στις
προσωπικότητες και στο έργο τους….
Αριστοτέλης
«Ο Αριστοτέλης ίδρυσε και ολοκλήρωσε τη Λογική, τη Φυσική και
τη Μεταφυσική. Λέω ότι τα ίδρυσε, γιατί όλα τα έργα που γράφτηκαν πριν από
αυτόν για αυτές τις επιστήμες δεν αξίζει να μιλήσουμε και έχουν επισκιαστεί από
τα δικά του γραπτά. Λέω ότι τα ολοκλήρωσε, γιατί κανένας από αυτούς που τον
ακολούθησαν μέχρι την εποχή μας, δηλαδή για σχεδόν χίλια πεντακόσια χρόνια, δεν
μπόρεσε να προσθέσει τίποτα σε αυτά τα γραπτά, ούτε να βρει κάποιο σημαντικό
λάθος».
Αβερρόης, στον πρόλογο των σχολίων του
για την Αριστοτέλεια Φυσική
Ο Αβερρόης
(1126
- 1198), Μαυριτανός από την Κόρδοβα της Ανδαλουσίας, πόλη τριών πολιτισμών, τότε,
“κόσμημα και Κωνσταντινούπολη της Δύσης”, ήταν γνώστης επιστημών και διαπρεπής σχολιαστής του Αριστοτέλη. Με το
έργο και τη στάση ζωής του, υπήρξε πρωτοπόρος στον αγώνα της ανθρωπότητας να ξεφύγει από τα δεσμά των
σκοτεινών της χρόνων.
Το έργο του άσκησε σημαντική επιρροή
αφ’ ενός στις μεγαλύτερες μορφές της της σχολαστικής φιλοσοφίας του 13ου αι.,
Αλβέρτο τον Μέγα, Θωμά Ακινάτη και Ιωάννη Δουνς τον Σκώτο, αφ’ ετέρου στους
λαούς, που διψούσαν για μόρφωση, σε συνδυασμό με λύτρωση από θρησκευτικές
προκαταλήψεις και στενόμυαλες δοξασίες, ασφυκτιώντας από έλλειψη ελευθερίας
σκέψης και δράσης. Στην Ευρώπη τον 13ο αι. είχε παρουσιαστεί πολιτιστικό -
πολιτικό κίνημα, από τον Ernest Renan ονομάστηκε «Λατινικός Αβερροϊσμός»,
που συνένωνε όσους διακατέχονταν από προοδευτικές αντιλήψεις. Έντονα
πολιτικοποιημένο το κίνημα, ξαπλώθηκε στην Ιταλία και ιδιαίτερα στην Πάδοβα,
όπου φιλόσοφοι το δίδασκαν και από πανεπιστημιακές έδρες. Κράτησε έως τα τέλη
του 15ου αι. Ο Ernst Bloch, θεωρεί τον
Αβερρόη και τους Αβερροϊστές ως υλιστές, άθεους και επαναστάτες λόγιους, που
αντιπαρατίθενται σε εκκλησιαστικές και μοναρχικές αρχές. Τους απέδωσαν και το
σύνθημα - δόγμα της διπλής αλήθειας:
«Credo fidem esse veram et intelligo quod non est vera».
«Πιστεύω ότι η πίστη είναι αληθινή και καταλαβαίνω ότι δεν
είναι».
Ωστόσο…. Η
φιλοσοφία συνιστά το προτιμότερο μέσο πρόσβασης στην αλήθεια!
Επίκουρος
«Η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα
βήμα μετά τον Επίκουρο και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του». Φρ.
Νίτσε (1844-1900)
«Εσύ
πατέρα μας φώτισες την αλήθεια…/ Tu, pater, es rerum inverto….. (DRN III, 9-13) ».
Ισαάκ Νεύτων
(1643-1727)
Προοίμιο του έργου:
“Opuscula mathematica, philosophica et philologica”
«Χαίρε
των Νεοκλειδών δίδυμη γενιά. Απ’ αυτούς, την πατρίδα μας ο ένας έσωσε από τη
δουλεία, ο άλλος από τη βλακεία».
Μένανδρος (342-292) (Παλατινή Ανθολογία VII. 72)
«Χαίρε Νεοκλείδα δίδυμον
γένος, ων ο μεν ημών πατρίδα δουλοσύνας
ρύσασθ’, ο δ’ αφροσύνας»
Αφορά τους Θεμιστοκλή και Επίκουρο. Νεοκλής ονομάζονταν οι
πατεράδες και των δύο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου